Αμέσως μετά την ανακοίνωση αποχώρησης της Άνγκελα Μέρκελ, αρχικά  από την ηγεσία της Ένωσης των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και βραχυπρόθεσμα (το 2021) από την Καγκελαρία, ξεκίνησε η μάχη διαδοχής για το πόστο που αναμένεται να διεκδικηθεί από συντηρητικότερους από εκείνη μνηστήρες αλλά και για την ουσία της πολιτικής κληρονομιάς της, ειδικά σε σχέση με το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ευρώπης εν γένει.

 

Για τους υποστηρικτές της, η καγκελάριος αποτελεί μια ήρεμη, ατάραχη και χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις εγγυήτρια συναίνεσης που διασφάλισε την σταθερότητα για την χώρα της και για την Ε.Ε. εν μέσω μιας αλληλουχίας σοβαρότατων κρίσεων. Είναι, λένε, μια έντιμη και αξιοπρεπής πολιτικός που αγωνίστηκε για τις δημοκρατικές αρχές και η πολιτισμένη και ορθολογική της περσόνα αντιπροσωπεύει το αντίπαλο δέος των δημαγωγών πολιτικών που υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ενότητα σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ουγγαρία – αλλά και μέσα στον Λευκό Οίκο.

 

Το αναλυτικό, ορθολογικό, «ακομμάτιστο» ύφος με το οποίο είχε περιβάλλει την ηγεσία της, ενδεχομένως να ήταν αυτό που επέσπευσε καταλυτικά την καθίζηση του πολιτικού κέντρου της Ευρώπης και έστρωσε τον δρόμο για την επέλαση των λαϊκιστών

 

Οι κριτές της από την άλλη, πιστεύουν ότι σε ζητήματα που απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση, είναι αναποφάσιστη, άδηλη και με έντονη τη ροπή να υποκύπτει τελικά στην επικρατούσα κοινή γνώμη. Αναλώνεται σε τακτικισμούς χωρίς όμως καμία δεινότητα στην στρατηγική και χωρίς πραγματικό όραμα, ενώ έχει αποδειχτεί και απρόθυμη ή ανίκανη να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές Γερμανικές ορθοδοξίες ή να αλλάξει το πολιτικό κλίμα.

 

Και το πιο κρίσιμο ίσως και βαρύτατα επιβαρυντικό για την κληρονομιά της: το αναλυτικό, ορθολογικό, «ακομμάτιστο» ύφος με το οποίο είχε περιβάλλει την ηγεσία της, ενδεχομένως να ήταν αυτό που επέσπευσε καταλυτικά την καθίζηση του πολιτικού κέντρου της Ευρώπης και έστρωσε τον δρόμο για την επέλαση των λαϊκιστών.

 

«Οι πολιτικοί οφείλουν να είναι έγκυροι και αποτελεσματικοί και η Μέρκελ είναι και τα δύο», λέει μία εκ των υποστηρικτών της, η Κονστάντζ Στέλτζενμιλερ του Ινστιτούτου (πολιτικής έρευνας) Brookings. «Κατάφερε να χτίσει σχέσης εμπιστοσύνης ακόμα και με αντιπάλους φαινομενικά, όπως ο Αλέξης Τσίπρας. Κατά την κορύφωση της κρίσης στην Ευρωζώνη, όταν η πλειοψηφία της βόρειας Ευρώπης της ζητούσε να ανακοινώσει στον Έλληνα πρωθυπουργό την αποπομπή της χώρας του από το κοινό νόμισμα, η Μέρκελ αντέδρασε έντονα δηλώνοντας ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε προδοσία του ευρωπαϊκού οράματος. Η Μέρκελ κερδίζει την εμπιστοσύνη του κόσμου επειδή εμφανίζεται πάντα να έχει ξεκάθαρες αρχές».

 

Με τον Ντόναλντ Τραμπ κατά την κοινή τους συνέντευξη τύπου στην Ουάσιγκτον, τον Μάιο του 2017.
Με τον Ντόναλντ Τραμπ κατά την κοινή τους συνέντευξη τύπου στην Ουάσιγκτον, τον Μάιο του 2017.

 

Αυτές οι αρχές, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, έγιναν εμφανείς σε όλους με την αποφασιστικότητα που επέδειξε στην επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, με την απόφασή της να δεχτεί πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες στην Γερμανία το 2015, και με την απόκρισή της στην εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ (στον οποίον πρότεινε συνεργασία με τον όρο ότι αυτή θα «βασίζεται στις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του σεβασμού για τα δικαιώματα και για την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων».


Άλλοι δεν είναι τόσο σίγουροι «Τα περισσότερα από αυτά που γνωρίζουμε για την Μέρκελ αποτελούν προϊόν επιμελούς διαχείρισης εικόνας ή σπέκουλας» λέει ο Χανς Κουντνάνι του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων Chatham House. «Είναι αξιοπερίεργο το ότι μετά από 13 χρόνια στην Καγκελαρία, ακόμα δεν ξέρουμε ποια είναι ποια είναι πραγματικά».

 

Υπάρχει σίγουρα πάντως κάτι στην συμβατική προσωπικότητα της Μέρκελ που απηχούσε ελκυστικά σε πολλούς Γερμανούς, οι οποίοι έχουν σοβαρούς ιστορικούς λόγους να αντιπαθούν τα ακραία πολιτικά πάθη. Όπως το έθεσε ένας διπλωμάτης, «η χάραξη πολιτικών δεν ήταν ποτέ το «νόημα» της Μέρκελ. Αυτά που γνώριζαν ή πίστευαν ότι γνώριζαν οι Γερμανοί για τον χαρακτήρα της υπερέβαιναν κατά πολύ αυτά που δεν γνώριζαν για τις ιδέες της».
Σύμφωνα με τον Γιαν-Βέρνερ Μίλερ, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, πολλοί Γερμανοί την έβλεπαν περισσότερο ως «μια αξιόπιστη και πάντα φερέγγυα δημόσια λειτουργό παρά ως μια πολιτικό που συστηματικά χάραζε ένα μακροπρόθεσμο όραμα για την χώρα».

 

Το στυλ μάνατζερ / διαχειριστή όμως που χαρακτηρίζει την πολιτική της δράση δεν είναι απλά παρωχημένο στην εποχή των «λαϊκισμών», λέει ο Κουντνάνι, αλλά βοήθησε κιόλας στην εξάπλωση τους: «Το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD) αναδύθηκε ως ευθεία απόκριση στην δήλωση της Μέρκελ σχετικά με την διαδικασία διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Όχι, υπάρχει, είπαν εκείνοι».

 

Οι κριτές της, της χρεώνουν επίσης την αποτυχία της ως de facto πολιτική ηγέτιδα της Ευρώπης να δομήσει μια στερεά αρχιτεκτονική ευρωπαϊκής ενοποίησης ή – πιο πρόσφατα – να πάρει γενναίες αποφάσεις μαζί με τον Εμανουέλ Μακρόν έτσι ώστε να διασφαλιστεί το θεσμικό μέλλον του ευρώ, κι αυτό δεν θα το δουν με καθόλου καλό μάτι οι ιστορικοί του μέλλοντος. Σύμφωνα με τον Κουντνάνι πάντως, είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε αν τελικά η Μέρκελ θα μείνει στην ιστορία ως η γυναίκα που έσωσε ή η γυναίκα που κατέστρεψε την Ευρώπη»

 

Με στοιχεία από την The Guardian