Στην Ελλάδα δεν θα κάνουμε τίποτα περισσότερο από σειρές δωματίου. Με διαλόγους που θυμίζουν κάτι περισσότερο από «Λάμψη» (που για την εποχή της ήταν σούπερ) και με ηθοποιούς κουρασμένους, γονατισμένους και για καιρό άνεργους, που υποκύπτουν σε τρισάθλιες προτάσεις για το μεροκάματο.
Στην Ελλάδα δεν θα κάνουμε τίποτα περισσότερο από σειρές δωματίου. Με διαλόγους που θυμίζουν κάτι περισσότερο από «Λάμψη» (που για την εποχή της ήταν σούπερ) και με ηθοποιούς κουρασμένους, γονατισμένους και για καιρό άνεργους, που υποκύπτουν σε τρισάθλιες προτάσεις για το μεροκάματο.

 

Την τελευταία 8ετία δεν υπάρχει Έλληνας εμπλεκόμενος με το ελληνικό τηλεοπτικό πεδίο (σεναριογράφος, ηθοποιός, παραγωγός, σκηνοθέτης, κ.λπ) που να μην έχει βγει χαμένος από τη συναλλαγή του με τα (περισσότερα) ιδιωτικά (και δημόσια) κανάλια.

 

Αμέτρητες οι σειρές –κάποιες επιτυχημένες- των οποίων οι συντελεστές δεν πληρώθηκαν ποτέ, που έμειναν μέσα σε μια νύχτα χωρίς δουλειά, που ακόμη, με δικαστήρια και υποσχετικές προσπαθούν να πληρωθούν για τις άπειρες εργατοώρες γυρισμάτων, προβών, μετακινήσεων και όσα ακόμη ακριβά και κάποτε επώδυνα απαιτεί μία ελληνική τηλεοπτική παραγωγή. Επίσης, αρκετές οι σειρές που ενώ αναγγέλθηκαν, δεν προβλήθηκαν ποτέ, γιατί "έτσι" (επί τροχάδην θυμάμαι τα «4 μάτια», μια χαρακτηριστική περίπτωση που πολυδιαφημίστηκε και τελικώς στον τηλεθεατή δεν έφτασε ποτέ).

 

Επιτυχημένα ελληνικά σίριαλ έμειναν χωρίς τέλος, ο τηλεθεατής έμεινε με την απορία και με μία κάποια αγανάκτηση, αν μπήκε στη διαδικασία να αφιερώσει χρόνο και συνέπεια για να παρακολουθήσει κάτι και μετά ήταν και το βάσανο του περιοδικού με τα απαραίτητα dvd. Αυτό το τελευταίο ίσχυε κυρίως για την επέλαση των τουρκικών σειρών: ο τηλεθεατής έβλεπε τους πρώτους κύκλους στο κανάλι που προβάλλονταν και μετά, το αγαθό της δωρεάν τηλε-διασκέδασης, γινόταν είδος πολυτελείας. Όφειλε να αγοράσει το περιοδικό αν ήθελε, επιτέλους, να δει το τέλος της σειράς που έτυχε να του αρέσει. Ένα περίεργο deal, που θύμιζε «το ‘να χέρι νίβει τ’ άλλο» και πάει λέγοντας.

 

Η «σκληρή» reality τηλεόραση επανέρχεται, αυτή που κάποιοι πίστεψαν ότι άφησαν πίσω στα 90s. Και επανέρχεται όχι ως φθηνότερο πρόγραμμα που μπορεί να αγοράσει κάποιο κανάλι, αλλά ως «δοκιμασμένες συνταγές» τηλεθέασης.

 

Στο μεταξύ, η τηλεόραση στο εξωτερικό έχει γίνει ο νέος κινηματογράφος. Από το άπιαστο “Game of Thrones”  και το “House of Cards”, μέχρι το “Taboo”, το “Stranger Things”, το “Feud”, το “Big Little Lies" και τόσα ακόμη σίριαλ, η ιδεοπαραγωγή και η μυθοπλασία έχει ανέβει σε άλλα επίπεδα. Γρήγορα πλάνα, έξυπνοι διάλογοι, πειστική σκηνογραφία και κοστούμια, εξωτερικά γυρίσματα, όλα να υπενθυμίζουν γιατί στην ελληνική τηλεόραση το καλύτερο μας, με τα ελάχιστα δυνατά χρήματα, έγινε από 4-5 ανθρώπους που είχαν όρεξη και λίγο σπίρτο (περίπτωση Καπουτζίδη), αλλά μέχρι εκεί και καληνύχτα και τίποτα άλλο.

 

Το να συγκρίνεις σειρές όπως το Game of Thrones, από χώρες και τηλεοπτικά δίκτυα που ρίχνουν χρήμα (για να πάρουν χρήμα στη νιοστή) με αυτό που συμβαίνει στα ελληνικά, καθημαγμένα κανάλια της κρίσης είναι άδικο.
Το να συγκρίνεις σειρές όπως το Game of Thrones, από χώρες και τηλεοπτικά δίκτυα που ρίχνουν χρήμα (για να πάρουν χρήμα στη νιοστή) με αυτό που συμβαίνει στα ελληνικά, καθημαγμένα κανάλια της κρίσης είναι άδικο.

 

Αγαπάμε την ελληνική τηλεόραση για τη νοσταλγία και για την εκ γενετής κατάντια της. Για τα πρώτα γυρίσματα σε αυλές, τα πρώτα καλά σενάρια, τους πρώτους ηθοποιούς που είχαν κάτι να δώσουν. Μετά, όλη μας η τηλεοπτική ζωή –με ελάχιστες εξαιρέσεις, που τελικά πληρώθηκαν ακριβά (πάλι επί τροχάδην θυμάμαι τη «Οι Μάγισσες της Σμύρνης» και το «Νησί) είναι κλεισμένη σε στούντιο «κουτιά», σε 2Χ3 δωμάτια, σε απολύτως εσωτερικά γυρίσματα.

 

Μόνο τις επιτυχημένες περιπτώσεις να θυμηθεί κανείς ή έστω αυτές που για κάποιον λόγο αγαπήθηκαν από το κοινό («Μαντάμ Σουσού», «Τρεις Χάριτες», έστω «Λάμψη», «Σαββατογεννημένες», «Τι Ψυχή θα Παραδώσεις», «Μεν και Δεν», «Κακός Βεζύρης», «Το καφέ της Χαράς», και πόσες ακόμη), αντιλαμβάνεται ότι η όποια δημιουργικότητα, η όποια φλόγα ήταν αναγκασμένη να περιοριστεί σε 4 τοίχους και να ανθίσει μόνο από την ευφυΐα του διαλογίστα, του σεναριογράφου και την ευελιξία του σκηνοθέτη να κάνει παπάδες με τα απολύτως ελάχιστα. Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή των παχιών αγελάδων της ελληνικής τηλεόρασης, τα (πολλά) λεφτά οι καναλάρχες θεωρούσαν προτιμητέο να τα δίνουν στους ηθοποιούς – φίρμες και όχι να επενδύουν σοβαρότερα στην ανάπτυξη του κλάδου.

 

Αλλά τα «σπίρτα» λίγα, τα καλάμια πολλά και κάπως έτσι η ομιλούσα ελληνικά τηλεόραση εγκλωβίστηκε σε αργόσυρτους, τραγικούς διαλόγους που απευθύνονται σε τηλεθεατές χαμηλής νοημοσύνης και το πιο αστείο; Από «δημιουργούς» που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε ποτέ να πιάσουν μολύβι στο χέρι τους.

 

Το «Η λέξη που δεν λες» με τον Δημήτρη Καταλειφό ήταν από τις εξαιρέσεις στην ελληνική τηλεόραση.
Το «Η λέξη που δεν λες» με τον Δημήτρη Καταλειφό ήταν από τις εξαιρέσεις στην ελληνική τηλεόραση.

 

Ναι, σύμφωνοι, το να συγκρίνεις όλα τα παραπάνω, από χώρες και τηλεοπτικά δίκτυα που ρίχνουν χρήμα (για να πάρουν χρήμα στη νιοστή) με αυτό που συμβαίνει στα ελληνικά, καθημαγμένα κανάλια της κρίσης είναι άδικο. Αλλά, επειδή η συζήτηση για την (ελληνική) τηλεόραση έχει ανοίξει ξανά –μαζί με διάφορες κάνουλες απ’ ό,τι φαίνεται- οφείλει κανείς να είναι ειλικρινής. Μαζί επανήλθε και η περί τηλεθέασης συζήτηση και επειδή υπάρχει ένας φόβος να πάει κανείς κόντρα στο 70% που παρακολουθεί το εκάστοτε reality show (και μάλιστα επιχειρηματολογεί για την «τηλεοπτική άνοιξη» που μας ξαναβρήκε), ας εντοπιστούν και μερικά ουσιώδη ελληνικά παράδοξα:

 

—          Απ’ όποια χώρα πέρασε το ΔΝΤ η τηλεθέαση αυξήθηκε κατακόρυφα και με απόλυτους αριθμούς. Μόνο στην Ελλάδα δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Τουναντίον, εκτός από την πρόσφατη εκτίναξη που προκλήθηκε από το “Survivor”.

—          Δεν επανέρχεται η ελληνική ιδεοπαραγωγή, παρά τις σκόρπιες απόπειρες. Η «σκληρή» reality τηλεόραση επανέρχεται, αυτή που κάποιοι πίστεψαν ότι άφησαν πίσω στα 90s. Και επανέρχεται όχι ως φθηνότερο πρόγραμμα που μπορεί να αγοράσει κάποιο κανάλι (κοστίζουν πανάκριβα τα δικαιώματα αυτών των προϊόντων), αλλά ως «δοκιμασμένες συνταγές» τηλεθέασης.

—          Δεν πρόκειται περί άνοιξης (παρά μόνο για το ταμείο του εκάστοτε καναλάρχη), αλλά περί κατρακύλας και οπισθοδρόμησης. Και εν τέλει, ας το αποδεχθούμε –κι ας συνεχίζουμε να βλέπουμε σειρές στο internet: στην Ελλάδα δεν θα κάνουμε τίποτα περισσότερο από σειρές δωματίου. Με διαλόγους που θυμίζουν κάτι περισσότερο από «Λάμψη» (που για την εποχή της ήταν σούπερ) και με ηθοποιούς κουρασμένους, γονατισμένους και για καιρό άνεργους, που υποκύπτουν σε τρισάθλιες προτάσεις για το μεροκάματο. Και μόλις προσπαθήσουμε για κάτι καλύτερο, κάτι περισσότερο, κάτι που δεν μυρίζει κλεισούρα (ένα ωραίο παράδειγμα τέτοιας απόπειρας φέτος ήταν «Η Λέξη που δεν λες» με τον Καταλειφό), θα τελειώνουν τα λεφτά, θα κλείνει το παράθυρο και θα μένουμε ξανά μόνοι με τον εκάστοτε «δημιουργό» που φτιάχτηκε από 5 δείπνα με τηλεκριτικούς κι από τις σωστές λυκοφιλίες με τον εκάστοτε καναλάρχη. Είναι απλά μαθηματικά.

 

Ας το χωνέψουμε όλο αυτό –μαζί με τη λατρεία μας για την κλειδαρότρυπα και τον κανιβαλισμό- κι ας τελειώνουμε επιτέλους με την ελληνική τηλεόραση που υπάρχει μόνο ως ανέκδοτο.