Αποτελεί στατιστική απιθανότητα να γνωρίσεις άτομο που να μην έχει τύχει να διαβάσει ποτέ Στίβεν Κινγκ, πόσο δε μάλλον να μην έχει δει κάποια από τις εκατό και πλέον μεταφορές έργων του στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. Ακόμα πάντως κι αν υπάρχουν τέτοιοι αναχωρητές της κουλτούρας, έχουν πλέον την ευκαιρία να εντρυφήσουν στους κώδικες, τις ιστορίες και τους μηχανισμούς αφήγησης του πιο διάσημου συγγραφέα φυσικού και μεταφυσικού τρόμου (και μάλλον του πιο διάσημου συγγραφέα γενικώς και σίγουρα του πιο παραγωγικού) στον κόσμο, με ένα και μόνο έργο, ασχέτως αν αυτό δεν είναι δικό του δημιούργημα, παρά μόνο «στο πνεύμα».

 

Η ιδέα πίσω από τη νέα τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Castle Rock» (το όνομα της κωμόπολης στην Πολιτεία του Μέιν όπου έχουν διαδραματιστεί γνωστά έργα του Κινγκ όπως η «Νεκρή Ζώνη», το «Κούτζο, το βρωμόσκυλο» και τα «Χρήσιμα Αντικείμενα») έχει να κάνει με μια εκλεκτική συγκομιδή  χαρακτήρων, θεμάτων, υλικών μυθοπλασίας και τεχνικών αγωνίας από όλο το φάσμα του «κανόνα» του συγγράφεα, η οποία στη συνέχεια επεξεργάζεται και συμπυκνώνεται έτσι ώστε να προκύψει μια νέα, πρωτότυπη ιστορία μυστηρίου που διαρκεί όσο ένας τηλεοπτικός κύκλος δέκα επεισοδίων.

 

Μία από τις πιο καλογυρισμένες και καλοπαιγμένες σειρές μυστηρίου που έχω συναντήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Απαλλαγμένη από την α λα Σπίλμπεργκ σεντιμεντάλ νοσταλγία (πιτσιρίκια με ποδήλατα υπό το σεληνόφως) του Stranger Things ή τους b-movie περιορισμούς του Channel Zero, φερ' ειπείν.

 

Ο ίδιος ο συγγραφέας συμμετέχει στη σειρά – η οποία φέρει στην παραγωγή τη σφραγίδα του πολυσχιδούς J.J. Abrams - ως φορέας επιστασίας και επίβλεψης, ως καθοδηγητικό πνεύμα –  κάτι αντίστοιχο με τους αδελφούς Κοέν στο τηλεοπτικό Fargo.  

 

Με τέτοιου είδους προδιαγραφές, προσωπικά ήμουν πολύ καχύποπτος για το αποτέλεσμα. Θα μπορούσε άνετα η σειρά να εκτροχιαστεί σε αποσπασματικό μπάχαλο ή σε ένα ρηχό κολάζ αναφορών και «φόρων τιμής» στο σύμπαν του Κινγκ για να παίζουν κυνήγι του θησαυρού οι φανατικοί του αναγνώστες, στους οποίους δεν συγκαταλέγομαι παρότι εκτιμώ βαθιά τη λογοτεχνική μέθοδο συγκρότησης αυτού του σύμπαντος και τον τρόπο που συχνά με έχει στείλει πίσω σε λησμονημένες προεφηβικές αγωνίες και προσμονές.

 

Αντ’ αυτού, μου προέκυψε μια από τις πιο καλογυρισμένες και καλοπαιγμένες σειρές μυστηρίου που έχω συναντήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Απαλλαγμένης από την α λα Σπίλμπεργκ  σεντιμεντάλ νοσταλγία (πιτσιρίκια με ποδήλατα υπό το σεληνόφως) του Stranger Things ή τους b-movie περιορισμούς του Channel Zero, φερ’ ειπείν.

 

Η ιδέα πίσω από τη νέα τηλεοπτική σειρά με τίτλο “Castle Rock” (το όνομα της κωμόπολης στην Πολιτεία του Μέιν όπου έχουν διαδραματιστεί γνωστά έργα του Κινγκ όπως η «Νεκρή Ζώνη», το «Κούτζο, το βρωμόσκυλο» και τα «Χρήσιμα Αντικείμενα») έχει να κάνει με μια εκλεκτική συγκομιδή  χαρακτήρων, θεμάτων, υλικών μυθοπλασίας και τεχνικών αγωνίας από όλο το φάσμα του «κανόνα» του συγγράφεα
Η ιδέα πίσω από τη νέα τηλεοπτική σειρά με τίτλο “Castle Rock” (το όνομα της κωμόπολης στην Πολιτεία του Μέιν όπου έχουν διαδραματιστεί γνωστά έργα του Κινγκ όπως η «Νεκρή Ζώνη», το «Κούτζο, το βρωμόσκυλο» και τα «Χρήσιμα Αντικείμενα») έχει να κάνει με μια εκλεκτική συγκομιδή χαρακτήρων, θεμάτων, υλικών μυθοπλασίας και τεχνικών αγωνίας από όλο το φάσμα του «κανόνα» του συγγράφεα

 

Αν μάλιστα δεν υπήρχαν τόσες αναφορές και κλεισίματα ματιού προς τους οπαδούς, δε θα συμπέρανα εξαρχής ότι πρόκειται για «Στίβεν Κινγκ remix», από τη στιγμή που η σειρά εκτυλίσσεται σε ρυθμό, τόνο  και ατμόσφαιρα με πολύ πιο οργανικό και σχεδόν μελαγχολικό τρόπο από μια «μέση» μεταφορά έργου του Κινγκ στην οθόνη, όπου συχνά όλα μοιάζουν προβλέψιμα και υποταγμένα σε πολύ περιοριστικούς κώδικες είδους.

 

Η ιστορία ξεκινά με ένα απόκοσμο φλασμπάκ στο 1991 όταν ο σερίφης Άλαν Πάνγκμπορν βρίσκει (ζωντανό) τον Χένρι Ντίβερ, ένα αγνοούμενο αγόρι, στη μέση της παγωμένης λίμνης έξω από την πόλη του Castle Rock. Πίσω στο 2018, ο διευθυντής των κοντινών φυλακών του Σόουσανκ (ήδη σ΄ αυτή τη σύνοψη της σύνοψης υπάρχουν τρεις – τέσσερις αναφορές σε πρόσωπα και τοπωνύμια βιβλίων του Κινγκ, αλλά ας μην αγχώνονται οι «αδαείς», είναι μόνο ονόματα) αυτοκτονεί με τον πιο συνταρακτικό και περιπετειώδη τρόπο απαγχονισμού που έχουμε δει ποτέ, την ημέρα συνταξιοδότησής του.

 

Η διάδοχός του ζητάει να ανοίξει ένα μονίμως κλειστό τμήμα κελιών της φυλακής για να διαμορφωθεί ως χώρος φιλοξενίας νέων κρατουμένων. Εκεί όμως ανακαλύπτεται έγκλειστος και απομονωμένος για χρόνια ένας μυστηριώδης νεαρός που ψιθυρίζει το όνομα «Χένρι Ντίβερ», ο οποίος είναι πλέον επιφανής συνήγορος θανατοποινιτών (τον υποδύεται ο εξαιρετικός Αντρέ Χόλαντ), αναγκάζεται όμως να επιστρέψει στα στοιχειωμένα πάτρια για να συναντηθεί με διάφορα πρόσωπα του παρελθόντος, ανάμεσα στους οποίους και ο συνταξιούχος πλέον Άλαν Πάνγκμπορν (Σκοτ Γκλεν) που συμβιώνει πλέον με τη μητέρα του Χένρι (τον είχε υιοθετήσει μωρό) που πάσχει από άνοια και την υποδύεται η Σίσι Σπέισεκ, που βεβαίως κάποτε ενσάρκωσε στο σινεμά την «Κάρι» σε μια από τις κορυφαίες μεταφορές έργου του Στίβεν Κινγκ στη μεγάλη οθόνη (δεύτερη μόνο μετά την «Λάμψη»).   

 

Ας μην προχωρήσουμε όμως άλλο με την πλοκή, καθώς μπαίνουμε επικίνδυνα στο πεδίο των spoilers. Να τονίσουμε απλά το εξής: δεν φτάνει που είναι μια εξαιρετική περίπτωση ψυχολογικού θρίλερ με μεταφυσικά / υπερφυσικά στοιχεία, το Castle Rock βρίσκει το χρόνο να καταδείξει και την οικονομική ύφεση και τη βαθιά διάβρωση που έχουν υποστεί πολλές αντίστοιχες επαρχιακές κωμοπόλεις στις ΗΠΑ, διαλυμένες από τις δυνάμεις της απληστίας και του όψιμου κέρδους, εγκαταλελειμμένες από το κράτος και τους θεσμούς και παραδομένες στην κατήφεια και τους λαοπλάνους