Ό,τι αντέχει κάτω απ’ τον ήλιο
Περπατώντας στη Ρωμαϊκή Αγορά και παρατηρώντας τους σωρούς απ' τα ερείπια, που πάνω τους έχει χτιστεί η σύγχρονη πόλη, αρχίζεις να σκέφτεσαι το πέρασμα του χρόνου. Όταν πια μπαίνεις μέσα στο πανάρχαιο ρολόι, τους Αέρηδες, οι σκέψεις αυτές γίνονται ακόμα πιο ενοχλητικές.
Η Ρωμαϊκή Αγορά, το απόγευμα της 2ας Ιουνίου, άδεια σχεδόν από επισκέπτες και ανεξήγητα ήσυχη. Ήταν ο κεντρικός εμπορικός χώρος της Αθήνας για αιώνες. Ακόμα και στα χρόνια των Οθωμανών διατήρησε μερικώς αυτόν της τον ρόλο· η Πύλη της Αρχηγέτιδος Αθηνάς ονομαζόταν Παζαρόπορτα. Δίπλα της ακριβώς βρισκόταν ο ναός της Σωτείρας της Παζαρόπορτας, στον αρχαιολογικό χώρο χτίστηκε μέσα στους αιώνες και η εκκλησία του Προφήτη Ηλία, χτίστηκαν σπίτια, εργαστήρια· τίποτα απ’ αυτά δεν επιβίωσε ως σήμερα. Παραδόξως, τη γλίτωσε το Φετιχιέ Τζαμί.
Για να αποκαλυφθεί ο ευρύς και ελεύθερος χώρος στον οποίο περιηγούμαι, χρειάστηκε να απομακρυνθούν τόνοι επιχωματώσεων και μαζί τους κομμάτια της Ιστορίας που σήμερα οι αρχαιολόγοι θα τα προστάτευαν ως μνημεία, αν είχαν φυσικά σωθεί. Αλλά αυτό είναι το ζήτημα, οι περισσότερες ανθρώπινες κατασκευές καταστρέφονται· είτε από άγνοια είτε από μίσος είτε απλώς από τη φυσική φθορά. Σε έναν τόπο που κατοικείται για χιλιάδες χρόνια, αυτή η «συσσώρευση των ερειπίων», που έχει συνδεθεί με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αποκτά μια διάσταση υλική: περπατώντας στη Ρωμαϊκή Αγορά, βλέπω το επίπεδο της σύγχρονης πόλης αρκετά μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Είναι η στρωματογραφία της Αθήνας· κοιτάζω από χαμηλά τους τουρίστες που τρώνε το απογευματινό τους στην ταβέρνα της Οδού Επαμεινώνδα.
Ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά σε μια μεγάλη αναταραχή, στην άβολη θέση να πρέπει να καταλάβεις στ’ αλήθεια τι πάει να πει δυο χιλιάδες χρόνια, όταν δύσκολα εσύ θα ζήσεις πάνω από ογδόντα. Είναι μια διαδικασία που φέρνει πονοκέφαλο, αλλά παραμένει αρκετά ευεργετική.
Το ρωμαϊκό παρελθόν της Αθήνας μοιάζει συνήθως αρκετά θολό, ξέρουμε ότι συνέβη αλλά τελικά κατά κάποιον τρόπο συγχωνεύεται στη φαντασία μας με την κλασική αρχαιότητα. Η Ρώμη, ωστόσο, ήταν μια μακροβιότατη (δημοκρατία και μετά) αυτοκρατορία. Και μπορεί για τους Έλληνες οι Ρωμαίοι να τοποθετούνται πάντα στο περιθώριο, για τους Δυτικούς όμως συχνά αποτελούν το σημείο αφετηρίας των ιστορικών αφηγήσεων. Όλοι θέλουν να είναι διάδοχοί τους, απ’ την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (για την οποία ο Βολταίρος είχε πει πως δεν ήταν ούτε «αγία», ούτε «ρωμαϊκή», ούτε «αυτοκρατορία») μέχρι τον Ναπολέοντα.
Κι όπως συμβαίνει συχνά, όταν μιλάμε για πράγματα του παρελθόντος ασταμάτητα, αιώνες μετά απ’ όταν συνέβησαν, ο διαρκής λόγος τα παραμορφώνει, σε τέτοιο βαθμό ώστε η πραγματική τους ουσία να χαθεί μέσα στις αφηγήσεις μας. Διάβαζα πριν από λίγο καιρό πως πολλοί φοιτητές στα βρετανικά πανεπιστήμια πιστεύουν ότι ο διάσημος σαιξπηρικός επικήδειος που εκφωνεί ο Μάρκος Αντώνιος στον «Ιούλιο Καίσαρα» αποτελεί ακριβή καταγραφή της ιστορικής περίστασης. Ότι, δηλαδή, ο Αντώνιος στάθηκε ενώπιον των Ρωμαίων και είπε: «Friends, Romans, countrymen, lend me your ears; I come to bury Caesar, not to praise him […]» – στα λατινικά, μάλλον, αλλά μπορεί και κάποιοι να το φαντάζονται στα αγγλικά, λογικό είναι.
Μπορεί να μοιάζει αστείο όλο αυτό, με δεδομένο πως το σαιξπηρικό κείμενο απέχει από τον θάνατο του Καίσαρα πάνω από 1.600 χρόνια. Περιηγούμενος όμως ανάμεσα σε ερείπια, καταλαβαίνει κανείς ότι το παρελθόν δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό όπως πραγματικά είναι, κάποιες φορές πέφτει πάνω μας ασυνάρτητα: ο ναός του Ηφαίστου είναι έργο του 5ου π. Χ. αιώνα, η Ρωμαϊκή Αγορά του 1ου, τετρακόσια περίπου χρόνια τα χωρίζουν, μια Τουρκοκρατία θα έλεγε κανείς, αλλά και τα δύο καταλήγουν να είναι απλώς «αρχαία». Αμέτρητες ανθρώπινες ζωές άρχισαν και τέλειωσαν μέσα σε αυτή την ιστορική παρένθεση.
Φυσικά φωτογράφισα τη Ρωμαϊκή Αγορά, είχα χρόνια να μπω στον αρχαιολογικό χώρο και το φως του απογευματινού ήλιου ήταν φιλικό προς την κάμερα του κινητού μου. Φωτογράφισα το σημερινό επίπεδο της πόλης με την ταβέρνα, και κυρίως τους σπασμένους κίονες του κεντρικού περιστυλίου, οι οποίοι, όπως συμβαίνει συνήθως, δεν στηρίζουν πια τίποτα, αλλά μένουν σε μια ενδιάμεση κατάσταση, στην οποία αυτό που κάποτε ήταν κτίριο σήμερα συγγενεύει περισσότερο με το ύπαιθρο. Αν ψάξετε ζωγραφικές απεικονίσεις του ελληνικού τοπίου από τους ξένους περιηγητές πριν από την Επανάσταση, ένας κοινός τόπος είναι η ενσωμάτωση του κίονα στο φυσικό περιβάλλον, η απομάκρυνσή του από την «κατηγορία» του οικοδομήματος. Δεν είναι τυχαίο που μας είναι τόσο δύσκολο να φανταστούμε τις στέγες των αρχαίων ναών· ο Παρθενώνας ή ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο είναι άμεσα ταυτισμένοι με το φως που τους περιβάλλει, ακριβώς επειδή είναι ασκεπείς.
Οι στέγες στα αρχαία κτίρια κατέρρεαν ευκολότερα από το υπόλοιπο οικοδόμημα. Η απουσία τους καθιστά αρκετά δύσκολο να φανταστούμε πως κι αυτά υπήρξαν κλειστοί χώροι, σαν τους δικούς μας σήμερα. Είναι δύσκολο να φανταστούμε ποιος τα κατοικούσε.
Στις φωτογραφίες μου, ανάμεσα στην ομοιομορφία των κιόνων, ξεχωρίζει και λειτουργεί ως punctum το Ωρολόγιο του Κυρρήστου· όλα δείχνουν να οδηγούν τρόπον τινά σε αυτό. Οι Αέρηδες είναι ένα στεγασμένο οικοδόμημα, τρομερά καλά διατηρημένο. Η πόρτα είναι ανοιχτή, αλλά δεν επιτρέπεται να κάνουμε παραπάνω από ένα βήμα μέσα· αρκεί, ωστόσο, για να δούμε τον κλειστό χώρο, να μυρίσουμε τον αέρα ενός πέτρινου κλειστού δωματίου.
Η ελάχιστη φθορά του μου επιτρέπει να το δω ως σταθερό σημείο μέσα στους αιώνες που πέρασαν πάνω από το περιβάλλον τοπίο. (Υπάρχει, εξάλλου, μια ενδιαφέρουσα γκραβούρα που δείχνει το μνημείο επί Τουρκοκρατίας, μισοθαμμένο αλλά ακόμα εν χρήσει, μέσα στην οθωμανική πόλη).
Γιατί οι Αέρηδες, αφού κράτησαν τη στέγη τους, δεν έπαψαν ποτέ να κατοικούνται και να αλλάζουν χρήση. Στο εσωτερικό τους συμπυκνώνεται η στρωματογραφία αιώνων μέσα στην πόλη, αλλά αντί για τους σωρούς χώματος και οικοδομικών θραυσμάτων, εδώ παίρνει τη μορφή χαράξεων και ζωγραφικών παραστάσεων πάνω στους τοίχους του μνημείου: είναι μια στρωματογραφία δισδιάστατη.
Ακριβώς πάνω από την είσοδο (και άρα σχεδόν αόρατες για τον επισκέπτη) σώζονται βυζαντινές τοιχογραφίες, ενώ απέναντι υπάρχει το μιχράμπ, κατάλοιπο από την εποχή που οι «Αέρηδες» ήταν τεκές των δερβίσηδων, οι οποίοι εικάζεται πως προστάτευσαν το μνημείο από τους Ευρωπαίους περιηγητές-αρχαιοκάπηλους.
Αυτό το έστω ένα και μόνο βήμα που μπορούμε να κάνουμε στο εσωτερικό του χώρου γεννά μια αίσθηση παραπλήσια μ’ αυτή που νιώθει ο επισκέπτης στο Πάνθεον της Ρώμης ή στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης (σε μικρογραφία φυσικά, αφού οι Ρωμαίοι έφτιαχναν τα πάντα σε πολύ μεγαλύτερα και επιβλητικά μεγέθη). Την αίσθηση πως βρισκόμαστε σε έναν ανθρώπινο χώρο, που έφτασε ως το σήμερα κλειστός – κρατώντας εκτός τα στοιχεία της φύσης. Κατά κάποιον τρόπο, σε τέτοιους χώρους το ιστορικό μέγεθος αποκτά μια ποιότητα υλική: μπορούμε να φανταστούμε, σαν σε timelapse, τις μέρες και τις νύχτες να διαδέχονται η μια την άλλη μέσα στους αιώνες, ανθρώπους να μπαίνουν και να βγαίνουν, ενώ η πόλη χτίζεται ή καίγεται, αλλάζει αφέντες ή θρησκεία. Και το Ωρολόγιο σταθερό, μια σημαδούρα στη θάλασσα του Χρόνου.
Ο Μπεργκσόν γράφει για τον «χρόνο» ως «διάρκεια» (μεταφραστική επιλογή που δεν αποδίδει ακριβώς τον γαλλικό όρο durée, αλλά δεν πειράζει): «Διάρκεια είναι η συνεχής πρόοδος του παρελθόντος το οποίο ροκανίζει το μέλλον και διογκώνεται καθώς προελαύνει». Και αλλού: «Αληθινή διάρκεια είναι η μορφή που παίρνει η διαδοχή των καταστάσεων της συνείδησής μας, όταν το εγώ μας αφήνεται να ζήσει, όταν παύει να διαχωρίζει την τωρινή του από τις παρελθούσες του καταστάσεις». Μια μορφή χρόνου που δεν τεμαχίζεται, αλλά είναι συνεχώς παρούσα ως ενιαίο μέγεθος.
Έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον το ότι η καλύτερα διατηρημένη αρχαιοελληνική οικοδομή στην Αθήνα είναι ένα ρολόι, ένα εργαλείο προσανατολισμού μέσα στον χρόνο. Είναι, μάλιστα, δεδομένων των τεχνολογικών συνθηκών κατά την εποχή της κατασκευής του, ένα ιδιαίτερα «επίμονο» ρολόι. Λειτουργούσε δηλαδή ως ηλιακό όταν το επέτρεπε ο καιρός, αλλά είχε και υδραυλικό μηχανισμό για τις συννεφιασμένες μέρες.
Τα ηλιακά ρολόγια συνδέονται με ένα ιδιαίτερο γραμματειακό είδος: ειδικά κατά τον Μεσαίωνα έφεραν συχνά κάποιο μότο, συνήθως στα λατινικά, που δασκάλευε όποιον περαστικό ήθελε να μάθει τι ώρα ήταν, προσφέροντάς του «σοφά ρητά» για τον χρόνο, τις ώρες και το πέρασμά τους. Vulnerant omnes ultima necat (όλες πληγώνουν, η τελευταία σκοτώνει) ή Utere, non numera (χρησιμοποίησέ τες, μην τις μετράς) ή Mox nox (σύντομα θα νυχτώσει) ή Serius est quam cogitas (είναι πιο αργά απ’ όσο πιστεύεις). Και πιο κοντά στο δικό μας θέμα, Vidi nihil permanere sub sole (δεν έχω δει τίποτα να αντέχει κάτω απ’ τον ήλιο).
Στα ηλιακά ρολόγια έγραφαν επίσης, με ειρωνική διάθεση, «Horas non numero nisi serenas» (δεν μετράω τις ώρες αν δεν είναι ηλιόλουστες), αλλά αυτό δεν ισχύει για το Ωρολόγιο του Κυρρήστου, το Ωρολόγιο του Κυρρήστου είναι παντός καιρού. Κι αν σκεφτεί κανείς πόσους αιώνες έχει δει να περνάνε, τα έχει πάει πολύ καλά ως μετρητής του χρόνου.
Είναι πολλά τα οικοδομήματα παγκοσμίως, από την Οξφόρδη ως το Λιβόρνο, που χτίστηκαν κατά το πρότυπο των Αέρηδων, μιμούμενα την οχταγωνική μορφή, όπου εγγράφονται γλυπτά οι οχτώ φτερωτοί άνεμοι. Με αυτή την επανάληψη, το ρολόι δεν επιβίωσε μόνο μέσα στον χρόνο, αλλά πολλαπλασιάστηκε και μέσα στον χώρο.
Αυτό συνέβη σίγουρα επειδή μια αθηναϊκή κατασκευή που άντεξε στις χιλιετίες γοήτευε για λόγους ιδεολογικούς και αισθητικούς τη Δυτική Ευρώπη· αλλά την ίδια στιγμή, σίγουρα υπήρχε και το θέλγητρο της πρακτικότητας: όλοι θέλουν πάντα να μάθουν τι ώρα είναι και τι άνεμος φυσάει. Φυσικά, το να θες το ίδιο πράγμα με τους Αρχαίους σε συνδέει τρόπον τινά με αυτούς. (Άλλωστε η ποιότητα του «κλασικού» έχει συχνά αυτόν τον χαρακτήρα, κλασικό θεωρούμε συνήθως ένα έργο τέχνης που υποδεικνύει πως «πάντα τα ίδια πάθη» τρώνε τους ανθρώπους). Ακόμα κι αν αυτές οι απομιμήσεις δεν έχουν σχεδόν ποτέ λειτουργικό ρόλο: σε πολλά απ’ αυτά τα νεότερα οικοδομήματα οι μορφές των ανέμων αντικαθίστανται από άλλες παραστάσεις, ενώ κανένα δεν διαθέτει μηχανισμό για τη μέτρηση του χρόνου.
Άρα τι; Να υιοθετήσουμε μια μυθική εκδοχή του χρόνου, όπου τα πάντα θα περνάνε, οι χιλιετίες θα έρχονται και θα φεύγουν κάτω από τη σκιά του αιώνιου ρολογιού;
Μάλλον αυτό που μπορεί να μας δείξει ο «πρώτος επιστημονικός σταθμός της Ιστορίας», καλοδιατηρημένος άλλα εντελώς παρωχημένος σήμερα, ύστερα από τις μεταμορφώσεις που πέρασε μέσα στα δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια του, είναι πως δεν μπορούμε να χωνέψουμε τι ακριβώς πάει να πει «δύο χιλιάδες χρόνια» χωρίς υπεραπλουστεύσεις, χάσματα και αναχρονισμούς. Χωρίς να φέρνουμε δίπλα δίπλα περιόδους που χωρίζονται από αιώνες, να ξεχνάμε σχεδόν ολοκληρωτικά κάποιες άλλες (τι είναι, τέλος πάντων, για μας η μετακλασική Αθήνα; Μια υποσημείωση συνήθως). Όλα αυτά, σε μια προσπάθεια να μετατρέψουμε τον χρόνο σε αφήγηση, μια προσπάθεια που ενίοτε παράγει αστεία αποτελέσματα, όπως είναι η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που λέγαμε παραπάνω ή η φρεγάτα «Κίμων» που πήγε πριν από λίγο καιρό να «σώσει την Κύπρο απ’ τους Πέρσες», όπως είχε κάνει ο Αθηναίος στρατηγός που της έδωσε το όνομά της.
Άλλοτε πάλι, αυτές οι χρονικές αφηγήσεις έχουν τερατώδη αποτελέσματα και οδηγούν στη χειρότερη φρίκη. Κλισέ παράδειγμα ίσως, αλλά το υποτιθέμενο «τευτονικό» παρελθόν του Τρίτου Ράιχ και το εφιαλτικό χιλιόχρονο μέλλον που ήθελε να έχει είναι αποδείξεις του πώς οι φοβερότερες ιστορίες μας ισοπεδώνουν και χωνεύουν και μετατρέπουν σε χυλό αποσύνθεσης όλη την έκταση του χρόνου, παρελθόν και μέλλον, προσπαθώντας να βγάλουν νόημα.
Δεν χρειάζεται να είσαι τέρας για να κάνεις κάτι τέτοιο, είμαστε μαθημένοι να αντιμετωπίζουμε την Ιστορία ως à la carte μενού, απ’ το οποίο μπορούμε να επιλέξουμε ό,τι εξυπηρετεί τα επιχειρήματα ή τον σχηματισμό της ταυτότητάς μας (ιδίως της εθνικής).
Και από την άλλη πλευρά, μια τόσο στρωτή, απλουστευμένη εκδοχή του παρελθόντος, σαν απλό παραμυθάκι που οδήγησε γραμμικά, νομοτελειακά, στο τώρα, δημιουργεί μια θλιβερή εκδοχή και για το μέλλον, το κάνει να μοιάζει αναπόδραστα προδιαγεγραμμένο. Αν ό,τι ζούμε είναι μια αφήγηση, τότε αυτή πρέπει να «οδηγεί» σε κάποιο τέλος. Αυτή η τελεολογία μάς στερεί την ελευθερία που θα είχαμε αν βλέπαμε τον χρόνο όχι ως μια γραμμή, αλλά ως μια μάζα, ως durée, για να επανέλθουμε στον Μπεργκσόν, που ούτως ή άλλως σχετίζει τις αντιλήψεις του περί χρόνου με την ελεύθερη βούληση.
Αλλά δεν το κάνουμε.
Μέχρι που βλέπεις, το ζεστό απόγευμα της 2ας Ιουνίου, στη Ρωμαϊκή Αγορά, να ξεχωρίζει κάτι σαν τους Αέρηδες. Ένας κλειστός χώρος, το εσωτερικό ενός ρολογιού (φοβερή συγκυρία) όπου γειτονεύει ένα μιχράμπ με ό,τι απέμεινε από μια βυζαντινή τοιχογραφία, και οι βαθιές οπές στο πάτωμα που κάποτε φιλοξενούσαν τον χαμένο πλέον μηχανισμό που μετρούσε τον χρόνο τις συννεφιασμένες μέρες. Και ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά σε μια μεγάλη αναταραχή, στην άβολη θέση να πρέπει να καταλάβεις στ’ αλήθεια τι πάει να πει δυο χιλιάδες χρόνια, όταν δύσκολα εσύ θα ζήσεις πάνω από ογδόντα. Είναι μια διαδικασία που φέρνει πονοκέφαλο, αλλά παραμένει αρκετά ευεργετική.
Τότε, μπορείς να δεις ό,τι αντέχει κάτω απ’ τον ήλιο.