Πολλοί τη σάρκασαν σαν «μαλλιοτραβήγματα παπάδων» για εξουσίες κι αξιώματα, σαν κλασικούς «βυζαντινισμούς» επί το κομψότερον, «ιδίως στην Ελλάδα», όπως παρατηρεί ο συνομιλητής μου, ένας νέος, ευχάριστος και ιδιαίτερα επικοινωνιακός πανεπιστημιακός με μεγάλη γκάμα φιλοσοφικών, πολιτικών και θεολογικών ενδιαφερόντων καθώς τα περισσότερα σοβαρά ξένα μέσα της έδωσαν, λέει, τη δέουσα σημασία η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τέτοιες σχηματικές διατυπώσεις.

 

Πράγματι, η σύγκρουση ανάμεσα σε Μόσχα και Φανάρι για το ζήτημα της αυτοκεφαλίας της ουκρανικής Ορθόδοξης εκκλησίας δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ενδοεκκλησιαστικής «τάξης» και επίδειξης ισχύος αλλά ενέχει ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις, εφόσον σχετίζεται και με τον έλεγχο του «μαλακού υπογαστρίου» της Ρωσίας τη μετασοβιετική εποχή.

 

Πράγματι, η σύγκρουση ανάμεσα σε Μόσχα και Φανάρι για το ζήτημα της αυτοκεφαλίας της ουκρανικής Ορθόδοξης εκκλησίας δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ενδοεκκλησιαστικής «τάξης» και επίδειξης ισχύος αλλά ενέχει ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις, εφόσον σχετίζεται και με τον έλεγχο του «μαλακού υπογαστρίου» της Ρωσίας τη μετασοβιετική εποχή.


Τις πολλές διαφορετικές πλευρές μιας περίπλοκης εξαρχής θρησκευτικά και πολιτικά κατάστασης με μακρύ ιστορικό «που δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες» που ταυτόχρονα εμπλέκεται «ακούσια ή εκούσια» με τη διπλωματία, τις διακρατικές και τις διεθνείς σχέσεις επιχειρήσαμε να θίξουμε στη συνέντευξη που ακολουθεί. Ο ουκρανικός «γρίφος», η μακραίωνη κόντρα για το ορθόδοξο «πρωτείο» και οι συμβολισμοί του, οι επιδιώξεις του Κρεμλίνου και οι προσδοκίες της Δύσης, η θέση της Ελλάδας και της Εκκλησίας της, το γιατί όλα αυτά αφορούν εντέλει τον μέσο πολίτη – θρησκευόμενο ή μη - περισσότερο από όσο φαίνεται, το «τι μέλλει γενέσθαι» αν η κατάσταση εκτραχυνθεί είναι ανάμεσα σε αυτές.

 

Να ξεκινήσουμε με μια μικρή σύνοψη;

Να πούμε καταρχάς πως η διένεξη αυτή, που βέβαια έχει πίσω της μακρά θρησκευτική και πολιτική ιστορία, είναι πράγματι σοβαρή γιατί σχετίζεται και με άλλες εξελίξεις. Δεν ξεκίνησε ούτε τη δεκαετία του '90 ούτε το 2014 με τον ουκρανικό εμφύλιο. Σήμερα όμως αφενός έχουμε την κόντρα ΝΑΤΟ-Μόσχας, με το πρώτο να γυρεύει πρόσβαση στο «μαλακό υπογάστριο» της δεύτερης, αφετέρου τη σπουδή της Ρωσίας να διατηρήσει ακέραιη τη σοβιετική σφαίρα πολιτισμικής επιρροής της (soft power) και ειδικά σε μια περιοχή που θεωρεί ουσιαστικά «δική της» επικράτεια, χρησιμοποιώντας την εκκλησία, τον μόνο μετασοβιετικό θεσμό διεθνούς εμβέλειας όπως παρατηρεί και ο Κώστας Ράπτης (hereticalideas.gr/2018/10/i-simasia-tis-rixis-fanariou-mosxas.html).

 

Υπάρχουν, οπότε, δύο αντικρουόμενα οράματα. Ταυτόχρονα ο εμφύλιος ακόμη μαίνεται, μαζί με τα σχέδια ΝΑΤΟ και ΕΕ για την περιοχή. Η ίδια εξάλλου η σημερινή κυβέρνηση του Κιέβου, αποτέλεσμα «περίεργων» εκλογών, προωθεί ασμένως την ανεξαρτησία της ουκρανικής Εκκλησίας. Το θέτουν μάλιστα με όρους εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, «εμπρός να διώξουμε τους δαίμονες της Μόσχας». Η οποία Μόσχα ουδόλως καλοδέχεται μια πραγματικότητα κατά την οποία δεν θα νοιώθουν όλοι οι Ουκρανοί πως αποτελούν το ίδιο έθνος, αν όχι το ίδιο κράτος, με τους Ρώσους — άρα και το αίτημα μιας εκκλησιαστικής δομής ανεξάρτητης από τη Ρωσία δεν αποτελεί απλώς έναν πολιτικό σχεδιασμό εχθρών της, αλλά παράλληλα ένα γνήσιο εκκλησιαστικό αίτημα μερίδας του ουκρανικού λαού.


Τι ακριβώς συμβαίνει με την ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας;

Στη χώρα υπάρχουν τέσσερις «ορθοδοξόσχημες» εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Η μόνη που αναγνωριζόταν ως τώρα ως κανονική, ήταν η υπαγόμενη στη Μόσχα. Έχουμε επίσης ήδη δύο σχίσματα για δικαιοδοσιακούς λόγους από ορθόδοξους που όμως θέλουν αυτοκεφαλία/ανεξαρτησία, καθώς επίσης τους Ουνίτες (υπό το Βατικανό).

 

Επικαλούνται δε οι πρώην, πλέον, «σχισματικοί» που αντιτίθενται στη Ρωσία τον Μέγα Φώτιο ο οποίος ήδη από τον 8οαι.μ.Χ. έλεγε ότι «όπως μεταβάλλονται τα πολιτικά πράγματα, έτσι και τα εκκλησιαστικά». Η συμπλοκή πολιτικής, ιστορίας και θεολογίας, καθώς και η δυσχέρεια του να μιλήσουμε για τον «έναν» ουκρανικό λαό στον ενικό, περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση για όσους ενθουσιάζονται με εύκολα συμπεράσματα!


Ο επικεφαλής του αντικανονικού, για τους Ρώσους, Πατριαρχείου Κιέβου μητροπολίτης Φιλάρετος τι ρόλο παίζει;

Ο Φιλάρετος που καθυβρίζεται σήμερα από το Πατριαρχείο Μόσχας, το εκπροσωπούσε επίσημα στην Ουκρανία από το 1966. Λίγο πριν από την ανεξαρτητοποίηση της χώρας συνέταξε, ως επικεφαλής πάντοτε της ρωσικής Εκκλησίας στην Ουκρανία,ένα κείμενο που υπέγραφαν όλοι οι επίσκοποι, μαζί και ο τωρινός μητροπολίτης Κιέβου Ονούφριος, με αίτημα ακριβώς την αυτοκεφαλία.

 

Οι Ρώσοι αδιαφόρησαν και λίγο μετά ο Φιλάρετος που προοριζόταν, λέγεται, για Πατριάρχης Μόσχας, εξωθήθηκε σε παραίτηση την οποία αρνήθηκε, ευρισκόμενος μετά από λίγα χρόνια προκαθήμενος του σχισματικού «Πατριαρχείου Κιέβου». Σημειωτέον ότι δε μιλάμε για ένα σχίσμα για δογματικούς ή θεολογικούς λόγους (όπως, π.χ., οι Παλαιοημερολογίτες στην Ελλάδα), αλλά για καθαρά δικαιοδοσιακούς: «θέλουμε να είμαστε ορθόδοξοι και κανονικοί, θέλουμε να είμαστε μαζί σας, όμως μας είναι απλώς αδύνατον να βρισκόμαστε υπό την Μόσχα που δεν ενδέχεται να μας αντιμετωπίσει ως ουσιωδώς διακριτή οντότητα».

 

Η ρωσική Εκκλησία έχει πάντως αιώνες τώρα «κόντρες» με το Φανάρι.

Ναι και όχι μόνο για θέματα δικαιοδοσίας. Πρόκειται για δύο αγεφύρωτες κατανοήσεις και οράματα ως προς τη διάρθρωση της Ορθόδοξης εκκλησίας στον 21ο αιώνα, οι οποίες συνοψίζονται στο τι σημαίνει «πρωτείο» και ποιος οφείλει να το έχει. Ως προς το δεύτερο, η Κωνσταντινούπολη υπογραμμίζει πως έχει την ευθύνη του πρωτείου (δηλαδή την ευθύνη σύγκλησης και προεδρίας πανορθοδόξων συνόδων, το «έκκλητον» κ.ά.) χάρη στις Οικουμενικές Συνόδους που αποτελούν τα «καταστατικά» της Ορθόδοξης εκκλησίας.

 

Το Πατριαρχείο Μόσχας, στο πλαίσιο μιας ιδεολογίας «Τρίτης Ρώμης», υποστηρίζει πως οφείλει να είναι επικεφαλής της Ορθοδοξίας λόγω της δύναμης της Ρωσίας και του πλήθους των πιστών του. Το ζήτημα της Ουνίας εντάσσεται επίσης στη διελκυστίνδα προβλημάτων που υπάρχουν εδώ κι αιώνες στην Ουκρανία ανάμεσα στη Ρωσία και άλλες δυνάμεις.


Μπορούν όμως να προκαλούν τέτοια αναταραχή τα παιχνίδια εξουσίας κάποιων ιεραρχών;

Κοιτάξτε, είναι εύκολο να πει κανείς ότι δεν πρόκειται για θεολογικές διαφορές αλλά για επίδειξη ισχύος. Εν μέρει ναι, συμβαίνει, όχι όμως αποκλειστικά. Οι δικαιοδοσίες, το πρωτείο κ.λπ. συνδέονται θεολογικά άμεσα με το ερώτημα «τι είναι η Εκκλησία στον κόσμο». Αυτή, κατά την Ορθοδοξία, δεν είναι απλώς η προσευχή και η ατομική λατρεία αλλά η συμμετοχή σε μια εκκλησιαστική κοινότητα και κοινωνία με συγκεκριμένους όρους ενότητας και οργάνωση.

 

Η θεία λειτουργία–ευχαριστία που φανερώνει την ύπαρξη και την ενότητα της εκκλησίας ως οικουμενικής πραγματικότητας τελείται στο όνομα ενός κανονικά αναγνωρισμένου από τις κατά τόπους κοινότητες και τοπικές εκκλησίες επισκόπου. Η εισπήδηση ενός επισκόπου σε «ξένο» εκκλησιαστικό έδαφος συνιστά λοιπόν ουσιώδες παράπτωμα, όχι απλώς «διοικητίστικο».

 

Το Φανάρι, πάντως, παρουσιάζει ιστορικά έγγραφα σύμφωνα με τα οποία η Ουκρανία ανήκει στη δική του κανονική δικαιοδοσία. Επιτροπικώς και λόγω ειδικών συνθηκών παραχώρησε το 1686 στη Μόσχα το δικαίωμα να χειροτονεί τον μητροπολίτη Κιέβου, χωρίς να παραχωρήσει και την κανονική δικαιοδοσία, κάτι φανερό στην υποχρέωση μνημόνευσης του Οικουμενικού Πατριάρχη. Η Ουκρανία έχει βέβαια μακρά ιστορία ενδοεκκλησιαστικών ερίδων σε κάποιες περιοχές, άλλαξε άλλωστε αρκετές φορές έκταση και διοικητικό καθεστώς. Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικά υπάρχουν και στην πρόσφατη συνέντευξη του αρχιεπισκόπου Τελμισσού Ιώβ στο Έθνος (fanarion.blogspot.com/2018/10/blog-post_99.html ).

 

Το Πατριαρχείο Μόσχας, στο πλαίσιο μιας ιδεολογίας «Τρίτης Ρώμης», υποστηρίζει πως οφείλει να είναι επικεφαλής της Ορθοδοξίας λόγω της δύναμης της Ρωσίας και του πλήθους των πιστών του. Φωτο: Igor Palkin / Moscow Patriarchate
Το Πατριαρχείο Μόσχας, στο πλαίσιο μιας ιδεολογίας «Τρίτης Ρώμης», υποστηρίζει πως οφείλει να είναι επικεφαλής της Ορθοδοξίας λόγω της δύναμης της Ρωσίας και του πλήθους των πιστών του. Φωτο: Igor Palkin / Moscow Patriarchate

 

Υπάρχουν λοιπόν πολλά διαφορετικά επίπεδα συζήτησης για το «ουκρανικό», θρησκευτικά, πολιτικά, διεθνολογικά...

Σίγουρα, καθώς πρόκειται για ένα θέμα με προεκτάσεις και συνέπειες ακόμα και για τους αλλόθρησκους, τους αλλόδοξους ή τους θρησκευτικά αδιάφορους πολίτες λόγω και της γεωπολιτικής του διάστασης.Το ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος, ποιος ασκεί βία και τι είδους, δεν είναι άλλωστε πάντα ξεκάθαρο και οι παρανοήσεις, συχνές. Σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν μπορούν να συζητηθούν χωρίς να εξετάσει κανείς το ιστορικό τους βάθος.

 

Διέρρευσαν π.χ. πρόσφατα οι συζητήσεις Βαρθολομαίου-Κυρίλλου στις 31/8 όπου ο δεύτερος επιμένει πως Ρώσοι και Ουκρανοί συνιστούν ενιαία Εκκλησία καθότι είναι το ίδιο έθνος. Αν και μια τέτοια θεώρηση μπορεί να δικαιωθεί ως εδραζόμενη σε μια συγκεκριμένη πρόσληψη του ιστορικού βάθους, ταυτόχρονα φανερώνει μια απροθυμία αναγνώρισης σύγχρονων πραγματικοτήτων.


Το προηγούμενο της σύγκρουσης Φαναρίου-Μόσχας το '96 για την εσθονική Εκκλησία πόσο σχετίζεται με το τωρινό;

Στην Εσθονία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποκατέστησε τότε την αυτονομία (όχι αυτοκεφαλία) της εκεί ορθόδοξης Εκκλησίας βάσει κανονικού του δικαιώματος. Η Μόσχα αντέδρασε έντονα διακόπτοντας μάλιστα την κοινωνία με το Φανάρι για κάποιους μήνες.

 

Στην Ουκρανία τώρα επίκειται να ανακηρυχθεί αυτοκεφαλία, δηλαδή μια ανεξάρτητη Εκκλησία που δεν είναι «υπό» τον Κωνσταντινουπόλεως αλλά οφείλοντας ουσιαστικά την ανεξάρτητη ύπαρξή της σε αυτόν, θα βρίσκεται στη «σφαίρα επιρροής» του. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι η Ουκρανία και ειδικά το Κίεβο είναι η κοιτίδα της ρωσικής ορθοδοξίας...


Κάτι όπως το Κόσσοβο για τη σερβική;

Κατά μία έννοια ναι, είναι δε ταυτόχρονα ένα γενναίο κομμάτι – το 1/3 σχεδόν – του «δυναμικού» του Πατριαρχείου Μόσχας. Αν η αυτοκέφαλη εκκλησία επικρατήσει, η ισχύς του μειώνεται αισθητά (και αυξάνεται, κατ' αντιδιαστολήν, του Φαναρίου). Πολύ δύσκολα επομένως θα αποδεχτούν οι Ρώσοι μια Ουκρανία εντελώς ανεξάρτητη πολιτικά και εκκλησιαστικά, είναι «ζήτημα τιμής».

 

Κρίνεται εξάλλου ταυτόχρονα το διακύβευμα του «ρωσικού κόσμου» (RusskiyMir) , δηλαδή εάν το Πατριαρχείο Μόσχας (και το ρωσικό κράτος, στην πράξη) θα είναι «πνευματικά» και πολιτισμικά επικεφαλής μιας ευρύτερης ομάδας κρατών και λαών με «ρωσικά» πολιτισμικά χαρακτηριστικά, με ό,τι σημαίνει αυτό για τη ρωσική soft power: χωρίς την Ουκρανία, ο «ρωσικός κόσμος» είναι μάλλον αδιανόητος. Αυτό είναι ένα πολιτικό πρόβλημα και για την ίδια τη ρωσική εκκλησία και την πολύ στενή σχέση της με το κράτος, καθότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η τωρινή ηγεσία της θα πέσει σε πολιτική δυσμένεια.


Έχουμε οπότε έντονη αλληλεπίδραση του πολιτικού με το θρησκευτικό πεδίο.

Σαφώς, δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι το θέμα της Ουκρανίας ανοίγει τώρα. Ο ηγούμενος Εφραίμ της Μονής Βατοπεδίου π.χ., που όπως όλες οι μονές του Όρους υπάγεται στο Φανάρι, βρέθηκε πρόσφατα τις ΗΠΑ όπου συνάντησε ιλιγγιωδώς υψηλά ιστάμενους κυβερνητικούς αξιωματούχους, ανάμεσά τους τον εντεταλμένο περί θρησκευτικών ελευθεριών στην Ουκρανία, σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ.

 

Στους γεωστρατηγικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς που μαίνονται στην ευρύτερη περιοχή, βεβαίως εμπλέκεται και το εκκλησιαστικό στοιχείο, ακούσια ή εκούσια.Υπάρχει ωστόσο ταυτόχρονα το καθαρά ενδοεκκλησιαστικό κομμάτι, που δεν σχετίζεται καθαυτό με το διεθνολογικό/πολιτικό. Το βέβαιο είναι ότι όποια ανάλυση δεν υπολογίσει αμφότερα τα σκέλη, μαζί με την ιστορική τους εξέλιξη, είναι καταδικασμένη να μείνει στην επιφάνεια.

 

Θέμα είχε θυμάμαι επίσης προκύψει όταν ο Πατριάρχης Μόσχας αποφάσισε εντέλει να μην παραστεί στην Πανορθόδοξη Σύνοδο στην Κρήτη πέρσι. Τι είχε συμβεί τότε και πόσο σχετίζεται με το «ουκρανικό»;

Η Σύνοδος αυτή προετοιμαζόταν επί μισόν αιώνα με σκοπό να φανερώσει την ενότητα της Ορθοδοξίας. Ύστερα λοιπόν από μακροχρόνιες προετοιμασίες, διαβουλεύσεις και αναβολές, τον Μάρτιο του '14 ορίστηκε, με σύμφωνη γνώμη όλων των ορθόδοξων Προκαθημένων που συναντήθηκαν τότε στην Κωνσταντινούπολη, να γίνει στον ναό της Αγίας Ειρήνης τον Ιούνιο του '16.

 

Ο Ρώσος Πατριάρχης Κύριλλος μήνυσε τον Ιανουάριο του '16 πως θα έρθει αλλά όχι σε τουρκικό έδαφος, εξαιτίας της κατάρριψης του ρωσικού μαχητικού Σουχόι τον Νοέμβριο του '15. Ορίστηκε λοιπόν για χάρη εκείνου να γίνει στην Κρήτη, όμως τελευταία στιγμή ακύρωσε την άφιξή του, όπως επίσης άλλοι τρεις προκαθήμενοι. Αυτή η κίνηση θεωρήθηκε ανοικτά υπονομευτική και προφανώς σχετίζεται με την ανακίνηση του ουκρανικού ζητήματος από πλευράς Βαρθολομαίου.


Μπορεί να λάβει «επίσημα» η Μόσχα το πρωτείο στον Ορθόδοξο κόσμο;

Πολύ δύσκολα να φανταζόταν κανείς μια Πανορθόδοξη σύνοδο που θα αποφάσιζε κάτι τέτοιο. Άρα, δύο τρόποι υπάρχουν: αφενός να καταστεί «διακοσμητικό» για το Φανάρι, με το μόνο πραγματικό αντίκρισμα να αντιστοιχεί στην ισχύ της Μόσχας, η οποία θα το αποκτούσε de facto - έχει εξάλλου η τελευταία επιχειρήσει πολλάκις να επανακαθορίσει το περιεχόμενο του πρωτείου. Αφετέρου, ένα μόνιμο Σχίσμα της Ορθοδοξίας σε δύο «κόσμους» χωρίς κοινωνία μεταξύ τους, έναν κυρίως ελληνόφωνο κι έναν κυρίως σλαβόφωνο, που αυτονόητα θα συνεπαγόταν το εν τοις πράγμασι πρωτείο της Μόσχας στον δεύτερο.

 

Δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο ότι οι φιλικά προσκείμενες στη Μόσχα εκκλησίες θα διέκοπταν κοινωνία με το Φανάρι για λόγους μόνο δικαιοδοσιακούς. Αντί λοιπόν για ένα «μεγάλο Σχίσμα τύπου 1054», έχουμε ένα ζήτημα (προσωρινής;) ακοινωνησίας μεταξύ δύο Πατριαρχείων. Πάντως, η παρούσα κατάσταση ίσως επηρεάσει την παρουσία των Ρώσων προσκυνητών στον Άθω, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Μόσχα.

 

Πόση σχέση έχουν όμως όλα αυτά με την πίστη ενός απλού ανθρώπου;

Μπορεί πράγματι φαινομενικά να μην έχουν. Εντούτοις, η νεωτερική αντίληψη περί μιας ατομικής, ευέλικτης, αφηρημένης σχέσης με μια ιδεολογικώς κατανοημένη πίστη ανεξάρτητη από τα άλλα πεδία της καθημερινής ζωής και εγκλωβισμένη στο τεχνητό νεωτερικό δημιούργημα της «θρησκείας» ή «πνευματικότητας», αντιδιαστέλλεται με τη συμπεριληπτική εκκλησιαστική κοσμοαντίληψη. Όπως καταδεικνύει και ο ιστορικός καθηγητής Peter Harrison στο βιβλίο του The Territories of Science and Religion (2014), η ιδέα ότι η θρησκεία αποτελεί ένα σύνολο ατομικών πεποιθήσεων, κανόνων και ιερού βιβλίου-αυθεντίας έχει ιστορία μόλις μερικών αιώνων.

 

Το ερώτημα, εξάλλου, αν η Ορθοδοξία είναι μία ή αποτελεί μια «συνομοσπονδία» εκκλησιών, αν ο διαχωρισμός της σε εθνικές εκκλησίες είναι ιστορική εξέλιξη ή ιστορικό «αμάρτημα», παραμένει εκκρεμές. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις, καθεμιά δε πιστεύει πως έχει χρέος να καταξιωθεί. Δημιουργούνται οπότε τριβές, ιδίως όταν υφίστανται ανοικτά ζητήματα θεολογικά αφενός, αρμοδιοτήτων και εξουσιών αφετέρου, λόγω και του ιδιαίτερα ταραγμένου ιστορικού παρελθόντος όλων σχεδόν των ορθόδοξων χωρών.


Η θέση της ελληνικής Εκκλησίας αλλά και της Ελλάδας ως κρατική οντότητα στη διαμάχη;

Εκκλησιαστικά, η Ελλάδα λειτουργεί μέχρι στιγμής σαν ανάχωμα για ένα μεγάλο Σχίσμα, καθώς λογίζεται απίθανο να διαρρήξει πλήρως τις σχέσεις της με το Φανάρι ή τη Μόσχα. Αν όλες οι εκκλησίες διατηρήσουν την ίδια στάση, τότε θα έχουμε ένα διμερές πρόβλημα των δύο Πατριαρχείων, ενδεχομένως παροδικό.

 

Όσο αφορά τώρα το «κοσμικό» σκέλος, από τον Ιανουάριο του '15 η ελληνική εξωτερική πολιτική ταυτίζεται απόλυτα – και ενθουσιωδώς! - με την αμερικανο-νατοϊκή, άρα σαφέστατα θα ακολουθήσει τη συγκεκριμένη γραμμή. Έχει φυσικά ενδιαφέρον να δούμε πώς θα επηρεαστούν οι ελληνορωσικές διπλωματικές σχέσεις, εφόσον η ορθοδοξία αποτελούσε έναν εμβληματικό συνεκτικό «δεσμό».


Θα διακινδυνεύατε μια πρόβλεψη;

Κάθε πρόβλεψη είναι όντως διακινδύνευση, θα έλεγα εντούτοις ότι η προοπτική ενός μεγάλου σχίσματος ήδη υπονομεύθηκε από την ίδια τη Μόσχα. Τους τέσσερις λόγους προσπάθησα να περιγράψω συνοπτικά εδώ. Γενικά, ξέρετε, στην Εκκλησία ο χρόνος έχει διαφορετική διάσταση, οπότε μια «παροδική» ρήξη ενδέχεται να διαρκέσει δεκαετίες οσότου «θεραπευθεί» — αυτό, βέβαια, δεν την καθιστά λιγότερο παροδική.

 

Info:

Ο Σωτήρης Μητραλέξης είναι εντεταλμένος διδάσκων φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ερευνητικός εταίρος του Πανεπιστημίου του Winchester, δρ. φιλοσοφίας του Freie Universität Berlin, δρ. θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και υπ. δρ. πολιτικής επιστήμης και διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Έχει διατελέσει επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη (Istanbul Sehir Univ.) και έχει εργασθεί ως ερευνητής στα πανεπιστήμια του Princeton και του Cambridge.