Οι πούλιες
Μια αληθινή ιστορία, όπως μου τη διηγήθηκε τηλεφωνικά χθες ένας φίλος
Είχα στην τσέπη μου τις πούλιες. Για το κοστούμι της Αντιγόνης. Μια χούφτα, σε ένα πλαστικό σακουλάκι. Ο σκηνοθέτης ήθελε να τις κεντήσω, γαζί στο άσπρο πέπλο της, εκεί που πάνε να την θάψουν ζωντανή στο λαξευτό της τάφο.
Το έκανα μηχανικά, ήμουν αλλού. Χώριζα. Αργά, σαν την ψυχή που βγαίνει. Ο Κ. με είχε τρελάνει. Δεν είχα ξαναγαπήσει έτσι. Δεν είχα ξαναμισήσει έτσι. Πενθούσα ολόκληρος. Νομίζω αποφάσισα να πάρω τη δουλειά, κυρίως να μην το σκέφτομαι, λεφτά δεν υπήρχαν ούτως ή άλλως.
Μάταιο. Σκυφτός στο άσπρο πέπλο, το λέρωνα, το σκούπιζα, το ξαναλέρωνα. Μύξες και δάκρυα.
Εγώ δεν πήγαινα στα πάρκα. Είχα μια πιο αρχέγονη σχέση με τους άντρες, μια ρίζα αγνή και άγρια. Τους γνώρισα μικρό παιδί, στις ερημιές που έτρεχα τα καλοκαίρια, στο νησί μου. Κυνηγοί, βοσκοί, ψαράδες… Εφτά χρονών, με σήκωναν σα φτερό πετώντας με ψηλά (Φτέρο, με φώναζαν), γελάγανε με την καρδιά τους, ίχνος κανένα ενοχής. Ένας αγιογράφος που δούλευε σε ένα νεόδμητο ξωκκλήσι στα Φρύγανα, με πρωτομάτωσε, με σκούπισε με το μαντήλι του, φίλησε τα μαλλιά μου, μου έδωσε μια ντομάτα.
Δεν ψωνιζόμουνα στα μπαρ. Ούτε τώρα στα applications. Δεν με ενδιαφέρει να ξεθυμάνω. Το αντίθετο. Πάντα ήθελα να ορμήσω μέσα στο σώμα του άλλου, όπως βουτάς στη θάλασσα. Να χύνεις σκέτα, τι νόημα εχει.
Έτσι όρμησα και στο σώμα του Κ. Ήπια τα χύσια του, το αίμα του, το σάλιο του― όταν κοιμότανε στο πλάι κι έτρεχε από το μισάνοιχτό του στόμα, το έγλυφα σιγανά να μη ξυπνήσει. Έτριβα το δέρμα μου στο δέρμα του, έξαλλος που μ’ εμπόδιζε να γίνω ένα μαζί του· στο στόμα του έχωνα τα δάχτυλα, τη γλώσσα μου, γλύστραγα όλος μέσα του, έπεφτα, έπεφτα και ταυτοχρόνως κάτι μ’ εκτίνασσε στα αστέρια, στο φεγγάρι. Όταν έμπαινα μέσα του από πίσω, σιγά να μη πονέσει, έως τον παροξυσμό, γινόμουν από άλλο υλικό κάπως λιγότερο θνητό, δεν ήμουν πάντως λύμφη και κόκκαλα.
Ένα βράδυ, καλοκαίρι Ιούλιος, η φάση με τον Κ. ήταν στο τελικό της στάδιο. Είχαν αρχίσει οι μικροπρέπειες, η εκδίκηση, το ξήλωμα, η φόδρα της αγάπης. Δεν ήταν μίσος, που είπα πριν. Σα να σε βρίσκει το χάραμα μονάχο σε ένα δρόμο που είναι όλα κλειστά και έρημα, ενώ χθες βράδυ γλένταγαν. Στα Μάλια, ας πούμε. Κάτι τέτοιο.
Φεύγοντας απ’ το θέατρο μπήκα στο πάρκο. Πρώτη φορά. Θολωμένος. Για να εκδικηθώ. Άνθρωποι πηγαινοερχόντουσαν, έκαναν κύκλους, στροφές, διέκρινες τον υπολογισμό σε κάθε βήμα. Όλοι σχημάτιζαν ένα απαγορευμένο ημικύκλιο γύρω από έναν ξανθό, θεόρατο άντρα που καθόταν μόνος. Στη σφενδόνη.
Ήταν με διαφορά τόσο πιο όμορφος, φερμένος από άλλο κόσμο, που σκέφτηκα ότι γι’ αυτό δεν τον πλησιάζουν. Οι άνθρωποι φοβούνται την μεγάλη ομορφιά, διστάζουν ν’ απλώσουν χέρι πάνω της. Αλλά εγώ, δεν είμαι έτσι. Πάω κατευθείαν πάνω στο πιο ωραίο λουλούδι, είναι επείγον να μη δαπανηθείς στις λόχμες.
Ήταν από την Αλβανία. Το πρώτο καλοκαίρι που είχαν έρθει πλήθη στην Αθήνα. Κάτω από το φτηνό πουκάμισο, διέκρινες τα τέλεια μέλη, τη χυτή πλέξη των μυώνων, ένα πλάσιμο αβίαστο, του ζώου.
Με μυρίστηκε. Μου έκανε νεύμα να τον πλησιάσω, «Έλα! Έλα!». Πήγα. Τον κοίταζα στα μάτια. Με κοίταζε κι αυτός. Διερευνητικά, λίγο απορημένος. Μου θύμιζε τους βοσκούς μου, τους κυνηγούς. Πώς χύμαγαν πάνω μου. «Έι Φτέρο, πού πας βρε; Για έλα εδώ, τι έχεις μέσα στο βρακάκι σου;».
Μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω στους αρχαίους στύλους. Ήταν αβέρτοι ακόμη, δεν τους είχαν περιφράξει. Είχε φεγγάρι, ήμασταν μόνοι. Στο κέντρο του ναού, άκουγες φλοίσβο τ’ αυτοκίνητα. Ξανθά χόρτα φύτρωναν ανάμεσα στις πλάκες, μάς έφταναν ως τη μέση. Γρύλλοι. Τριζόνια. Στο κέντρο της Αθήνας. Ήθελα να ξαπλώσουμε στα ζεστά μάρμαρα. Να βάλω το αυτί μου στην καρδιά του. Να τον φιλήσω. Και το κατάλαβε. Μουδιασμένος.
Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας άλλος. Αλβανός κι αυτός. Κοκκαλιάρης, με μια λεπτότατη γυαλάδα στο κέντρο των ματιών του, σα σχισμή, όπως της γάτας, δεν τα έβλεπα καλά στις βαθουλωμένες κόγχες. Τα δόντια του όλα σάπια. Κρατούσε ένα κουζινομάχαιρο, το κράδαινε πάνω απ΄ το στήθος μου. Είδα την αστραπή.
Ασυναίσθητα, όρμησα στην αγκαλιά του ξανθού. Πήγε κι αυτός να με αγκαλιάσει· το χέρι του έμεινε μετέωρο πάνω απ’ τον ώμο μου, δεν με άγγιξε. Αλλά με άφησε να λουφάξω εκεί. Ο κοκαλιάρης ξάφριζε το σακίδιό μου. Πήρε κάτι ψιλά που είχα, ένα στυλό, έβγαζε μανιασμένος τα χαρτιά με σχέδια για το κουστούμι της Αντιγόνης. Τα πέταγε κάτω τσαλακωμένα.
Άρπαξε τα τσιγάρα μου.
«Άσε τα τσιγάρα του παιδιού, ρε!» φώναξε υπόκωφα ο ξανθός. Ο άλλος κοντοστάθηκε, τελικά υπάκουσε. Έπειτά όρμησε και μου έψαχνε τις τσέπες.
Βρήκε το σακουλάκι. Καθώς το έβγαζε οι πούλιες χύθηκαν, αστραποβόλησαν στο φως του φεγγαριού, ένα σμήνος. Αφήνιασε. «Τί είναι αυτά! Τι είναι αυτά!» γρύλιζε, είχε σκύψει στις πλάκες να τις μαζέψει, τις έφερνε κοντά στα μάτια του. Μικρές αστραπές έβγαιναν σκόρπιες απ’ τα ξερά χόρτα. Κατάλαβε τελικά ότι επρόκειτο για υλικό χωρίς αξία. Γονατιστός, σήκωσε τα μάτια του να μάς κοιτάξει. Μάς είδε. Ακίνητους. Την ατελή μας αγκαλιά. Κάτι του διέφευγε.
«Πάμε να φύγουμε, δεν έχει τίποτα», του είπε ο ξανθός. Πήραν το μονοπάτι προς τη λεωφόρο. Πριν κάνουν δέκα βήματα, ο ξανθός γύρισε κι έτρεξε προς το μέρος μου. Τράβηξε αμίλητος με βία το σακίδιο που είχα φορέσει από την πλάτη μου, με κοίταξε με κάτι σαν περιφρόνηση κι έτρεξε να προλάβει τον άλλον. Τον είδα να στρέφει προς τα πίσω και να φτύνει κάτω.
Την άλλη μέρα πήρα το μαξιλάρι μου κι έφυγα από το σπίτι του Κ. Χάραμα. Κοιμόταν. Διέσχισα τα δέντρα στην Αρχαία Αγορά με πρησμένα μάτια.
Αγόρασα καινούριες πούλιες.
Σακίδιο, δεν μου ‘φταναν.
Μουσκάτ, 13 Ιουλίου 2026
.