ΕΝΑ ΜΠΛΟΓΚ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗ
Facebook Twitter

Ποιοι μπορούν να απολαύσουν τον ντεκαφεϊνέ τους;

Ποιοι μπορούν να απολαύσουν τον ντεκαφεϊνέ τους;

Το ιδρυτικό κείμενο αυτού του μπλογκ.

Ποιοι μπορούν να απολαύσουν τον ντεκαφεϊνέ τους; Facebook Twitter
Ο καφές του Ντέιλ Κούπερ, του πράκτορα του «Twin Peaks», είναι ένα απ’ τα βασικά στοιχεία της χαρακτηρολογίας του, πραγματικά τον λατρεύει.

☕ Ο παππούς μου ήταν καφετζής, κι όποτε τον θυμάμαι (πράγμα που με τον καιρό γίνεται διαρκώς δυσκολότερο) η εικόνα εξαντλείται στην επαναλαμβανόμενη κίνηση του χεριού του, με το οποίο ανακατεύει τον καφέ μέσα στο μπρίκι. Είναι πίσω από τον μπλε πάγκο, πατάει στο ξεθωριασμένο μωσαϊκό, κοιτάζει τους πελάτες που παίζουν χαρτιά (κολτσίνα;).

«Άκου καλά, Νικητιό, γιατί δεν θα σου τα ξαναπώ».

Έτσι έφτιαξα τον πρώτο μου καφέ· ήταν γλυκός και τον ήπια βιαστικά δίπλα στο τελευταίο τραπέζι πριν από τον δρόμο, κοιτάζοντας το πορτοκαλί χορτάρι του απογεύματος που έφτανε μέχρι τη θάλασσα.

Φυσικά, δεν άκουσα καλά, κι έτσι όλες οι επόμενές μου προσπάθειες κατέληγαν σε ένα νεροζούμι. Ο πρώτος καφές, πάντως, ήταν υπέροχος. Το βράδυ δεν με έπαιρνε ο ύπνος με τίποτα. Ήμουν 11 χρονών.

☕ Ο ύπνος είναι ο εχθρός της παραγωγικότητας, ο κατεξοχήν νεκρός χρόνος. Και η καφεΐνη είναι το πιο ευρέως διαδεδομένο διεγερτικό, τουλάχιστον στο δικό μας μέρος του κόσμου. Μειώνει την ανάγκη για ξεκούραση – ή, μάλλον, μεταθέτει την κούραση στο κοντινό μέλλον, και σου χαρίζει (μέχρι να χτίσεις την ανοχή σου σε αυτήν) λίγες ώρες ακόμα κατά τις οποίες μπορείς να «κάνεις πράγματα». Το θαύμα δεν είναι πως ο καφές μάς κρατά ξύπνιους, αλλά πως μετατρέπει αυτές τις ώρες της ημέρας κατά τις οποίες θες να κοιτάζεις το πρωινό τίποτα σε ώρες εργασίας: παραγωγικές ώρες.

Ο καφές είναι πανταχού παρών, στις ώρες της δουλειάς και στις ώρες της αναψυχής. Κατά συνέπεια, ο πολιτισμός μας είναι γεμάτος απ’ τις αναπαραστάσεις ανθρώπων που πίνουν καφέ, συχνά σε σημείο εθισμού.

Η σύγχρονη κουλτούρα μισεί τον νεκρό χρόνο, όπως μισεί γενικά οτιδήποτε το κενό. Αυτός ο horror vacui επεκτείνεται φυσικά και στον ελεύθερο χρόνο, ο οποίος πρέπει να γεμίζει με δραστηριότητα για να έχει μια αξία. Πρέπει να πας γυμναστήριο, να διαβάσεις κανένα βιβλίο, να δεις κανέναν άνθρωπο: ο καφές βελτιώνει τις αθλητικές επιδόσεις, αυξάνει τη συγκέντρωση, και σου δίνει την όρεξη να βγεις το βράδυ.

Κι έτσι ο καφές είναι πανταχού παρών, στις ώρες της δουλειάς και στις ώρες της αναψυχής. Κατά συνέπεια, ο πολιτισμός μας είναι γεμάτος απ’ τις αναπαραστάσεις ανθρώπων που πίνουν καφέ, συχνά σε σημείο εθισμού.

Ο καφές του Ντέιλ Κούπερ, του πράκτορα του «Twin Peaks», είναι ένα απ’ τα βασικά στοιχεία της χαρακτηρολογίας του, πραγματικά τον λατρεύει. Συμπωματικά, ορισμένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία για την επίλυση του μυστηρίου στη σειρά του Ντέιβιντ Λιντς αποκαλύπτονται στον ύπνο του πράκτορα Κούπερ που δουλεύει και στον ύπνο του: λογικό, αφού πίνει τόσο καφέ. Είναι καλός πράκτορας ο πράκτορας Κούπερ.

Στην ταινία «Καφές και Τσιγάρα» του Τζιμ Τζάρμους, οι περισσότεροι χαρακτήρες βρίσκονται σε φάση αδράνειας, πίνουν όμως καφέ (και καπνίζουν) αρειμάνια. Γιατί ο καφές είναι συνώνυμο της καλής συζήτησης, της εστιασμένης προσοχής στον συνομιλητή μας, της κουβέντας που δεν θα τελειώσει σύντομα επειδή θα μας έχει κουράσει.

Και στις δύο περιπτώσεις που αναφέρθηκαν οι ήρωες πίνουν το ρόφημά τους σε αμερικάνικα diners, καταστήματα που (στην Ευρώπη κυρίως) τα φανταζόμαστε ως τον χώρο του ανεξάντλητου καφέ, των «free refills». Αμερική, η χώρα των βενζινάδικων και των diners, η ατμομηχανή της αγοράς, που χρειάζεται ατέλειωτα καύσιμα για να δουλεύουν καλά άνθρωποι και μηχανές. Για να λειτουργήσει η οικονομία, ο καφές ρέει άφθονος· σκέφτομαι το κωμικό μέγεθος των ροφημάτων που προσφέρουν τα Starbucks.

«Coffee and Cigarettes»

☕ Όταν ήμουν 13 χρονών, σε μια αρκετά δύσκολη στιγμή της κρίσης, παρατήρησα με τους φίλους μου πως στα ψυγεία των περίπτερων μπορούσες να βρεις μικρούς, εμφιαλωμένους καφέδες των Starbucks. Κόστιζαν γύρω στο 1 ευρώ και ήταν αδιανόητα γλυκοί: ό,τι πρέπει για άφραγκους εφήβους που προσπαθούν να συνηθίσουν τον καφέ, αλλά δεν έχουν αποδεχτεί ακόμα την πίκρα του.

Γιατί το να πίνεις καφέ ήταν ένδειξη πως προχωρούσες προς την ενηλικίωση, το να μην τον αντέχεις ήταν σημάδι πως παρέμενες παιδί. Το να χρειάζεσαι καφεΐνη σημαίνει πως αντιμετωπίζεις τα προβλήματά σου σοβαρά, δεν είναι τυχαίο πως εκείνη τη χρονιά της δευτέρας γυμνασίου ήπια τους περισσότερους παγωμένους Starbucks caffè latte την εποχή των καλοκαιρινών εξετάσεων. Όπως δεν είναι τυχαίο που για πολλούς η πρώτη πραγματική «χρονιά του καφέ» είναι η χρονιά των Πανελληνίων: χρειάζεσαι το διεγερτικό για να ανταποκριθείς στον φόρτο του διαβάσματος και το να δείχνεις πως το χρειάζεσαι είναι ένδειξη ότι αντιμετωπίζεις την κατάσταση με ωριμότητα, μελετάς ακόμα κι όταν οι βιολογικοί σου ρυθμοί επιβάλλουν να σταματήσεις.

☕ Στην ενήλικη ζωή το να μην πίνεις καφέ είναι ένας είδος προνομίου· σημαίνει πως δεν τον έχεις ανάγκη. Η δουλειά σου είναι εύκολη ή δεν χρειάζεται να εργαστείς. Ή έχεις κατακτήσει ένας είδος σωματικής ευεξίας που καθιστά την καφεΐνη περιττή· αλλά για να φτάσεις σε ένα τέτοιο σημείο, σημαίνει πως είχες «χρόνο για να επενδύσεις στον εαυτό σου», στο σώμα και τις συνήθειές σου. Οι φτωχοί πίνουν καφέ, συνήθως φρεντάκι.

Έτσι το συγκεκριμένο ρόφημα είναι πανταχού παρόν, σε σημείο που –αν είσαι αρκετά περίεργος– μπορείς να ανιχνεύσεις μια κοινωνική διαστρωμάτωση με βάση τον καφέ: αλλού βρίσκεται αυτός που δεν βγάζει τον μήνα και πίνει στιγμιαίο στο γραφείο του ή κρατά το πλαστικό ποτήρι του Γρηγόρη πάνω στο μηχανάκι του, ρουφώντας λίγες γουλιές ανάμεσα στις παραδόσεις των δεμάτων. Αλλού αυτός που θα φύγει για λίγο από τον χώρο εργασίας του, ψάχνοντας specialty coffee, έχοντας την άνεση να δώσει κάποια ευρώ παραπάνω.

Και στην κορυφή βρίσκεται αδιαμφισβήτητα η «αργόσχολη τάξη» του Θόρσταϊν Βέμπλεν, εκείνοι που βρίσκονται έξω από τον κόσμο της εργασίας, γιατί δεν την έχουν ανάγκη (αυτοί σίγουρα δεν χρειάζονται καφέ), και οι προνομιούχοι για τους οποίους έγινε λόγος παραπάνω, οι οποίοι έχουν μια πιο «συνειδητή» σχέση με την ουσία. Πόσο συχνό είναι σήμερα στις ταινίες και τις σειρές το ενοχλητικό αφεντικό ή ο CEO μιας εταιρείας να παραγγέλνει από τον ψαρωμένο και άρτι προσληφθέντα ασκούμενο ένα μάτσα λάτε ή έναν ντεκαφεϊνέ.

Ποιοι μπορούν να απολαύσουν τον ντεκαφεϊνέ τους; Facebook Twitter
«Νεκρή φύση με καφετιέρα». Σκίτσο του Βαν Γκογκ, με σημειώσεις χρωμάτων, σε επιστολή του προς τον Εμίλ Μπερνάρ, περ. 7 Ιουνίου 1888. Πηγή: Van Gogh Museum, Amsterdam (Vincent van Gogh Foundation)

☕  (Για να γράψω αυτό το κείμενο για τον καφέ, κατανάλωσα έναν φίλτρου, δηλαδή 230 mg καφεΐνης και έναν διπλό εσπρέσο, δηλαδή 150 mg. Το απόγευμα, στο σπίτι, ήπια άλλον έναν εσπρέσο για να ηρεμήσω).

☕ O ντεκαφεϊνέ είναι περίεργη υπόθεση. Απευθύνεται σε όσους πίνουν καφέ για την απόλαυση, όχι για να βγάλουν το οκτάωρο. Την ίδια στιγμή, δεν είναι ποτέ εξίσου νόστιμος με το καφεϊνούχο αντίστοιχό του. Πολλοί πίνουν ντεκαφεϊνέ μεταξύ κανονικών καφέδων, ώστε να μειώνουν την ημερήσια δόση τους. Άλλοι, επειδή το επιτάσσουν λόγοι υγείας. Κάποιοι, επειδή έτσι λέει ο ομοιοπαθητικός τους.

Είναι γνωστό ότι η ομοιοπαθητική βρίσκεται σε πόλεμο με την καφεΐνη· υποτίθεται πως τα σχετικά σκευάσματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν αν ο ασθενής δεν κόψει το πανταχού και διαρκώς παρόν ρόφημα. Στην πραγματικότητα, το να περιορίσεις την καφεΐνη είναι συνήθως καλή πρόταση από μόνη της, και οι ομοιοπαθητικές θεραπείες δεν λειτουργούν «προσθέτοντας» κάτι στον οργανισμό σου, αλλά «αφαιρώντας» το στρεσογόνο πλεόνασμα του διεγερτικού.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο ομοιοπαθητικός σού προτείνει να αποσυρθείς από την κουλτούρα του καφέ, την κουλτούρα όλων μας δηλαδή, γιατί ο κόσμος σήμερα είναι απολύτως «caféiné». Πρόκειται για μια συνήθως αφελή πρόταση, γιατί σχεδόν κανείς δεν βρίσκεται σ’ αυτό το πλαίσιο από επιλογή. Για τους περισσότερους από εμάς το «μα γιατί δεν κόβεις τον καφέ;» είναι ισοδύναμο (και εξίσου εκνευριστικό) με το «μα γιατί αγχώνεσαι;»

☕ Τι είναι ένας caféiné κόσμος; Πρώτον, φυσικά, είναι ένας κόσμος που όσοι τον κατοικούν πίνουν καφέ. Αυτό σημαίνει πως τα βιολογικά τους όρια μπορούν κάθε μέρα, σε μικρό βαθμό εννοείται, να γίνονται πιο ελαστικά, αφήνοντας χώρο για λίγη ακόμα παραγωγικότητα. Μένεις ξύπνιος μισή ώρα ακόμα, διαβάζεις ένα κεφάλαιο ακόμα, στέλνεις ένα ακόμα μέιλ. Αλλά δεν χρειάζεται καν να πίνεις καφέ για να βρίσκεσαι σε μια caféinée πραγματικότητα.

Γιατί, κυρίως, έχουμε να κάνουμε μια συμβολική κατασκευή, έναν κόσμο σε κατάσταση αϋπνίας. Ποτέ απόλυτα ξύπνιος και ποτέ κοιμισμένος και βυθισμένος στην ξεκούραση. Εξορίζοντας την αδράνεια και την τεμπελιά από τη ζωή μας, δεν έχουμε ένα σταθερό σημείο από το οποίο να μπορούμε να παρατηρήσουμε τον χρόνο, και άρα τη ζωή μας, να κυλά. Οι έντονοι ρυθμοί μας οδηγούν στον μισόυπνο, ο μισόυπνος αλλοιώνει την εμπειρία μας, και το σύμβολο αυτού του τρόπου ζωής είναι τελικά η καφεΐνη, η ουσία που θεωρητικά μάς κρατά όλους ξύπνιους, αλλά (όπως ξέρει όποιος πίνει καφέ) τελικά δεν καταφέρνει και πολλά. Στην πραγματικότητα, όλοι νυστάζουν διαρκώς.

Ποιοι μπορούν να απολαύσουν τον ντεκαφεϊνέ τους; Facebook Twitter
Πάμπλο Πικάσο, «Η καφετιέρα», 1943

☕ Ο caféiné κόσμος είναι ένας κόσμος αμνησίας.

Προσωπικά, έχω πολύ καιρό να σκεφτώ αν έχει αλλάξει η εμφάνιση των ανθρώπων που βλέπω κάθε μέρα, πώς άσπρισαν όσο σπούδαζα οι πρώτες τρίχες στα μαλλιά μου, τι γεύση είχε ο καφές που ετοίμαζε ο παππούς μου.

Η εξέταση της ζωής, μεταξύ μας, απαιτεί και λίγη τεμπελιά, έστω λίγο πλεόνασμα χρόνου. Ξεκινώντας να γράφω αυτό το κείμενο, σκέφτηκα τον αφηγητή του Προυστ, το κατεξοχήν πρόσωπο που έχει τον χρόνο να βρει τον χαμένο χρόνο. Οπότε, θυμήθηκα και τη μαντλέν που ενεργοποιεί τη μνήμη.

Και μετά θυμήθηκα πως τη μαντλέν ο ήρωας τη βουτάει στο τσάι του.

Φτου.

ΝΤΕΚΑΦΕΪΝΕ
Ένας καφές από τα χέρια του παππού μου θα ήταν ό,τι πρέπει. Φωτ.: Νικήτας Δεσποτίδης

Ακόμα κι εκεί, καφεΐνη.

(Βέβαια, η θεία του αφηγητή, εκείνη που αυτός συνδέει με τις πρώτες σχετικές του αναμνήσεις, συνόδευε το γλυκό της με αφέψημα από φλαμούρι, βοτάνι με ηρεμιστικές ιδιότητες – κάτι είναι κι αυτό).

☕ Αν η έξοδος απ’ αυτή την «κατάσταση του καφέ» είναι προνόμιο όσων έχουν την (οικονομική) δυνατότητα να τεμπελιάζουν, τότε το ερώτημα είναι αν μπορούμε κι εμείς με κάποιον τρόπο να κάνουμε τη ζωή μας λίγο πιο decaféiné, να πιούμε κι εμείς έναν ντεκαφεϊνέ, όχι επειδή έχουμε ήδη πιει δυο φρέντο από το πρωί, αλλά γιατί δεν θα χρειαζόμαστε την καφεΐνη.

Κατά πάσα πιθανότητα, η απάντηση είναι όχι. Μπορούμε βέβαια να το προσπαθήσουμε· γράφοντας ίσως κείμενα με πιο αργούς ρυθμούς, χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη, κείμενα ντεκαφεϊνέ.

Κείμενα που τελικά, όταν αρχίζεις να τα γράφεις, σου τρώνε όλη τη μέρα και απασχολούν για ώρες τη σκέψη σου.

Μάλιστα αυτή τη στιγμή, ένας καφές από τα χέρια του παππού μου θα ήταν ό,τι πρέπει.

Ντεκαφεϊνέ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ