TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

Defiance: Μια ιστορία αφύπνισης, εξέγερσης και επιβίωσης στη Συρία


Loubna Mrie, Defiance

 

"Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, [η Λούμπνα Μρίε] επιστρέφει στα παιδικά της χρόνια: στέκεται μαζί με τη γιαγιά της σε ένα maqam, ένα μικρό ιερό με τρούλο. Της ζητούν να φιλήσει ένα χαλάκι προσευχής, του οποίου το ύφασμα έχει σκληρύνει από τα χρόνια της ευλάβειας και μυρίζει παλιές κάλτσες. Εκείνη οπισθοχωρεί με αποστροφή και σηκώνει τη γωνία για να δει τι κρύβεται από κάτω: μια μαρμάρινη πλάκα, μικρές φωτογραφίες παιδιών που είχαν πεθάνει. "Μην κοιτάς", φωνάζει η γιαγιά της. "Θα τυφλωθείς".

Σύμφωνα με τη σουφική παράδοση, μόνο δύο είδη ανθρώπων μπορούν να κοιτάξουν πέρα από το χαλάκι προσευχής χωρίς συνέπειες: ο walī, ο άγιος που κατέχει την πραγματική γνώση, και ο majdhūb, ο ιερός τρελός του οποίου η αφοβία ξεσκεπάζει την εξουσία. Διαβάζοντας το Defiance, αναρωτιόμουν συνεχώς αν η Μρίε το γνώριζε αυτό, αν αναγνώριζε τον εαυτό της ως τον majdhūb, ή αν, όπως ο αφηγητής στο Γράμμα από τη Γάζα, οδηγήθηκε εδώ από κάτι που ξεπερνούσε την ίδια της την επιλογή".

Loubna Mrie, Defiance: A Memoir of Awakening, Rebellion, and Survival in Syria, εκδ. Viking, 432 σελ., 2026

 

Defiance: Μια ιστορία αφύπνισης, εξέγερσης και επιβίωσης στη Συρία Facebook Twitter
Κολάζ: Syria in Transition


 

"Defiance" της Λούμπνα Μρίε: Η αναμέτρηση μιας κόρης Αλαουιτών με τη Συρία του Άσαντ


 

Benjamin Ashraf
The New Arab - 24 December, 2025

Ο Benjamin Ashraf είναι αρχισυντάκτης στο The New Arab, με κείμενα δημοσιευμένα στο Al Jazeera και το Mondoweiss. Στο παρελθόν υπήρξε ερευνητής στο Κέντρο Στρατηγικών Μελετών του Πανεπιστημίου της Ιορδανίας.

 

Η Λούμπνα Μρίε μεγάλωσε έχοντας δύο άνδρες για πατέρα. Όταν η οικογένεια είχε ανάγκη από χρήματα, η μητέρα της έβαζε το τηλέφωνο στο χέρι της κόρης της και της έλεγε τι να πει: "Πες του ότι το ψυγείο είναι άδειο. Πες του ότι τα χέρια του είναι ευλογημένα." Ο άντρας, γνωστός στις συριακές μυστικές υπηρεσίες ως ο "γιατρός", τις κρατούσε εξαρτημένες. Ο άλλος, ο Χαφέζ αλ Άσαντ, περίμενε στην πλατεία Αρνούς στη Δαμασκό, λαξευμένος σε μάρμαρο, με το σμιλευμένο τσουλούφι του πολύ ψηλό για να καλύπτει το μέτωπό του.

Τα απομνημονεύματά της με τίτλο Defiance — που είναι προγραμματισμένο να εκδοθούν στις 24 Φεβρουαρίου 2026 — μας μεταφέρουν πίσω στη στιγμή που αντίκρισε τη Συρία για πρώτη φορά. Ήταν 20 χρονών και ζούσε εκεί όσο θυμόταν τον εαυτό της. Αλλά ως κόρη μιας οικογένειας Αλαουιτών που ανήκε στον κύκλο του Άσαντ, αόρατα τείχη είχαν υπαγορεύσει ποιες γειτονιές, ποιους Σύρους και ποια εκδοχή της πατρίδας της επιτρεπόταν να γνωρίσει.

Το 2011, όταν η Αραβική Άνοιξη έφτασε στη Συρία, ζήτησε από έναν φίλο να την πάει σε μια διαδήλωση στα περίχωρα της Δαμασκού. Αυτό που είδε εκεί, τους απλούς Σύρους και τα δεινά τους, ήταν η Συρία που και οι δύο πατέρες της τής είχαν κρύψει, και επέλεξε εκείνη αντί για αυτούς.

Αργότερα θα επέστρεφε στην πλατεία Αρνούς και στο άγαλμα του Χαφέζ αλ Άσαντ, του ίδιου ανθρώπου τη φωτογραφία του οποίου κρατούσε κάθε πρωί απαγγέλλοντας: "Με το αίμα και την ψυχή μας, θυσιαζόμαστε για σένα, Χαφέζ".

Εκείνο τον καιρό, έμενε σε ένα πνιγμένο στον καπνό, ερειπωμένο ατελιέ, όπου επαναστάτες τής μάθαιναν για πρώτη φορά πώς να χειρίζεται μια κάμερα. Μια μέρα, όρθια στην πλατεία, μισόκλεισε τα μάτια και σήκωσε το χέρι της: για μια φευγαλέα στιγμή, τον είχε κρύψει από τα μάτια της.

Αυτή η αιρετική χειρονομία —το να ορίζεις τι μένει μέσα στο πλάνο και τι χάνεται καθώς ρυθμίζεις την εστίαση— ήταν που θα έκανε γνωστό το όνομα της Μρίε. Για μια τριετία, κάλυπτε τον πόλεμο της Συρίας ως δημοσιογράφος του Reuters, έχοντας την καταγωγή της από τους Αλαουίτες άλλοτε ως ασπίδα προστασίας και άλλοτε ως στόχο.

Κι αν η εξέγερση αποτύχει; Αυτό είναι το ερώτημα που βασανίζει τη Μρίε και τους συντρόφους της, διατυπωμένο με διαφορετικούς, όλο και πιο απελπισμένους τρόπους σε όλο το βιβλίο. Τελικά, πήραν την απάντησή τους. Ήρθε κομμάτι-κομμάτι, φτιαγμένη από ανθρώπινη σάρκα, μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν.

Με την πολιτική της καμμένης γης και τις βόμβες-βαρέλια, ο Μπασάρ αλ Άσαντ κατάφερε να γαντζωθεί στην εξουσία για άλλα 13 χρόνια, μέχρι την τελική του πτώση τον Δεκέμβριο του 2024· ένα γεγονός που η συγγραφέας αναφέρει σχεδόν στα πεταχτά, στον επίλογο του βιβλίου της.

Εκείνη την εποχή, η Λούμπνα ζούσε πια εξόριστη στη Νέα Υόρκη, προσπαθώντας να ξεπεράσει τον εθισμό της στο αλκοόλ αλλά και στην ίδια τη Συρία — δύο από τις ψυχολογικές επιπτώσεις που καταγράφει το βιβλίο, πλάι στις πιο ορατές πληγές.

Πληροφορήθηκε την πτώση του Άσαντ όταν το κινητό της, που της το είχαν απαγορεύσει στο κέντρο απεξάρτησης, γέμισε ξαφνικά με μηνύματα. Εκείνη την εποχή, όμως, ο πόλεμος είχε ήδη εισπράξει το βαρύτερο τίμημα από τη δική της ζωή: οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που αγαπούσε και υπήρχαν στις σελίδες του βιβλίου της, είχαν πλέον λήμματα στη Wikipedia που ξεκινούσαν με τη λέξη "ήταν".

'Ο, τι γράφεται γύρω από τον πόλεμο της Συρίας τείνει να ακολουθεί δύο συγκεκριμένα μοτίβα. Το πρώτο είναι το είδος της "ειδικής" ανάλυσης που συναντά κανείς σε περιοδικά εξωτερικής πολιτικής, όπου η Συρία αντιμετωπίζεται ως ένα "περίπλοκο θέατρο αντικρουόμενων συμφερόντων", ενώ μισό εκατομμύριο νεκροί γίνονται απλές υποσημειώσεις σε αναλύσεις για τη Ρωσία ή το Ιράν. Το δεύτερο είναι οι νοσταλγικοί θρήνοι για μια Συρία που πλέον υφίσταται μόνο ως ανάμνηση.

Ελάιστα αυτοβιογραφικά βιβλία έχουν προκύψει από αυτό που ο ΟΗΕ χαρακτήρισε ως τη χειρότερη ανθρωπιστική καταστροφή που προκλήθηκε από άνθρωπο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο· το My Country του Κασέμ Έιντ και το The Crossing της Σαμάρ Γιαζμπέκ ανήκουν στις εξαιρέσεις.

Εκεί όπου ο Έιντ έγραψε για το πώς είναι να μεγαλώνεις ως θύμα του Άσαντ, και το πολεμικό ρεπορτάζ της Γιαζμπέκ προκάλεσε συγκρίσεις με το Φόρος Τιμής στην Καταλωνία του Όργουελ, το Defiance της Μρίε κινείται διαφορετικά. Είναι ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για τη διαδικασία της απομάθησης, όπου η αποβολή των όσων έχεις διδαχθεί απειλεί την ίδια σου την επιβίωση.

Γράφει ως γυναίκα Αλαουίτισσα, της οποίας η ασφάλεια ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξουσία του καθεστώτος, γεννημένη και εξαγορασμένη μέσα σε κάθε προνόμιο που πρόσφερε η Συρία του Άσαντ — τα 100.000 ελαιόδεντρα της οικογένειάς της, τα καινούργια της ρούχα. Σε αντίθεση με άλλους, που φορούσαν ενδύματα τόσο γεμάτα ψείρες, που χρειάζονταν βενζίνη για να τα απολυμάνουν. Όλα βασίζονταν σε έναν συμβιβασμό: να κάνουν όλοι πως δεν βλέπουν.

Το Defiance δείχνει πώς ο αυταρχισμός στη Συρία του Άσαντ λειτουργούσε όχι μόνο μέσω της κρατικής βίας, αλλά και μέσω της οικογένειας, της θρησκευτικής κοινότητας και του ίδιου του εαυτού, και πώς το να απελευθερωθείς σημαίνει να αποδομήσεις και τα τρία.

Διαβάζοντας το βιβλίο, δεν μπορούσα να μην σκεφτώ το Γράμμα από τη Γάζα του Γκασάν Καναφανί, ένα κλασικό έργο της σύγχρονης παλαιστινιακής και αραβικής λογοτεχνίας.

Στο διήγημα αυτό, ένας αφηγητής που έχει έρθει από την Καλιφόρνια για να επισκεφτεί την οικογένειά του, συναντά ένα παιδί που έχασε το πόδι του από έκρηξη ισραηλινού όλμου. Την ώρα που οι υπόλοιποι κοιτάζουν αλλού, έχοντας εθιστεί να αντιμετωπίζουν την ακραία βία ως κάτι το αναπόφευκτο, εκείνος αναγκάζει τον εαυτό του να κοιτάξει.

Η Μρίε κάνει το ίδιο, επανειλημμένα, καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Σαν χειρουργός που επιστρέφει στο χειρουργικό τραπέζι, διασχίζει τα σύνορα από την Τουρκία προς τις ελεγχόμενες από τους αντάρτες περιοχές της Συρίας, καταγράφοντας τις πιο ζοφερές πτυχές: σκνίπες να κατατρώνε τα κορμιά των παιδιών στη Μανμπίτζ, ανταλλαγή τακτικών για την αποφυγή ελεύθερων σκοπευτών στο Ανατολικό Χαλέπι (πήγαινε πρώτος· το μάτι τους πιάνει το δεύτερο άτομο που περνάει).

Μετά από μια επίθεση με βόμβα-βαρέλι, σημειώνει: "Μου φαινόταν ασέβεια να χρησιμοποιώ τα χέρια μου για να τραβάω φωτογραφίες αντί να βοηθώ στην απομάκρυνση των χαλασμάτων. Ήταν εφιαλτικό να ακούς πνιχτές κραυγές να βγαίνουν μέσα από το γκρεμισμένο κτίριο και τις φωνές ανθρώπων που χαροπάλευαν να εκλιπαρούν για σωτηρία προτού πάθουν ασφυξία".

Τι ήταν αυτό που ώθησε τη Μρίε να συνεχίσει αυτό το έργο; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στη λέξη shaheed, την αραβική λέξη που, κατά την υπεραπλουστευμένη αγγλική της εκδοχή, μεταφράζεται ως "μάρτυρας".

Στη Δύση, η λέξη μάρτυρας φέρνει στο μυαλό βομβιστές αυτοκτονίας. Όμως η ρίζα της λέξης σαχίντ, sh-h-d, σημαίνει κάτι πιο απλό και πιο βαθύ: το να είσαι μάρτυρας των γεγονότων, αυτός που βλέπει και καταθέτει την αλήθεια.

Η Λούμπνα Μρίε έγινε μια τέτοια μάρτυρας. Εκπαίδευσε τον εαυτό της, όπως ο αφηγητής στο Γράμμα από τη Γάζα, να μην αποστρέφει ποτέ το βλέμμα — ούτε από τα βίντεο με κυβερνητικούς στρατιώτες που περιχύνουν με βενζίνη τα κεφάλια δύο γυναικών πριν τους βάλουν φωτιά, ούτε από τις μαύρες σημαίες του Ισλαμικού Κράτους (IS) που αντικαθιστούσαν τις πράσινες σημαίες της επανάστασης, ούτε όταν η Συρία μετατράπηκε σε έναν τόπο που η ίδια δεν αναγνώριζε πια.

Είναι τραγικό, λοιπόν, το γεγονός ότι οι δύο απώλειες που τη σημάδεψαν πιο βαθιά συνέβησαν όταν η ίδια δεν κοιτούσε.

Καθώς η Μρίε συνδεόταν όλο και πιο στενά με την επανάσταση, άφησε πίσω της τον μοναδικό άνθρωπο που την είχε προστατεύσει στην προηγούμενη ζωή της. Σε έναν κόσμο όπου, όπως γράφει η ίδια, "τίποτα δεν ντροπιάζει έναν άντρα", η μητέρα της ήταν εκείνη που θα πλήρωνε το τίμημα για την ανυπακοή της.

Στα μισά του βιβλίου, αποκαλύπτεται ότι η μητέρα της είχε εξαφανιστεί. Μια συγκλονιστική αλήθεια έρχεται στο φως: ο πατέρας της ήταν αυτός που τη δολοφόνησε.

Η μητέρα της αποτελούσε το ένα από τα δύο μεγάλα στηρίγματα στη ζωή της στο Defiance. Το άλλο ήταν ο Πίτερ Κάσιγκ, ένας Αμερικανός εθελοντής ανθρωπιστικής βοήθειας και σύντροφος της Μρίε. Η φωνή του διαπερνά το βιβλίο με γλυκές, σχεδόν παρήγορες παρεμβολές, λειτουργώντας ως αντίβαρο στο διαρκώς διογκούμενο βάρος των ενοχών και της θλίψης που κουβαλάει η Λούμπνα για τη μητέρα της.

Ο Πίτερ πιάστηκε αιχμάλωτος από τον ISIS και αποκεφαλίστηκε στη Ράκα, την ώρα που εκείνη ήταν μακριά. Για μια γυναίκα που είχε μετατρέψει τη "μαρτυρία" σε σκοπό της ύπαρξής της, η μοίρα τού πολέμου τής επιφύλασσε το πιο αδυσώπητο μάθημα: ακόμα και οι μάρτυρες των γεγονότων είναι αδύνατον να τα βλέπουν όλα.

Αυτές οι απώλειες στοιχειώνουν το Defiance. Η Μρίε χτίζει το κείμενό της γύρω από αυτές, τις κυκλώνει, επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτές με την ίδια ψυχαναγκαστική ορμή που την έσπρωχνε στις ισοπεδομένες από τις βόμβες περιοχές.

Όμως, δεν είναι σε θέση να αναπλάσει όσα δεν αντίκρισε. Η καθηλωτική δύναμη του βιβλίου δεν κρύβεται σε κάποια τελική δικαίωση, αλλά σε αυτό το αγεφύρωτο χάσμα: μια ντοκιμαντερίστρια της οποίας τα πιο κρίσιμα πλάνα δεν καταγράφηκαν ποτέ.

Οι κριτικοί θα περιγράψουν αναπόφευκτα αυτό το αυτοβιογραφικό βιβλίο ως μια "αποκάλυψη" (unveiling)· η λέξη αυτή είναι αναπόφευκτη στα αγγλόφωνα κείμενα που αφορούν τις γυναίκες του αραβικού κόσμου.

Όπως όμως συμβαίνει και με τη λέξη "μάρτυρας", η έννοια της "αποκάλυψης" είναι άλλη μια αγγλική λέξη που ισοπεδώνει το βάθος που κρύβει η αραβική γλώσσα. Η λέξη kashf, όπως αποκαλύπτεται στις εσωτεριστικές παραδόσεις του Λεβάντε, δεν σημαίνει απλώς την αφαίρεση ενός "πέπλου καταπίεσης". Σημαίνει μια θεία αποκάλυψη, μια στιγμή κατά την οποία η κρυμμένη δομή της πραγματικότητας γίνεται ορατή — μια πράξη του να βλέπεις, όχι του να σε βλέπουν.

Η Μρίε βρισκόταν σε μια διαρκή κατάσταση kashf από την αρχή, αν και όχι με τον τρόπο που μπορεί να αντιλαμβάνονται οι κριτικοί.

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, επιστρέφει στα παιδικά της χρόνια: στέκεται μαζί με τη γιαγιά της σε ένα maqam, ένα μικρό ιερό με τρούλο. Της ζητούν να φιλήσει ένα χαλάκι προσευχής, του οποίου το ύφασμα έχει σκληρύνει από τα χρόνια της ευλάβειας και μυρίζει παλιές κάλτσες. Εκείνη οπισθοχωρεί με αποστροφή και σηκώνει τη γωνία για να δει τι κρύβεται από κάτω: μια μαρμάρινη πλάκα, μικρές φωτογραφίες παιδιών που είχαν πεθάνει. "Μην κοιτάς", φωνάζει η γιαγιά της. "Θα τυφλωθείς".

Σύμφωνα με τη σουφική παράδοση, μόνο δύο είδη ανθρώπων μπορούν να κοιτάξουν πέρα από το χαλάκι προσευχής χωρίς συνέπειες: ο walī, ο άγιος που κατέχει την πραγματική γνώση, και ο majdhūb, ο ιερός τρελός του οποίου η αφοβία ξεσκεπάζει την εξουσία. Διαβάζοντας το Defiance, αναρωτιόμουν συνεχώς αν η Μρίε το γνώριζε αυτό, αν αναγνώριζε τον εαυτό της ως τον majdhūb, ή αν, όπως ο αφηγητής στο Γράμμα από τη Γάζα, οδηγήθηκε εδώ από κάτι που ξεπερνούσε την ίδια της την επιλογή.

Όμως το αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο προβαίνει σε ένα διαφορετικό είδος unveiling από αυτό που περιμένουν οι Δυτικοί αναγνώστες. Δείχνει τι συμβαίνει όταν δεν είσαι ούτε άγιος ούτε τρελός, αλλά κάτι ανάμεσα — κάποιος που είναι αναγκασμένος να κοιτάζει, αλλά ταυτόχρονα ανίκανος να αλλάξει αυτό που βλέπει.

Η προειδοποίηση της γιαγιάς της βγήκε αληθινή, αν και όχι με την έννοια που εκείνη εννοούσε. Η Μρίε δεν τυφλώθηκε επειδή κοίταξε κάτω από το χαλάκι της προσευχής. Απλώς είδε αυτό που η Συρία θα αντίκριζε πολύ αργότερα, όταν ο Μπασάρ θα έπεφτε και το άγαλμα του Χαφέζ αλ Άσαντ θα γκρεμιζόταν μαζί του: την κρύα, κοινή πέτρα που βρισκόταν από κάτω.


Δείτε ακόμη στο Αλμανάκ:
Επιστρέφοντας στο Γιαρμούκ
Στη Συρία, στα αρχαία ερείπια της Παλμύρας, μια όαση αργοπεθαίνει

"Για την Σάμα":  η συριακή κόλαση κινηματογραφημένη από μέσα από μία κάτοικο του Χαλεπίου
Η γενναία φωνή ενός Σύριου ράπερ από την πολιορκημένη Ιντλίμπ
Ροζάβα, μία ουτοπία στην καρδιά του χάους της Συρίας
Πεθαίνοντας πολεμώντας τον ISIS  Η τελευταία επιστολή του Lorenzo Orsetti

 

Defiance: Μια ιστορία αφύπνισης, εξέγερσης και επιβίωσης στη Συρία Facebook Twitter
Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ