Ο Ζακ Ντεριντά στο μίνι μπας του Περιφερειακού
Karim Mansy
Mada Masr - 29.06.2026
Μια συγκινητική ιστορία
Ο πατέρας μου πιστεύει ότι το Κάιρο είναι ένα δωμάτιο και ένα σαλόνι. Παρακολουθεί διαφημίσεις για διάφορα πράγματα στο Facebook. Του αρέσει μια προσφορά για ένα σετ οικονομικών λαμπτήρων με έκπτωση σαράντα λιρών, μια συσκευή μέτρησης ηλεκτρικού ρεύματος για αυτοκίνητα με ταχύτητες, ένα ελαφρύ τρυπάνι που συνοδεύεται από 24 μύτες σε διάφορα μεγέθη και σχήματα. Μου στέλνει τη διεύθυνση για να περάσω από εκεί που πωλούνται και να του τα φέρω όταν επιστρέψω στο Ζακαζίκ. Χθες στη Σαγίντα Αΐσα, αύριο στο Φαϊσάλ, μια φορά στη Ζαχράα Μαντίνου Νασρ, και σήμερα στην Ουμ Μπαγιούμι.
Οι γειτονιές του Καΐρου είναι παράλληλοι κόσμοι που ο ένας δεν γνωρίζει τίποτα για τον άλλον. Κάθε κόσμος περιστρέφεται γύρω από τους δικούς του άγραφους νόμους, μιλώντας τη γλώσσα των ανθρώπων του. Οι γειτονιές αυτές μοιάζουν ειρηνικές, όμως βρίσκονται μάλλον σε μια κατάσταση μετέωρη, μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Το φιτίλι των πολυάριθμων ταξικών και κοινωνικών αντιθέσεων ανάβει μόλις διασταυρωθούν οι τροχιές πραγμάτων που δεν έπρεπε ποτέ να συναντηθούν. Και μετά τι; Μετά, η φλεγόμενη αλήθεια σβήνει σιγά σιγά, τα πάντα επιστρέφουν στην πρότερη κατάσταση, και οι μικρόκοσμοι του Καΐρου συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα στη φαινομενική τους αρμονία και τις καλά κρυμμένες πυρκαγιές τους.
Ανηφόρισα από την περιοχή Ουμ Μπαγιούμι βρίζοντας και αναθεματίζοντας τα πάντα. Και λέω ανηφόρισα, επειδή η συνοικία αυτή βρίσκεται κυριολεκτικά κάτω από τον Περιφερειακό. Ο καιρός ήταν δολοφονικός και η διαδρομή άσκοπη καθώς το τηλεφωνικό κέντρο του Ραμσή είχε μόλις καεί και δεν υπήρχε δίκτυο για να τηλεφωνήσω στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Αυτή ήταν η μία από τις δύο υποχρεωτικές δουλειές που είχα σήμερα, ενώ υπήρχε και μια τρίτη, ψυχαγωγική, που έπαιρνε αναβολή. Επειδή όμως η διαδρομή στην Ουμ Μπαγιούμι ήταν πιο πνιγηρή από όσο άντεχα, αποφάσισα να ακυρώσω την άλλη υποχρεωτική δουλειά και να δώσω προτεραιότητα στη δική μου διασκέδαση, το άξιζα άλλωστε! Εκεί η μπίρα ρέει δωρεάν, εκεί κάθομαι με ανθρώπους του είδους μου, συζητάμε θέματα που μπορεί να αλλάξουν την όψη του κόσμου, αποδομούμε την αποδόμηση του Ντεριντά και βρίζουμε τον εξαθλιωμένο όχλο μαζί με τον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να συμβιώνουμε.
Το μίνι μπας της Γκίζας περνάει από εδώ, και πρέπει οπωσδήποτε να περάσει από εδώ, το Uber δεν αποτελεί ποτέ επιλογή, αν και πάντα λέω ψέματα γι' αυτό το θέμα. Μετά από λίγο έφτασε το μίνι μπας, ας φύγουμε μακριά! Όμως μισό λεπτό, δεν προλάβαμε να ξεκινήσουμε και σταματήσαμε ξαφνικά για να χαζέψουμε ένα σκηνικό στην άκρη του δρόμου που σίγουρα θα εξελισσόταν σε πρώτης τάξεως καυγά. Παρακολουθήσαμε όλη τη σκηνή, αυτή που μας έκανε να τεντώσουμε τον λαιμό μας και ανάγκασε τον οδηγό μας να πατήσει αμέσως φρένο. Ένα μίνι μπας έκανε ελιγμούς στον Περιφερειακό, πλησίαζε στο διάζωμα και έκοβε ταχύτητα, μετά ξανανοιγόταν και γκάζωνε, και το έκανε αυτό μπροστά στα μάτια μας τρεις-τέσσερις φορές σε μια απόσταση μόλις διακοσίων μέτρων. Είπα μέσα μου –και σίγουρα το είπαν όλοι– ίσως ο οδηγός να τελεί υπό την επήρεια κάποιας ουσίας, οπότε δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, "αφού όλοι οι οδηγοί έτσι είναι" ακόμα και ο δικός μας έτσι είναι. Ξαφνικά όμως τα πράγματα κλιμακώθηκαν απότομα με την εμφάνιση μιας γυναίκας και των δύο παιδιών της που πήδηξαν εν κινήσει έξω από το μίνι μπας. Μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας; Αυτή θα ήταν μια βιαστική απάντηση, καθώς τρία μέτρα μακριά από το σημείο που έπεσαν η μάνα και τα παιδιά, πήδηξε ένας άλλος άντρας και το τσιγάρο του πέταξε από το χέρι του. Όλοι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον και τα σώματά τους κυλίστηκαν στην άσφαλτο, τους ένωσε η κοινή τους συμφορά μέχρι που έγιναν τελικά ένα κουβάρι, σε ένα θέαμα εξαιρετικά οδυνηρό. Καταλάβαμε ότι ήταν μια οικογένεια, δύο σύζυγοι και δύο παιδιά, και το μάθαμε με τον δύσκολο τρόπο. Ο άντρας σηκώθηκε πρώτος, σήκωσε τα παιδιά και μετά σήκωσε τη γυναίκα του. Τράβηξε προς τα κάτω την άκρη της φούστας της που είχε μετατοπιστεί αποκαλύπτοντας το πόδι της, ένα μικρό μέρος του ποδιού της όλο κι όλο, και τότε την χτύπησε δύο φορές στο πρόσωπο. Ο αρχηγός της οικογένειας επέβαλε την τιμωρία του για να αποκαταστήσει την εξουσία του, με την απειλή για περισσότερα στο σπίτι. Μια τιμωρία διπλή, όπως ορίζει ο θείος νόμος, πριν από την τελική, μεγάλη καταδίκη.
Σκέφτηκα αμέσως ότι αυτό το περιστατικό θα αποτελούσε ένα εξαιρετικό θέμα συζήτησης για τη σημερινή συνάντηση με τους φίλους μου. Την προηγούμενη φορά είχαμε συζητήσει για το πώς σπάει ο κύκλος της βίας, αλλά δεν συμμετείχα πολύ γιατί δεν είχα να προσθέσω κάτι αξιόλογο. Συμφώνησα με τα λεγόμενα, παρόλο που ποτέ δεν κατάλαβα πώς πραγματικά σπάει αυτός ο αιώνιος κύκλος της βίας. Όμως, με μια ιστορία τόσο καθηλωτική, ποιος θα μπορούσε να με ανταγωνιστεί; Σκέφτηκα πώς θα παρουσίαζα τη σκηνή, αλλάζοντας ελαφρώς την πλοκή για να κλέψω ολοκληρωτικά τις εντυπώσεις τους. Θα έλεγα ότι η σύζυγος, όταν δέχτηκε το χτύπημα, ούρλιαξε στον άντρα της να τα βάλει με τον οδηγό αντί για εκείνη. Εκείνος, σοκαρισμένος από το θράσος της και από το γεγονός ότι εκείνη αντιλήφθηκε τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα σε αυτόν και την ίδια, αλλά και ανάμεσα στους δυο τους και τον οδηγό, άρχισε να τη χτυπά αλύπητα μέχρι που σωριάστηκε στο έδαφος. Θα έκλεινα την ιστορία μου με μια συγκινητική ποιητική νότα, λέγοντας ότι η πτώση της συζύγου συμβολίζει την κατάρρευση κάθε προσπάθειας για διάλογο απέναντι στη βία των ανδρών κατά των γυναικών, ότι κάθε άνδρας που σηκώνει χέρι σε γυναίκα πρέπει να δικάζεται, και επιπλέον, ότι αυτός ο άθλιος πρέπει να ευνουχιστεί. Αυτή η φράση ξέφυγε από το μυαλό μου και βγήκε από το στόμα μου, με μια φωνή που ακούστηκε από τους βουβούς επιβάτες. Τότε μίλησε ένας ηλικιωμένος άνδρας, πάνω από εξήντα χρονών, ο οποίος μιλούσε για πρώτη φορά από την αρχή του καυγά, και ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του: "Σκάσε και μην ανακατεύεσαι, ένας άντρας απλώς σωφρονίζει τη γυναίκα του". Η ανάγκη για αντίλογο μεταδόθηκε γρήγορα και στους υπόλοιπους επιβάτες. Με επέπληξαν, φτύνοντας όλες τις ήττες της ζωής τους στα μούτρα μου. "Σκυλιά, γιοι της σκύλας!" Αυτή τη φορά οι λέξεις δεν μου ξέφυγαν. Αυτοί οι βάρβαροι είναι πιο αξιοθρήνητοι από τα σκυλιά και πολύ κατώτεροι για να πέσω στο επίπεδό τους, "σας αξίζει να ευνουχιστείτε κι εσείς". Σε μισή ώρα θα έβρισκα αυτιά που θα κατανοούσαν τα υψηλά μου νοήματα. Θα σήκωνα το μπουκάλι της μπίρας και θα το κατέβαζα μονορούφι, το πρόσωπό μου θα κοκκίνιζε και οι ιδέες θα έβραζαν στο κεφάλι μου. Θα τους διηγούμουν την ιστορία κάποιων δειλών ανθρώπων που δεν αναγνώρισαν την ανωτερότητά μου, που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν την ευτέλεια και την ταπεινότητά τους για να φτάσουν στην ουτοπία που είχα χτίσει γι' αυτούς στο μυαλό μου.
Η οργή μου ξεθύμανε και χαμογέλασα υπεροπτικά με το συμπέρασμα που έβγαλα, επιστρέφοντας για άλλη μια φορά στην ανάλυση των γεγονότων. Με άφησε άναυδο η παταγώδης πτώση και η άμεση τιμωρία του προφανή πρωταγωνιστή της ιστορίας: του οδηγού, ο οποίος τελικά έκανε στην άκρη και κατέβηκε για να υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Αλλά τι τίμημα να πληρώσει ένας άνθρωπος με τέτοιο μπόι και τέτοιο παρουσιαστικό! Με την εμφάνιση αυτού του ανθρώπινου κτήνους μάθαμε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι δεν καθυστέρησε να κατέβει λόγω αδράνειας ή φόβου, αλλά το θέμα ήταν ότι το τσιγάρο του δυστυχισμένου συζύγου, όταν εκτοξεύτηκε από το χέρι του, έμελλε να περάσει από το παράθυρο του μίνι μπας, και να προσγειωθεί στο βελούδινο κάθισμα δίπλα στον οδηγό, καίγοντάς το. Επομένως, ο οδηγός καθυστέρησε επειδή προσπαθούσε να τη σβήσει. Το δεύτερο ήταν ότι, παρ' όλα αυτά, δεν κατέβηκε για να κατευνάσει τα πνεύματα, αλλά για να ανάψει μια φωτιά πιο καυτή κι από εκείνη που του έκαψε το βελούδο. Ο ένοχος δεν ήταν άνθρωπος, ήταν τέρας, θεόρατος και τρομερά άσχημος, που μπροστά του δεν σου έμενε παρά να λουφάξεις από τρόμο. Και έχοντας το κάθισμά του καμένο, είχε πλέον κάθε πάτημα να βρίζει σκαιά, να χειρονομεί και να χειροδικεί ανενόχλητος. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι η οικογένεια, της οποίας η αξιοπρέπεια είχε ποδοπατηθεί, θα αποδεχόταν σιωπηλά την κατάσταση και θα συμβιβαζόταν με τη μικρότερη δυνατή απώλεια. Ωστόσο, τα δύο χαστούκια που εισέπραξε η καημένη η σύζυγος ανάγκασαν τον σύζυγο να προσπαθήσει τουλάχιστον να ρίξει το φταίξιμο στον οδηγό. Και παρόλο που ο σύζυγος δεν φαινόταν για κανένας αδύναμος χαρακτήρας —αντίθετα, ήταν μελαχρινός, αδύνατος, νευρικός και οργισμένος, το κλασικό δείγμα ζόρικου νεαρού— η ήττα του απέναντι στον θρασύ οδηγό διακρινόταν ήδη στα μάτια του, ακόμα και χωρίς να έρθει στα χέρια μαζί του. Και αυτή, άλλωστε, ήταν η ήττα όλων μας, καθώς κανείς από το δικό μας μίνι μπας —ούτε καν ο οδηγός μας— δεν τόλμησε καν να κατέβει. Ο σύζυγος προσπάθησε να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση αναγκάζοντας τον οδηγό να παραδεχτεί ότι έσφαλε. Άνθρωπέ μου, παραδέξου το λάθος σου και τίποτα παραπάνω, δώσε μου αυτό για να σώσω τα προσχήματα. Αλλά μάταια! Κάθε λογική στον κόσμο καταρρέει μπροστά σε έναν οδηγό που μουγκρίζει χωρίς κανέναν άλλο λόγο πέρα από το ότι είναι θρασύς. Και ολόκληρη η ανθρωπότητα εκμηδενίζεται μπροστά στη σωματική δύναμη και τη μυώδη διάπλαση που επιβάλλεται, και όλοι οι μάρτυρες ήταν πολύ δειλοί για να αντέξουν ένα βαρύ χαστούκι από ένα αμείλικτο χέρι σαν του οδηγού. Το πιο γενναίο πράγμα που κάναμε ήταν να ανοίξουμε την πόρτα για να πάρουμε την πληγείσα οικογένεια μαζί μας και να τους πάμε εκεί που ήθελαν, και το πιο γενναίο πράγμα που έκανε ο οδηγός μας ήταν να μην δεχτεί κόμιστρο από αυτούς. Και η ευγένεια των επιβατών του ευλογημένου μίνι μπας μας εκδηλώθηκε με τους άνδρες να ηρεμούν τον αναστατωμένο σύζυγο και τις γυναίκες να χαϊδεύουν τα παιδιά και να παρηγορούν τη σύζυγο.
Η σύζυγος! Την ξέχασα τελείως μέσα στη γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων και το κλάμα των παιδιών. Την ξέχασα αλήθεια; Στην πραγματικότητα όχι, αλλά δέχτηκα το χαστούκι όπως το δέχτηκε κι εκείνη, έμεινα άναυδος με όσα γίνονταν γύρω μου όπως κι εκείνη, και κράτησα τα δάκρυά μου όπως τα κράτησε κι εκείνη. Το θέαμά της ήταν το πιο φρικτό που είχα δει ποτέ στη ζωή μου, πιο σκληρό από την εικόνα του πτώματος της γιαγιάς μου, ο Θεός να συγχωρέσει την ψυχή της, όταν τη μετέφεραν στον τάφο της, πιο βαρύ από την εικόνα του σκύλου μου στις τελευταίες του στιγμές πριν πεθάνει. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, που ήταν κατακόκκινο από το αίμα και τον ιδρώτα, μαζεύτηκαν, αποτυπώνοντας όλη την ασχήμια και τον τρόμο.
Ήμουν παιδάκι ακόμα όταν πέθανε η γιαγιά, δεν μου επέτρεψαν να βοηθήσω στη μεταφορά της επειδή με λυπήθηκαν, κι αν δεν με είχαν απομακρύνει εκείνη τη μέρα για να κοιτάζω από μακριά, η εικόνα θα είχε σβηστεί από τη φαντασία μου, δεν θα την είχα καταγράψει καν. Εκείνη τη μέρα το κεφάλι της έγερνε στον ώμο του χειροδύναμου ξαδέλφου μου, όμως το βαρύ του μπράτσο μούδιασε από τη μακρά διάρκεια της πομπής και χαλάρωσε. Τότε το κεφάλι της γιαγιάς κρεμάστηκε στο πλάι, λες και την είχαν απαγχονίσει μετά θάνατον. Περπάτησαν έτσι για μερικά μέτρα, μέχρι που το χέρι του ξαδέλφου μου τη λυπήθηκε επιτέλους. Το κρεμασμένο κεφάλι της γιαγιάς ερχόταν στον ύπνο μου για χρόνια, ζητώντας βοήθεια από το χέρι που το άφησε να πέσει. Κι όταν ξεψυχούσε ο σκύλος μου, εκείνο το αθώο βλέμμα του δεν θάφτηκε ποτέ· έμεινε μαζί μου, να με ρωτά με μια βασανιστική επιμονή: σε τι έφταιξα; γιατί καρφώθηκε ένα νύχι στον λαιμό μου; ως πότε θα αναβλύζει αυτό το κόκκινο νερό;
Το θέαμα της καημένης της συζύγου ξέθαψε αυτές τις δύο ιστορίες από τη μνήμη μου, τις έβγαλε και τις έβαλε ακριβώς μπροστά στα μάτια μου. Το κεφάλι της ήταν σαν το κεφάλι της γιαγιάς· ζητούσε βοήθεια από το χέρι που τη χαστούκισε για να απαλύνει τη συμφορά της. Τα μάτια της ήταν σαν τα μάτια του σκύλου μου· αναρωτιούνταν με αφέλεια και άγνοια σε τι είχε φταίξει.
Αποδόμηση της ψευδαίσθησης
Αντιλαμβάνεσαι πόσο παράλογη είναι αυτή η ιστορία; Έχεις ιδέα πού βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή; Καταλαβαίνεις πώς σε χειρίζομαι;
Όλα όσα διάβασες μέχρι τώρα είναι μπαρούφες και σαχλαμάρες, λόγια του αέρα, ένας εξεζητημένος λόγος που δεν αποσκοπεί σε τίποτα άλλο παρά στο να καλύψει το "τίποτα" που κρύβει η αλήθεια του. Είμαι ένας αποτυχημένος ποιητής, δεν κατάφερα να γράψω ούτε έναν στίχο της προκοπής σε όλη μου τη ζωή. Ήμουν όμως ένας πραγματικά ταλαντούχος ψεύτης. Θεώρησα κρίμα να σπαταλήσω το ταλέντο μου λέγοντας ψέματα σε αφελείς ερωμένες, όπως κάνουν οι περισσότεροι ψεύτες, και αποφάσισα να το εκμεταλλευτώ για να βγάζω το ψωμί μου. Να λέω ψέματα και να γράφω, και Θεέ μου, πόσα κορόιδα βρέθηκαν να αγοράσουν την πλουμιστή πραμάτεια μου!
Η ιστορία που διηγήθηκα συνέβη κυριολεκτικά, όμως τα συναισθήματα που σου μετέδωσα είναι πέρα για πέρα ψεύτικα. Ή μάλλον, πες πως εγώ ο ίδιος —από τη μακρόχρονη τριβή μου με το επάγγελμα του ψεύδους— έχω χάσει πια το μέτρο και δεν ξέρω πού σταματά η αλήθεια και πού αρχίζει το παραμύθι. Από τη στιγμή όμως που τρυπώνει η αμφιβολία, προτιμώ να θεωρήσω πως όλη η ιστορία είναι μια απάτη. Στον κάλαθο των αχρήστων λοιπόν.
Μα μισό λεπτό! Αυτή είναι μια ιστορία για τον Ντεριντά ουσιαστικά, και αν είναι έτσι, τότε είναι αδύνατον να είμαστε σίγουροι για αυτό το δίπολο ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια. Ας βγάλουμε λοιπόν την ιστορία από τα σκουπίδια και ας την αποδομήσουμε κομμάτι-κομμάτι.
Ας ξεκινήσουμε από το τέλος, τι έχεις να πεις για τον παραλληλισμό που δημιούργησα ανάμεσα στην εικόνα της συζύγου και στο πτώμα της γιαγιάς μου και του σκύλου μου που πέθαινε; Πιστεύω ότι δημιούργησε μια συγκινητική σκηνή, και πιστεύω επίσης ότι σου ξύπνησε συναισθήματα με τον πιο φτηνό δυνατό τρόπο. Ήμουν απόλυτα "κιτς" εκείνη τη στιγμή. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα από όσα λέω, ε; Εντάξει! Μου χάρισες τον χρόνο σου όταν σου έλεγα ψέματα, είναι πιο δίκαιο να μου δώσεις ένα επιπλέον λεπτό τώρα που προσπαθώ να απαλλαγώ από τα ψέματά μου, σωστά;
Στα γερμανικά, η κίνηση αυτή, το να επικαλύψω δηλαδή την ιστορία της γυναίκας με τις προσωπικές μου αναμνήσεις από τη γιαγιά και τον σκύλο μου, ορίζεται ως "κιτς". Ορισμένοι αποδίδουν τον όρο ως "κοινοτοπία" ή "ابتذال", θεωρώ όμως πως η έννοια είναι πολύ πιο σύνθετη. Το "κιτς" αποτελεί τη διαδικασία κατασκευής ενός ψεύτικου, προκατασκευασμένου και ελεγχόμενου συναισθήματος· είναι η αισθητική παραγωγή και η ελκυστική συσκευασία μιας αυταπάτης. Η πιο δόκιμη μετάφραση που προτείνω για το κιτς, και η αγαπημένη μου γενικά λέξη στα αραβικά –πρόσεξε, αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα κιτς– είναι η λέξη "زخرف" (στολίδι). Το Κοράνι αναφέρει χαρακτηριστικά: "εμπνέουν ο ένας στον άλλον στολισμένα λόγια για να παραπλανήσουν". Και ο κορανικός αυτός όρος υποδηλώνει τον καλλωπισμό του λόγου, ο οποίος ποντάρει στην άγνοια του ακροατή ή του αναγνώστη ως προς το πραγματικό περιεχόμενο.
Εγώ, ο συγγραφέας αυτών των γραμμών, διακόσμησα την αληθινή ιστορία της γυναίκας με δύο φτηνά τεχνάσματα: την ταφή της γιαγιάς μου και τον επιθανάτιο ρόγχο του σκύλου μου. Τη στιγμή ακριβώς που τα εμβόλισα στην αφήγηση, έγινα το κιτς προσωποποιημένο, παράγοντας ένα κάλπικο συναίσθημα το οποίο πιστέψαμε και οι δύο. Αν παρατηρήσεις προσεκτικά και ξαναδιαβάσεις το κείμενο, θα συνειδητοποιήσεις ότι όσα ένιωθα για τη γιαγιά και τον σκύλο μου δεν έχουν καμία απολύτως συνάφεια με όσα ένιωσα για τη γυναίκα. Δεν το κατάλαβες όμως, επειδή το ψέμα στήθηκε αριστοτεχνικά. Ήταν ένα ψέμα κενό νοήματος, το οποίο όμως, εξαιτίας του απροκάλυπτου εντυπωσιασμού και της κοινοτοπίας του, έπνιξε κάθε σου διάθεση για κριτική. Η αλήθεια είναι απλή: γράφοντας αυτή τη συγκινητική ιστορία, δεν δημιούργησα ένα έτοιμο νοηματικό σχήμα που σε επηρέασε· αντίθετα, ύφανα ένα δίκτυο από κενά και χρειάστηκα τη δική σου συνδρομή για να τα γεμίσεις –εσύ ο ίδιος– με τις δικές σου ερμηνείες.
Σκέφτεσαι τώρα –και σκέφτομαι κι εγώ μαζί σου– ότι με αυτόν τον βερμπαλισμό κατέστρεψα ένα κείμενο που φαινόταν πολλά υποσχόμενο, όμως στην πραγματικότητα έδειξα ότι δεν ήταν ομοιογενές από την αρχή. Ο Ντεριντά πιστεύει ότι αν οι λέξεις φαίνονται απειλητικές, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι παράξενες ή ξένες, αλλά επειδή παρουσιάζουν ακλόνητα και πειστικά επιχειρήματα. Αυτή η ανάγνωση σίγουρα δεν σου προσφέρει σταθερότητα, και το ίδιο νιώθω κι εγώ καθώς γράφω, αλλά τι να κάνουμε; Το νόημα δεν ήταν ποτέ σταθερό, οπότε πώς μπορούμε εσύ κι εγώ –μέσα από τη γραφή και την ανάγνωση– να κινούμαστε πάνω του χωρίς να κλονίζεται κάτι μέσα στη συνείδησή μας;
Ο Ντεριντά λέει: "Δεν μπορείς να μιλάς για τέρατα. Γιατί τη στιγμή που λες: "Να τα τέρατά μας", μετατρέπονται αμέσως σε κατοικίδια!". Θέλω να πω ότι με μόνο τη διήγηση της ιστορίας της συζύγου, αυτή μετατράπηκε αυτόματα σε άλλη μια απλή ιστορία, και το ενδιαφέρον σου μετατοπίστηκε από την αλήθεια στη συμφορά. Η ίδια η περιγραφή μέσω του διαμεσολαβητή της γλώσσας εξουδετερώνει την αγριότητα της αλήθειας και ακυρώνει το δέος της, για να τη μετατρέψει σε κάτι εύπεπτο. Η ιστορία της συζύγου ήταν ένα τέρας στη ζούγκλα, όπου κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει· ούτε εγώ, ούτε εσύ, ούτε ο οδηγός, ούτε οι επιβάτες. Και η ίδια ιστορία, όταν γράφτηκε, μετατράπηκε σε τέρας σε κλουβί, δεν είναι πια τρομακτική, μπορούμε να την κοιτάζουμε και να διασκεδάζουμε παίζοντας μαζί της. Η γλώσσα επέτρεψε σε εμένα και σε εσένα να αποικίσουμε το άγνωστο και να σκοτώσουμε το δέος του με θράσος, να τα τέρατά μας! Να η ιστορία της συζύγου! Δεν είναι πια ξένη, σταμάτησε να με πονάει –εμένα που τη βίωσα– μόλις την έγραψα και δεν εισχώρησε ποτέ μέσα σου για να σε τρομάξει, επειδή τη γνώρισες μόνο με τους γλωσσικούς όρους που σου επέβαλα αυστηρά. Σου άφησα μέσα της κενά επιλεγμένα με προσοχή για να τα γεμίσεις, αποσύρθηκα από κάποια σημεία για να εμφανιστείς εσύ σε αυτά, σώπασα για μερικές στιγμές για να μιλήσεις εσύ εξ ονόματός μου.
Και η μεταμόρφωση δεν σταματά σε αυτό το σημείο. Η κεντρικότητα που διεκδικεί για τον εαυτό της η αγριότητα στην ιστορία της γυναίκας είναι μια αυταπάτη, καθώς κρύβει μέσα της τα σπέρματα της ίδιας της της κατάρρευσης. Στην αρχή έβαλα τίτλο στην ιστορία το ερώτημα "ποιος είναι ο ένοχος;", όμως η πορεία παρεξέκλινε αρκετές φορές επειδή ο ένοχος δεν υπήρξε ποτέ. Η γραφή δεν πρόκειται να μου παραδώσει ποτέ αυτόν τον ένοχο. Πώς άλλωστε να φτάσεις στην αλήθεια του ενόχου μέσα από ένα κείμενο γραμμένο σε μια γλώσσα που αυτοσαρκάζεται, υπονομεύει τις προτεραιότητές της και στρέφει τα συμπεράσματά της ενάντια στις ίδιες της τις παραδοχές; Δεν άνοιξα εγώ ρωγμές στο σώμα του κειμένου, απλώς τις έφερα στο φως μπροστά στα μάτια σου. Δεν επιτέθηκα στο κείμενο απέξω, η ίδια η γλώσσα του ήταν που το πρόδωσε, λέγοντας είτε περισσότερα είτε λιγότερα από την αλήθεια. Οι λέξεις, στην απόλυτη μορφή τους, δεν κουβαλούν κανένα σταθερό νόημα, και στην εξειδικευμένη χρήση τους δεν έχουν καμία σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Από τη στιγμή που ένα κείμενο αποτυπώνεται στο χαρτί, αποκτά τόσες ερμηνείες όσες και οι αναγνώσεις του, και το τελικό νόημα μετατίθεται αιώνια για το μέλλον. Συλλογίζομαι τώρα, πλάι στον Ντεριντά, την περίφημη ρήση του "δεν υπάρχει τίποτα εκτός κειμένου". Το νόημα, τη στιγμή ακριβώς που γίνεται κείμενο, μετατρέπεται σε κοινό κτήμα, έρμαιο της αέναης ερμηνείας και της αποδόμησης. Έχουμε πλέον μπροστά μας έναν άπειρο αριθμό από αλληλοεπικαλυπτόμενα στρώματα εξαπάτησης, και σκάβοντας βαθύτερα σε αυτά τα στρώματα, αποκαλύπτονται αλήθειες, οι οποίες όμως –αθελά τους– γίνονται ένας τρόπος για να κρυφτούν άλλες αλήθειες.
Αν και η γραφή δεν θα μεταδώσει ποτέ την αλήθεια στην ολότητά της, εντούτοις εμπεριέχει τη μοναδική ευκαιρία –όσο ελάχιστη κι αν είναι η πιθανότητα– να κλονίσει τη βεβαιότητα του ψεύδους. Η καταγραφή της ιστορίας της συζύγου μπορεί να ήταν κοινότοπη και παραπλανητική έτσι όπως την έγραψα στην αρχή, και ακόμα κι όταν την ανασκεύασα μπορεί να έγινα ακόμα πιο κοινότοπος και κιτς, όμως, τουλάχιστον, αποτέλεσε μια απόπειρα για μια διαφορετική ανάγνωση. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα δεν είναι τόσο απελπιστική όσο δείχνει. Διότι υπάρχει τουλάχιστον μία αλήθεια που θα κραυγάζει πάντα μπροστά σε κάθε ψέμα, και η οποία είναι εξίσου αληθινή με το γεγονός ότι η γυναίκα δέχτηκε εκείνο το χαστούκι για ένα σφάλμα που δεν διέπραξε. Και η αλήθεια αυτή είναι πως είχα το σθένος να καταγράψω τα ψέματά μου με θάρρος. Με το θάρρος να παραδεχτώ πως στάθηκα δειλός εκείνη τη στιγμή· με το θάρρος να αρνηθώ να ξεπουλήσω την ιστορία της γυναίκας όπως πουλάω όλες τις άλλες ιστορίες μου· με το θάρρος να καταστρέψω το κάλπικο κείμενο με τα ίδια μου τα χέρια· με το θάρρος να σε ικετεύω ξανά και ξανά να σταματήσεις να διαβάζεις ποίηση. Διότι, αν το Κοράνι αναφέρει πως τους ποιητές τους ακολουθούν οι πλανεμένοι, τους διανοούμενους στη χώρα μας τους ακολουθούν οι ακόμα πιο έκφυλοι...
Δείτε ακόμα στο Αλμανάκ:
Τα πάθη του αιγυπτιακού σώματος: για τη φυλακή, την εξορία και τον θάνατο
Για τον Αιγύπτιο ποιητή Ahmed Douma
Άχμεντ Ντούμα: "Στη φυλακή, είναι πιο εύκολο να περάσεις μέσα ναρκωτικά παρά να βγάλεις έξω ένα ποίημα".