Οκτώβριος 2006. Η μαθητική και η φοιτητική κοινότητα της χώρας βρίσκεται σε αναβρασμό και απαντά με αλλεπάλληλες απεργίες, διαμαρτυρίες και καταλήψεις στις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις που προωθεί η υπουργός Παιδείας, Μαριέττα Γιαννάκου.


Το υπό κατάληψη λύκειο της Αμαρύνθου, όμως, τραβά επάνω του τα φώτα της δημοσιότητας για τελείως διαφορετικούς λόγους.


Μια 16χρονη (τότε) αριστούχος μαθήτρια από τη Βουλγαρία καταγγέλλει στην αστυνομία τον βιασμό της από τέσσερις Έλληνες συμμαθητές της στις τουαλέτες του σχολείου.


Το φύλο, η ηλικία, η καταγωγή και η κοινωνική τάξη του φερόμενου θύματος δίνουν στο θέμα την απαραίτητη δυναμική που χρειάζεται για να κάνει τα ΜΜΕ της εποχής να ενδιαφερθούν.


Έτσι, για τρεις περίπου εβδομάδες η μικρή παραλιακή κωμόπολη της Εύβοιας μετατρέπεται σε κέντρο του ελληνικού μικρόκοσμου.


Τα βανάκια των τηλεοπτικών συνεργείων κατασκηνώνουν για μέρες έξω από το σχολείο, κυνηγώντας την ιστορία σαν λαγωνικά, ενώ η «υπόθεση της Αμαρύνθου» παίζει σε όλα τα δελτία ειδήσεων.

 

Στην ουσία, η υπόθεση της Αμαρύνθου άφησε πίσω της δύο πολωμένα στρατόπεδα. Από τη μία μεριά βρίσκονται οι άνθρωποι που μίλησαν για ένα έγκλημα ταξικού χαρακτήρα με ρατσιστικές και σεξιστικές προεκτάσεις, το οποίο συγκαλύφθηκε από την τοπική κοινωνία. Η άλλη πλευρά έκανε λόγο για ένα μύθευμα, μια συκοφαντία, η οποία διέσυρε ανεπανόρθωτα και τα παιδιά αλλά και ολόκληρη την περιοχή.

Το θέμα φτάνει μέχρι και στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, ο οποίος δηλώνει: «Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Είμαστε πολίτες μιας χώρας, όπου αναπτύχθηκαν τα πιο ευγενή ιδεώδη. Δεν μπορεί να τα αμαυρώνουν μερικοί, οι οποίοι είναι έξω από τις μεγάλες αρχές και τις ηθικές αρχές της ελληνικής κοινωνίας».


Ως συνέπεια της ξαφνικής δημοσιότητας, τα στρατόπεδα θυτών και θυμάτων χαράσσουν τα όριά τους και, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, οι πάντες σπεύδουν να εκφέρουν την άποψή τους για το τι πραγματικά συνέβη.

 

Υπήρξαν πάρα πολλές γενικεύσεις και από τις δυο πλευρές. Εύκολοι αφορισμοί, στερεότυπα, αιχμές κτλ. Η πλευρά που υποστήριζε την αθωότητα των αγοριών έκανε λόγο για την «εύκολη Βουλγάρα», απέκλειε το ενδεχόμενο τα παιδιά αυτά να έχουν κάνει κάτι τέτοιο με βάση τον πρότερο έντιμο βίο τους κ.α. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Υπήρξαν πάρα πολλές γενικεύσεις και από τις δυο πλευρές. Εύκολοι αφορισμοί, στερεότυπα, αιχμές κτλ. Η πλευρά που υποστήριζε την αθωότητα των αγοριών έκανε λόγο για την «εύκολη Βουλγάρα», απέκλειε το ενδεχόμενο τα παιδιά αυτά να έχουν κάνει κάτι τέτοιο με βάση τον πρότερο έντιμο βίο τους κ.α. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO


Πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα τάσσονται στο πλευρό της μαθήτριας. Στον αντίποδα, η τοπική κοινωνία νιώθει ότι απειλείται, συσπειρώνεται, εξοργίζεται κι έτσι αντιδρά με βία.

 

Γρήγορα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κατ' επέκταση η κοινή γνώμη χάνουν το ενδιαφέρον τους, η νεαρή κοπέλα μαζί με τη μητέρα της «εξοστρακίζονται» στην Αθήνα, όπου της προσφέρεται υποτροφία σε ιδιωτικό σχολείο για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της. Η υπόθεση παίρνει πια τον δρόμο της Δικαιοσύνης.

 

Τον Μάρτιο του 2010, το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Χαλκίδας κρίνει ομόφωνα αθώους τους συνολικά επτά κατηγορουμένους που είχαν παραπεμφθεί σε δίκη (τέσσερις μαθητές με την κατηγορία του βιασμού και τρεις μαθήτριες για συνέργεια), αφού θεωρεί ότι δεν στοιχειοθετείται η κατηγορία του βιασμού. Έχει περάσει, όμως, καιρός κι έτσι η είδηση περνάει στα ψιλά.

 

Η απόφαση του δικαστηρίου προκαλεί την αντίδραση γυναικείων οργανώσεων, ενώ η νεαρή κοπέλα καλείται να αντιμετωπίσει τώρα με τη σειρά της τις μηνύσεις που έχουν καταθέσει σε βάρος της οι πρώην κατηγορούμενοι για ψευδορκία, ψευδή ανωμοτί κατάθεση, ψευδή καταμήνυση, παραπλάνηση σε ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση.

 

Μετά από μια εξαντλητική έρευνα αρχείου και πεδίου σε συνεργασία με το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η ηθοποιός, σκηνοθέτις και υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Μάρθα Μπουζιούρη αποφάσισε να μεταφέρει «το case της Αμαρύνθου» στη θεατρική σκηνή, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

 

 

Διαβάζοντας το πρόγραμμα του Φεστιβάλ και πέφτοντας επάνω στην «Αμάρυνθο», άρχισα να ψάχνω ξανά την υπόθεση, που ομολογώ ότι είχα ξεχάσει.

 

Όταν τη ξαναθυμήθηκα, η περιέργειά μου μεγάλωσε ακόμη περισσότερο κι έτσι επικοινώνησα με τη Μάρθα Μπουζιούρη και της ζήτησα να συναντηθούμε προκειμένου μου εξηγήσει τι ήταν αυτό που την τράβηξε στη συγκεκριμένη ιστορία και γιατί αποφάσισε να επαναφέρει στο προσκήνιο μια τόσο δύσκολη και συναισθηματικά φορτισμένη υπόθεση που σέρνει μαζί της ένα σωρό δυσάρεστες κι επώδυνες μνήμες.


Δώσαμε ραντεβού στα Εξάρχεια ένα πρωί καθημερινής και με φόντο τα ΜΑΤ συζητήσαμε για τον ρόλο των ΜΜΕ στην περίπτωση της Αμαρύνθου, την τάση των ανθρώπων να εκφράζουν την άποψή τους επί παντός επιστητού ως κοινωνικό αντανακλαστικό, καθώς και το δικαίωμα στη λήθη. 

 

Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, αναζητάμε την αλήθεια μπαίνοντας στη διαδικασία να αναρωτηθούμε πώς μάθαμε για την Αμάρυνθο, πώς επικοινωνήθηκε η υπόθεση, πώς ερμηνεύτηκε, πώς γιγαντώθηκε και πώς έσβησε την αμέσως επόμενη στιγμή. Φωτό: Ελίνα Γιουνανλή
Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, αναζητάμε την αλήθεια μπαίνοντας στη διαδικασία να αναρωτηθούμε πώς μάθαμε για την Αμάρυνθο, πώς επικοινωνήθηκε η υπόθεση, πώς ερμηνεύτηκε, πώς γιγαντώθηκε και πώς έσβησε την αμέσως επόμενη στιγμή. Φωτό: Ελίνα Γιουνανλή

 

—Γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με την υπόθεση της Αμαρύνθου; Τη θυμόσουν μετά από τόσα χρόνια; Επειδή μιλάμε για μια ιστορία 12 ετών...

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ναι, θυμόμουν το περιστατικό, αλλά, όπως και οι περισσότεροι, το είχα απωθήσει. Ήταν μια ιστορία που έσκασε σαν πυροτέχνημα, έγινε πολύ ντόρος, μιντιακά μιλώντας, αλλά όσο γρήγορα διαδόθηκε, τόσο απότομα «έσβησε».


Την ξαναθυμήθηκα εντελώς τυχαία όταν διάβασα κάπου ότι αυτή η κοπέλα που είχε αρχικά καταγγείλει τον βιασμό μηνύθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση. Η καταγγέλλουσα βρέθηκε ξαφνικά στη θέση του κατηγορουμένου και αυτό με οδήγησε να ψάξω λίγο παραπάνω την ιστορία. 

 

—Αυτή η αλλαγή θέσης ήταν ο λόγος;
Αυτό ήταν η αφορμή για να το ξαναθυμηθώ. Ο λόγος ήταν ότι αυτή η ιστορία ξεπερνάει, κατά τη γνώμη μου, κατά πολύ το ζήτημα της σεξουαλικής βίας. Στο case της Αμαρύνθου εμπεριέχονται πάρα πολλές διαφορετικές εκφάνσεις βίας. Μπαίνοντας στη διαδικασία να ξαναθυμηθώ όσα είχαν συμβεί και καθώς το έψαχνα, τόσο έβρισκα πτυχές που για μένα ήταν προβληματικές.


Στην ουσία, η υπόθεση της Αμαρύνθου άφησε πίσω της δύο πολωμένα στρατόπεδα. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι άνθρωποι που μίλησαν για ένα έγκλημα ταξικού χαρακτήρα με ρατσιστικές και σεξιστικές προεκτάσεις, το οποίο συγκαλύφθηκε από την τοπική κοινωνία. Η άλλη πλευρά έκανε λόγο για ένα μύθευμα, μια συκοφαντία, η οποία διέσυρε ανεπανόρθωτα και τα παιδιά αλλά και ολόκληρη την περιοχή.


Δημιουργήθηκε δηλαδή αυτή η πόλωση, η οποία βέβαια συμβαδίζει με την τάση μας να συσπειρωνόμαστε είτε προς τη μία είτε προς την άλλη μεριά.


Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει πουθενά ένας ενδιάμεσος χώρος για επικοινωνία, για αναστοχασμό.

 

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση έχεις δύο αλήθειες που τοποθετούνται στα δύο άκρα, που μάχονται η μία την άλλη και στη μέση υπάρχει ένα τεράστιο αγεφύρωτο χάσμα.


Οπότε εμείς μπήκαμε στη διαδικασία να ξαναπροσεγγίσουμε αυτή την υπόθεση για να δούμε πάνω σε ποιους μηχανισμούς χτίστηκε η αλήθεια ως συγκρουσιακή κατασκευή και αντίστοιχα πώς αποδόθηκε Δικαιοσύνη.

 

Τα ΜΜΕ προσέγγισαν το θέμα με έναν τρόπο που αγγίζει τα όρια της πορνογραφίας και της πρόκλησης ηθικού πανικού, του τύπου «πωπω, κοίτα τι γίνεται στις καταλήψεις, μέσα στις τουαλέτες, όργια και ιστορίες, εμείς δεν τα είχαμε αυτά, τώρα με τα κινητά είναι διαφορετικά τα πράγματα».Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Τα ΜΜΕ προσέγγισαν το θέμα με έναν τρόπο που αγγίζει τα όρια της πορνογραφίας και της πρόκλησης ηθικού πανικού, του τύπου «πωπω, κοίτα τι γίνεται στις καταλήψεις, μέσα στις τουαλέτες, όργια και ιστορίες, εμείς δεν τα είχαμε αυτά, τώρα με τα κινητά είναι διαφορετικά τα πράγματα».Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO


—Σε ποιους μηχανισμούς αναφέρεσαι;
Υπήρξαν πάρα πολλές γενικεύσεις και από τις δύο πλευρές. Εύκολοι αφορισμοί, στερεότυπα, αιχμές κ.λπ. Η πλευρά που υποστήριζε την αθωότητα των αγοριών έκανε λόγο για την «εύκολη Βουλγάρα», απέκλειε το ενδεχόμενο τα παιδιά αυτά να έχουν κάνει κάτι τέτοιο με βάση τον πρότερο έντιμο βίο τους κ.ά.


Αντίστοιχες αιχμές και γενικεύσεις ακούστηκαν και από την άλλη μεριά, τους υποστηρικτές της κοπέλας. Μιλούσαν για μια «πατριαρχική, ρατσιστική κοινωνία» που συγκάλυψε ένα έγκλημα, που πήγε να το «κουκουλώσει».


Επίσης, ο ρόλος που έπαιξαν τα μίντια στην ιστορία της Αμαρύνθου, κατά τη γνώμη μου, είναι καθοριστικός. Στην παράσταση εξετάζουμε τον ρόλο αυτό σε τρία επίπεδα.

 

—Ποια είναι αυτά;

Το πρώτο έχει να κάνει με το ότι, αντιδεοντολογικά εντελώς, αποκάλυψαν προσωπικά δεδομένα. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μαθητές. Μιλάμε, δηλαδή, για μια υπόθεση ανηλίκων που εξετάζεται και εκδικάζεται κεκλεισμένων των θυρών. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων είναι ακόμη πιο ευαίσθητο.

 

Βγήκαν στη δημοσιότητα ονόματα, εκφράστηκαν θέσεις για το τι έγινε στις τουαλέτες, τι είπε η μία και η άλλη πλευρά, και ακόμα και τις φορές που δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα ονόματα, φωτογραφήθηκαν εμμέσως τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

 

Το δεύτερο είναι ότι ένα μέρος των ΜΜΕ, μια σημαντική μερίδα, τάχθηκε πάρα πολύ γρήγορα στο πλευρό της κοπέλας και είχαμε αυτό που ονομάζουμε «άρση του τεκμηρίου αθωότητας».


Με το που «έσκασε» η υπόθεση, την επόμενη μέρα είχαμε ήδη αρχίσει να μιλάμε για τους βιαστές και τη βιασθείσα, και ξαναλέω, σε μια υπόθεση που έχει να κάνει με παιδιά.


Το τρίτο προβληματικό στοιχείο είναι πως όταν το θέμα αυτό «στραγγίστηκε» και ειπώθηκαν όλα όσα είχαν να ειπωθούν, τα ΜΜΕ μπήκαν σε μια διαδικασία να μιλήσουν για το πόσο προβληματικές είναι οι καταλήψεις στα σχολεία. Πως είναι άντρο ακολασίας και οργίων, πως τα παιδιά θα πρέπει να προστατευτούν και να απαγορευτεί η χρήση κινητών τηλεφώνων.

 

Δαιμονοποιήθηκε, δηλαδή, μέχρι και η τεχνολογία, που ήταν και αρκετά καινούργια εκείνη την εποχή.

 

Στην παράσταση έχουμε ήδη καλέσει όλα τα πρόσωπα που προσεγγίσαμε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αν έρθουν θα βρεθούν για πρώτη φορά μαζί σε έναν κοινό χώρο. Φωτό: Ελίνα Γιουνανλή
Στην παράσταση έχουμε ήδη καλέσει όλα τα πρόσωπα που προσεγγίσαμε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αν έρθουν θα βρεθούν για πρώτη φορά μαζί σε έναν κοινό χώρο. Φωτό: Ελίνα Γιουνανλή


—Δεν το επικροτώ, αλλά έτσι δεν λειτουργούσε πάντα η πλειοψηφία των ΜΜΕ σε αντίστοιχες περιπτώσεις;
Ναι, έτσι συμβαίνει. Απλώς στην περίπτωση αυτή η νόρμα ήταν ακόμα πιο προβληματική γιατί αφορούσε μια πολύ ευαίσθητη περίπτωση, όπου συμμετείχαν ανήλικοι.

 

Προσέγγισαν το θέμα με έναν τρόπο που αγγίζει τα όρια της πορνογραφίας και της πρόκλησης ηθικού πανικού, του τύπου «πο πο, κοίτα τι γίνεται στις καταλήψεις, μέσα στις τουαλέτες, όργια και ιστορίες, εμείς δεν τα είχαμε αυτά, τώρα με τα κινητά είναι διαφορετικά τα πράγματα».

 

Για να σου δώσω να καταλάβεις, μετά την Αμάρυνθο απαγορεύτηκε η χρήση κινητού στα σχολεία, κάτι που ισχύει άτυπα μέχρι και σήμερα.


—Διαδόθηκε τότε και εκείνη η θεωρία συνωμοσίας που ήθελε όλη την ιστορία να είναι ένα πρόσχημα για να λήξουν οι καταλήψεις...
Ναι, ακριβώς. Αυτό εντάσσεται σ' αυτό που σου λέω, ότι ο καθένας βγήκε πάρα πολύ εύκολα και χωρίς να φιλτράρει όσα έλεγε, κατέθεσε την άποψή του. Το οποίο, βέβαια, είναι επίσης αυθόρμητο αντανακλαστικό από κοινωνική σκοπιά.


—Επομένως, αν καταλαβαίνω σωστά από τη συζήτησή μας, η δική σου παράσταση δεν διαλέγει πλευρά. Έτσι δεν είναι;

Όπως συνηθίζω να λέω, το θέατρο δεν έρχεται να δικάσει και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ξαναδικάσει. Έχει βγει μια αθωωτική απόφαση δικαστηρίου. Βέβαια, από την άλλη, δεν μπορεί ούτε να προσφέρει ένα είδος βολικής ουδετερότητας.

 

Που σημαίνει ότι, ναι, δεν θα δούμε μια παράσταση-δίκη αλλά θα γίνει μια προσπάθεια να κατανοήσουμε την αλήθεια των ανθρώπων που ενεπλάκησαν και να δούμε σε ποια σημεία αυτή η αλήθεια στήθηκε επάνω στους προβληματικούς όρους που σου περιγράφω. Τους όρους της γενίκευσης, της ισοπέδωσης, της εύκολης γνώμης, η οποία φτάνει να γίνεται ένα είδος λαϊκού δικαστηρίου.

 

Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, αναζητάμε την αλήθεια μπαίνοντας στη διαδικασία να αναρωτηθούμε πώς μάθαμε για την Αμάρυνθο, πώς επικοινωνήθηκε η υπόθεση, πώς ερμηνεύτηκε, πώς γιγαντώθηκε και πώς έσβησε την αμέσως επόμενη στιγμή. Γιατί όλα αυτά που συζητάμε πόσο κράτησαν; Τρεις εβδομάδες; Μάξιμουμ. Μετά το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης άρχισε να χάνεται κι έπειτα ήρθε η λήθη.

  

—Πώς προσέγγισες την «Αμάρυνθο» σε επίπεδο έρευνας;

Μεθοδολογικά, εφαρμόσαμε την εθνογραφική μέθοδο. Προσεγγίσαμε πρόσωπα που έχουν εμπλακεί στην υπόθεση, προσπαθούσαμε να ακούσουμε την αλήθεια τους και τους βάλαμε στη διαδικασία να ξαναθυμηθούν. Μην ξεχνάς ότι μιλάμε για ένα case 12ετίας. Έχει παρέλθει αρκετός χρόνος για να μη θυμάσαι καλά, αλλά όχι τόσος για να έχεις ξεχάσει τελείως.

 

Ως εκ τούτου, κάναμε μια πολύ καλή προεργασία αρχείου. Ψάξαμε στον Τύπο της εποχής και είδαμε τον τρόπο που προσέγγισαν το θέμα οι εφημερίδες και τα online περιοδικά. Αυτό έγινε σε συνεργασία με το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου με σύμβουλο έρευνας την καθηγήτριά μας την κ. Αθανασίου, η οποία ειδικεύεται σε ζητήματα φύλου.

 

Η έρευνα πλαισιώθηκε από μια ομάδα φοιτητών που διέτρεξαν όλο το αρχείο για να μπορέσουμε μετά από 12 χρόνια να μαζέψουμε όλα τα κομμάτια αυτής της αρκετά περίπλοκης, έτσι κι αλλιώς, ιστορίας.

 

Στη συνέχεια, προχωρήσαμε στο πεδίο. Στην προσέγγιση, δηλαδή, ανθρώπων που ενεπλάκησαν με το ζήτημα. 

 

Όπως συνηθίζω να λέω, το θέατρο δεν έρχεται να δικάσει και στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ξαναδικάσει. Έχει βγει μια αθωωτική απόφαση δικαστηρίου. Βέβαια, από την άλλη, δεν μπορεί ούτε να προσφέρει είδος βολικής ουδετερότητας. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Όπως συνηθίζω να λέω, το θέατρο δεν έρχεται να δικάσει και στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ξαναδικάσει. Έχει βγει μια αθωωτική απόφαση δικαστηρίου. Βέβαια, από την άλλη, δεν μπορεί ούτε να προσφέρει είδος βολικής ουδετερότητας. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

—Έψαξες να βρεις τους άμεσα εμπλεκόμενους;

Ήταν ξεκάθαρο για μένα από την αρχή ότι δεν ήθελα να προσεγγίσω τους ανθρώπους που εμπλέκονταν άμεσα στην υπόθεση, δηλαδή την κοπέλα και τα αγόρια. Σε ηθικό επίπεδο, η πρόθεσή μου ήταν να γνωστοποιηθεί τι κάνουμε και στις δύο μεριές αλλά να μη χρησιμοποιήσω τις μαρτυρίες τους. Και δεν το έκανα. Γιατί η παράσταση «Αμάρυνθος» δεν εξετάζει τι συνέβη στις τουαλέτες. 


—Επιλέγοντας τη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν φοβήθηκες τις αντιδράσεις; Αυτό το «τι θες τώρα και τα σκαλίζεις;»

Είναι τεράστιο debate το δικαίωμα στη λήθη. Προσωπικά, πιστεύω ότι αν η άρση του δικαιώματος στη λήθη δεν γίνεται βάζοντας ξανά ανθρώπους στο στόχαστρο, έτσι γενικευμένα, αλλά προσπαθώντας να κατανοήσουμε τις δύο πλευρές και να τις φέρουμε, αν αυτό είναι εφικτό, σε μια σχέση, αν όχι διαλόγου, τουλάχιστον να ακούσουν η μία την άλλη, τότε, ναι, έχει νόημα.

 

Στην παράσταση έχουμε ήδη καλέσει όλα τα πρόσωπα που προσεγγίσαμε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αν έρθουν, θα βρεθούν για πρώτη φορά μαζί σε έναν κοινό χώρο.

 

Στην πλειοψηφία τους αυτά τα πρόσωπα που ανήκουν είτε στο ένα στρατόπεδο είτε στο άλλο δεν έχουν έρθει ποτέ σε επικοινωνία.

 

Η πρόθεση είναι λοιπόν αυτή, να δημιουργηθεί ένας χώρος επικοινωνίας και να διαπραγματευτούμε την αλήθεια ως μη λήθη, ως ανάγκη να ξανακοιτάξουμε το παρελθόν και να δημιουργήσουμε ένα πιο ανεκτικό και φιλόξενο μέλλον.

 

Info:

Κείμενο - Δραματουργία - Σκηνοθεσία: Μάρθα Μπουζιούρη

Σύμβουλος έρευνας: Αθηνά Αθανασίου

Ερευνητική ομάδα - Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου: Γρηγόρης Γκουγκούσης, Νούρη Διακάκη, Αθηνά Σίμογλου
Σκηνικά - Κοστούμια: Ελένη Στρούλια - Ζαϊρα Φαληρέα
Σχεδιασμός και Επιμέλεια Εικόνας-Ήχου: Voltnoi Brege
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ολυμπία Μυτιληναίου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Παρασκευή Λυπημένου
Ηθοποιοί: Πολύδωρος Βογιατζής, Χαρά Μάτα Γιαννάτου, Γιώργος Κισσανδράκης, Θεανώ Μεταξά
Σύμβουλος Επικοινωνίας: Μιχάλης Σαράντης
Οργάνωση - εκτέλεση παραγωγής: PLAYS2PLACE

Η παράσταση «Αμάρυνθος» θα παρουσιαστεί στο κτίριο της Πειραιώς 260 (Ε), 4-6 Ιουλίου 2018, ώρα έναρξης: 21.00. Περισσότερες πληροφορίες στο greekfestival.gr