Eίναι άλλο ένα τυπικό, μεγαλεπήβολο, λουρμανικό πρότζεκτ και τοποθετείται προ-τζουλιανική Νέα Υόρκη των '70s, την εποχή της κυριαρχίας της ντίσκο και της γέννησης του χιπ-χοπ.
Eίναι άλλο ένα τυπικό, μεγαλεπήβολο, λουρμανικό πρότζεκτ και τοποθετείται προ-τζουλιανική Νέα Υόρκη των '70s, την εποχή της κυριαρχίας της ντίσκο και της γέννησης του χιπ-χοπ.

 

«I'm always happy, sadness is for suckers» αναφωνεί στο πρώτο επεισόδιο του «The Get Down» ο παράγοντας-καρικατούρα του Μπρονξ των 70s Papa Fuerte και αυτή η φράση μάλλον συνοψίζει τέλεια ολόκληρη την καριέρα του Μπαζ Λούρμαν, ενός υπερενθουσιώδη και μεγαλομανή δημιουργού που, ενώ δεν έχει επιδείξει ποτέ κάτι πραγματικά εξαιρετικό, όλοι περιμένουμε πάντα το επόμενό του βήμα με ανυπομονησία και μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Αυστραλός καλλιτέχνης επιλέγει με χειρουργική ακρίβεια τα πρότζεκτ με τα οποία θα ασχοληθεί, παθιάζεται σε εμμονικό βαθμό με αυτά, τα στήνει, τα προετοιμάζει επί σειρά ετών και τα μπολιάζει με την προσωπική του ιδιοσυγκρασία (και με τεράστια μπάτζετ που καταφέρνει πάντα να αποσπάσει), μας βομβαρδίζει στο πρόμο με εντυπωσιακές εικόνες για να καταλήξουμε συνήθως σε ένα άνισο αποτέλεσμα που δεν ικανοποιεί μεν τις αρχικές προσδοκίες, δεν παύει ωστόσο να διεγείρει και να προκαλεί.

 

Το έκανε με τη χιπ ανάγνωσή του στον σεξπιρικό μύθο του «Romeo+Juliet», μια πρωτότυπη στιγμή της 90s κινηματογραφίας και της πρώιμης καριέρας του Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, έπειτα μετέβη στα παριζιάνικα καμπαρέ της εποχής του Τουλούζ Λωτρέκ για να χαρίσει στη Νικόλ Κίντμαν τον καλύτερο ρόλο της καριέρας της στο «Moulin Rouge!» και στην κινηματογραφική ιστορία ένα από τα καλύτερα σάουντρακ όλων των εποχών, με διασκευές σε κομμάτια όπως το «Like A Virgin» της Madonna, το «Show Must Go On» των Queen και το «Roxanne» των Police. Η επιστροφή του στη γενέτειρά του και το εκ νέου αγκαζάρισμα της Νικόλ και του έτερου πιο διάσημου κινηματογραφικού σταρ της χώρας του, του Χιου Τζάκμαν, στο «Australia» ήταν μια πολύωρη, πομπώδης ημι-αποτυχία. Το ίδιο και η υπερ-στιλιζαρισμένη, πολύχρωμη διασκευή του στον «Μεγάλο Γκάτσμπι» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, η οποία ωστόσο μας άφησε άλλο ένα εξαιρετικό σάουντρακ.

 

Οι γεωπολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις ανά δεκαετία στο Μεγάλο Μήλο, οι δήμαρχοι, οι συνοικίες, το Μανχάταν, το Μπρούκλιν, το Μπρονξ και η εξέλιξή τους, η αισθητική της πόλης όπου αναδύθηκαν τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά ρεύματα, είναι θέματα τετριμμένα και χιλιοειπωμένα σε κινηματογράφο και τηλεόραση, «καυτή πατάτα» για τον κάθε δημιουργό, αλλά ο Λούρμαν έχει αποδείξει πως δεν φοβάται να πει ιστορίες που έχουν ξαναειπωθεί.

 

 

Είναι αυτό το κόλλημα του Λούρμαν με τη μουσική, μια και ο ίδιος είναι μουσικός, δισκογραφημένος στο παρελθόν, που μάλλον τον οδήγησε στην αγκαλιά του Netflix και στην ανάπτυξη του «The Get Down». Η πολυαναμενόμενη σειρά με την οποία το αμερικανικό δίκτυο φιλοδοξούσε να κάνει το μεγάλο καλοκαιρινό double, μετά τη σαρωτική αποδοχή του «Stranger Things», είναι άλλο ένα τυπικό, μεγαλεπήβολο, λουρμανικό πρότζεκτ και τοποθετείται προ-τζουλιανική Νέα Υόρκη των '70s, την εποχή της κυριαρχίας της ντίσκο και της γέννησης του χιπ-χοπ. Οι γεωπολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις ανά δεκαετία στο Μεγάλο Μήλο, οι δήμαρχοι, οι συνοικίες, το Μανχάταν, το Μπρούκλιν, το Μπρονξ και η εξέλιξή τους, η αισθητική της πόλης όπου αναδύθηκαν τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά ρεύματα, είναι θέματα τετριμμένα και χιλιοειπωμένα σε κινηματογράφο και τηλεόραση, «καυτή πατάτα» για τον κάθε δημιουργό, αλλά ο Λούρμαν έχει αποδείξει πως δεν φοβάται να πει ιστορίες που έχουν ξαναειπωθεί, απόλυτα σίγουρος πως ο ίδιος θα τις πει αλλιώς (και καλύτερα)!

 

Πολύ εξτράβαγκαντ, πολύ φορτωμένο, πολύ φιλόδοξο, πολύ λουρμανικό - λίγο στην ουσία.
Πολύ εξτράβαγκαντ, πολύ φορτωμένο, πολύ φιλόδοξο, πολύ λουρμανικό - λίγο στην ουσία.

 

Το πετυχαίνει εν μέρει. Το α' μέρος του πρώτου κύκλου που είναι ήδη διαθέσιμο από το Netflix, αποτελείται από έξι μεγάλα, χορταστικά, πανάκριβα επεισόδια (το πρώτο, διάρκειας μιάμισης ώρας, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως αυτόνομη ταινία, ενώ το συνολικό μπάτζετ της σειράς φέρεται να ανέρχεται στο ασύλληπτο για τα τηλεοπτικά δεδομένα νούμερο των 120 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή 10 εκ. ανά επεισόδιο, κάνοντάς τη την πιο δαπανηρή στα χρονικά του Netflix) που μας μεταφέρουν στο νότιο Μπρονξ των τελών της δεκαετίας του '70, την περίοδο που μια χρεοκοπημένη Νέα Υόρκη παραπαίει μέσα στην πολιτική διαφθορά και το έγκλημα και προσπαθεί να αναγεννηθεί. Εκεί που η γκόσπελ συναντά την ντίσκο, οι έφηβες μαύρες ονειρεύονται να γίνουν οι νέες Ντόνα Σάμερ καθώς ακκίζονται στους δρόμους υπό τους ήχους του «Bad Girls», ενώ τα αγόρια προσπαθούν να πιάσουν την καλή στα μπαρουτοκαπνισμένα γκέτο, γινόμαστε μάρτυρες των ιστοριών του φερέλπιδος DJ Shaolin Fantastic και του χαρισματικού ποιητή-πιανίστα Ezekiel Figuero που είναι ερωτευμένος με τη φωνάρα Mylene Cruz.

 

Η υφή της αφήγησης με τις φρενήρεις, κοφτές βινιέτες που εναλλάσσονται γρήγορα με ντοκιμαντεριστικά πλάνα αρχείου από τις γειτονιές, τα τρένα και την έκρηξη του γκράφιτι, συμβάλλει στην αίσθηση ρεαλισμού, η οποία ούτως ή άλλως επιτυγχάνεται στον υπερθετικό μέσα από την εξωφρενικά πιστή ανασύσταση της εποχής και της πόλης, ενώ η συμβολή ονομάτων της χιπ-χοπ σκηνής όπως ο Grandmaster Flash και ο Nas που εκτελούν χρέη συμβούλων παραγωγής, ανεβάζουν την παραγωγή σε εντελώς κινηματογραφικό επίπεδο. Εκεί που φυσικά βγάζεις το καπέλο στον Λούρμαν είναι στο στήσιμο των μουσικοχορευτικών σκηνών που θα σε κάνουν να θες να βρεθείς την ίδια στιγμή σε κάποια ντίσκο και να ψάχνεις μανιωδώς το (ακυκλοφόρητο ακόμα) soundtrack, αλλά και στα υπέροχα σκηνικά και κοστούμια, που άλλωστε αποτελούν σταθερά ένα πολύ δυνατό χαρτί σε κάθε δουλειά του.

 

Άξιζε τελικά όλος αυτός ο ντόρος και τα εκατομμύρια που δαπανήθηκαν;
Άξιζε τελικά όλος αυτός ο ντόρος και τα εκατομμύρια που δαπανήθηκαν;

 

Άξιζε τελικά όλος αυτός ο ντόρος και τα εκατομμύρια που δαπανήθηκαν; Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύει το Forbes, το «The Get Down» ήταν τρίτο δημοφιλέστερο τηλεοπτικό θέμα συζήτησης στα κοινωνικά δίκτυα το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, πίσω από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το «Stranger Things» - μία μέτρηση που δίκτυα σαν το Netflix λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη για να προσελκύσουν νέους συνδρομητές και να κρατήσουν τους παλιότερους. Σε απόλυτα νούμερα αυτό βέβαια δεν συγκρίνεται με το buzz γύρω από την πρεμιέρα άλλων σειρών στο πρόσφατο παρελθόν, ούτε κατά διάνοια με τη φρενίτιδα που έχει προκαλέσει όλο το καλοκαίρι το άκρως επιτυχημένο (και σημαντικά «φτηνότερο») Stranger Things, ενώ στη χώρα μας η σειρά έχει περάσει μάλλον απαρατήρητη μέχρι στιγμής, προφανώς λόγω Δεκαπενταύγουστου. Σύμφωνα ωστόσο με τον Ted Sarandos, υπεύθυνο προγράμματος του δικτύου, τέτοια δαπανηρά ρίσκα είναι απαραίτητα για τη συνδρομητική τηλεόραση καθώς το επίπεδο του ανταγωνισμού είναι ιδιαίτερα αυξημένο και οι αντίπαλοί τους δεν είναι πλέον οι low-budget σειρές, αλλά τα κινηματογραφικά μπλοκμπάστερ τύπου «Star Wars» και... το Pokemon Go! «Παλεύουμε για τη μέγιστη προσοχή σε έναν πολύ θορυβώδη κόσμο» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Sarandos σε πρόσφατο συνέδριο της αμερικανικής ένωσης τηλεκριτικών.

 

Μάλλον εδώ είναι όμως που χάνει το «The Get Down». Πολύ εξτράβαγκαντ, πολύ φορτωμένο, πολύ φιλόδοξο, πολύ λουρμανικό - λίγο στην ουσία. Χαρακτήρες-κλισέ όπως η καλή μαύρη δασκάλα, η φιλόδοξη υπερ-ταλαντούχα τραγουδίστρια, ο αισιόδοξος δημοτικός παράγοντας που θέλει να αναδιαμορφώσει την περιοχή του, υποτυπώδεις διάλογοι, μεγάλες διάρκειες και απουσία σφιχτοδεμένης, ενιαίας πλοκής ενδεχομένως θα κάνουν όσους δεν έχουν κόλλημα με τα συγκεκριμένα μουσικά είδη ή με την ίδια τη μαγεία της Νέας Υόρκης να βαρεθούν γρήγορα. Είναι τόσο όμορφος όμως αυτός ο στιλιζαρισμένος ύμνος στην αντεργκράουντ «νεοϋορκίλα» και την τέχνη του δρόμου, τόσο θρυλικές οι μουσικές που σχεδόν δεν σταματούν να παίζουν στο παρασκήνιο ή να γεννούν μνημειώδεις χορευτικές σκηνές, τόσο προσεκτικά επιλεγμένες οι φάτσες όλων των νεαρών πρωταγωνιστών, που μάλλον θα σε κρατήσουν σε αυτό το εξάωρης διάρκειας, πανάκριβο βιντεοκλίπ.

 

Εκεί που η γκόσπελ συναντά την ντίσκο, οι έφηβες μαύρες ονειρεύονται να γίνουν οι νέες Ντόνα Σάμερ καθώς ακκίζονται στους καπνισμένους δρόμους υπό τους ήχους του «Bad Girls».
Εκεί που η γκόσπελ συναντά την ντίσκο, οι έφηβες μαύρες ονειρεύονται να γίνουν οι νέες Ντόνα Σάμερ καθώς ακκίζονται στους καπνισμένους δρόμους υπό τους ήχους του «Bad Girls».