• Γεννήθηκα στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και έζησα εκεί μέχρι τα πέντε μου. Στην Αθήνα επιστρέψαμε οικογενειακώς το ’59 και μείναμε στη συνοικία του Αγίου Σώστη, στη γωνία λεωφόρου Συγγρού και Αιγαίου. Η περιοχή δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είναι σήμερα. Η Συγγρού είχε δύο λωρίδες και η Αιγαίου ήταν χωματόδρομος. Η αυλή του σπιτιού ήταν γεμάτη φοίνικες και λουλούδια. Υπήρχε και μια τεράστια συκιά με κάτι σύκα φοβερά κι εγώ σκαρφάλωνα και τα έκοβα. Στο ακριβώς διπλανό σπίτι έμενε η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Απέναντι υπήρχε μια αλάνα όπου παίζαμε ποδόσφαιρο. Κάθε απόγευμα γυρνούσα από το σχολείο, πετούσα τη σάκα και πήγαινα απέναντι να παίξω μπάλα. Αυτό ήταν και μια αιτία που ήμουν κακός μαθητής.

 

  • Από μικρός είχα επαφή με τα κοινά και την πολιτική, γιατί στο σπίτι υπήρχε μια παράδοση. Από την πλευρά του πατέρα μου ήταν Βενιζελικοί, ενώ από την πλευρά της μάνας μου βασιλόφρονες, άγριοι ας πούμε. Οπότε από μικρός άκουγα πολιτικά στο σπίτι, αλλά θα ’λεγε κανείς ότι με αυτό τον τρόπο μπόρεσα να δω από κοντά τι είναι ο φανατισμός, η εθνική διαίρεση και ο διχασμός. Έβλεπα μπροστά στα μάτια μου αυτό τον παραλογισμό και την υπερβολή.

 

  • Όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω καφετζής. Ο παππούς μου με πήγαινε συχνά σ’ ένα καφενείο που έφτιαχνε πάρα πολύ καλό καφέ και μου άρεσε όπως ήταν ντυμένος ο καφετζής με ’κείνη τη λευκή, πεντακάθαρη ποδιά. Μου άρεσε ακόμα που γελούσαν κι έκαναν αστεία όλοι μαζί. Αργότερα ήθελα να γίνω εισαγγελέας γιατί πίστευα ότι ο εισαγγελέας είναι κάποιος που υπερασπίζεται τους αδύναμους και αποδίδει δικαιοσύνη. Ευτυχώς, άλλαξα γνώμη.

 

Αν μπορούσα να ζητήσω κάτι από την κεντρική εξουσία, θα ήταν δύο πράγματα: πρώτον, να μεταβιβάσει στον δήμο όλες τις εξουσίες που πρέπει να έχει ένας μητροπολιτικός δήμος και, δεύτερον, να του δώσουν τη δυνατότητα να αντλεί μόνος του τη χρηματοδότησή του.

 

  • Δευτέρα δημοτικού δεν έκανα καθόλου, γιατί πήγα οχτώ μήνες στην Ιαπωνία. Ο πατέρας μου ήταν αρχικαπετάνιος σε μια μεγάλη εταιρεία του Σταύρου Λιβανού. Ήταν πάρα πολύ ωραία εκεί. Μέναμε σ’ ένα σπίτι δυτικής κατασκευής, αλλά ιαπωνικής διακόσμησης. Είχε αυτές τις πόρτες από ρυζόχαρτο κι εγώ έβαζα το δάχτυλό μου και τις τρυπούσα. Στην τετάρτη δημοτικού, επειδή έλειπε ο πατέρας μου στο εξωτερικό και ήμουν ζωηρός, έδωσα εξετάσεις και μπήκα στο Κολλέγιο στο Ψυχικό. Με έβαλαν στο οικοτροφείο και έμεινα εκεί μέχρι την πρώτη γυμνασίου που πέθανε ο πατέρας μου. Τελείωσα το σχολείο με τα χίλια ζόρια γιατί έμεινα πολλές φορές μετεξεταστέος. Κάπου, όμως, προς την τελευταία χρονιά σοβαρεύτηκα και το ’73 μπήκα στη Νομική με πολύ καλή σειρά.

 

  • Ως φοιτητής έζησα όλη την εποχή της Μεταπολίτευση πάρα πολύ έντονα, όλη αυτή την υπερπολιτικοποίηση. Τις πολιτικές συζητήσεις και τους τσακωμούς με τους συμφοιτητές και τους φίλους, τις διαδηλώσεις, το Σύνταγμα, την έλευση του Καραμανλή. Θυμάμαι, το βράδυ που ερχόταν, 23 προς 24 Ιουλίου, τρέχαμε με τα πόδια στην παραλιακή για να πάμε στο αεροδρόμιο και πέσαμε πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο με αμερικνικές πινακίδες. Ο οδηγός ήταν Αμερικανός. Είχαν αρχίσει να χτυπάνε πάνω στο καπό του. Κάπου εκεί παρενέβην. Δεν θυμάμαι τι έγινε στο τέλος, αλλά τη γλίτωσε ο άνθρωπος.

 

  • Στο πανεπιστήμιο είχα εμπλακεί λίγο στην αρχή με φοιτητικές παρατάξεις, αλλά μετά βαρέθηκα. Συνελεύσεις, συγκεντρώσεις, φωνές, φανατισμοί. Ήταν η πρώτη εποχή. Πηγαίναμε στα αμφιθέατρα και ξοδεύαμε ώρες πολλές με τα διαδικαστικά. Με κόμματα δεν συνδέθηκα, γιατί ήμουν πάντα πολύ σκεπτικιστής. Δεν ένιωσα ποτέ να διαψεύδονται οι προσδοκίες μου. Δεν επένδυσα σε αυτά τα πράγματα, όπως έκαναν άλλοι άνθρωποι – γιατί υπήρξαν όντως άνθρωποι εκείνη την εποχή που επένδυσαν υπέρ το δέον. Καταστράφηκαν ζωές. Αλλά σ’ ένα σημείο είπα «εντάξει, τώρα με ενδιαφέρει να σπουδάσω».
Όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω καφετζής. Ο παππούς μου με πήγαινε συχνά σ’ ένα καφενείο που έφτιαχνε πάρα πολύ καλό καφέ και μου άρεσε όπως ήταν ντυμένος ο καφετζής με ’κείνη τη λευκή, πεντακάθαρη ποδιά. Μου άρεσε ακόμα που γελούσαν κι έκαναν αστεία όλοι μαζί. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω καφετζής. Ο παππούς μου με πήγαινε συχνά σ’ ένα καφενείο που έφτιαχνε πάρα πολύ καλό καφέ και μου άρεσε όπως ήταν ντυμένος ο καφετζής με ’κείνη τη λευκή, πεντακάθαρη ποδιά. Μου άρεσε ακόμα που γελούσαν κι έκαναν αστεία όλοι μαζί. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
  • Τελείωσα τη Νομική το ’80 και αποφάσισα να κάνω μεταπτυχιακό στο Συνταγματικό Δίκαιο. Έκανα το DEA (Diplôme d’ études approfondies) μου στο Παρίσι, όπου έμεινα δύο χρόνια, από το ’80 μέχρι το ’82. Ήμουν εκεί τον Μάιο που εκλέχθηκε ο Μιτεράν. Πανηγυρίζαμε την εκλογή του στην Place de la Bastille. Έζησα από κοντά τα πρώτα χρόνια του σοσιαλιστικού κόμματος στην εξουσία. Την εποχή που τελείωσα είχαν μετακαλέσει τον Αριστόβουλο Μάνεση που ήταν καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα. Έμαθε τι έκανα και με πήρε για επιστημονικό συνεργάτη. Άρχισα έτσι, χωρίς να το έχω επιδιώξει, μια επιστημονική καριέρα.

 

  • Το 1984 έφυγα με εκπαιδευτική άδεια και πήγα στη Μαδρίτη, στο Centro de Estudios Políticos y Constitucionales. Εκεί έκανα την έρευνα για τη διατριβή μου που είχε ως θέμα της τις Συνταγματικές Όψεις της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και την Ισπανία. Και οι δύο χώρες είχαν κοινό στοιχείο ότι η δικτατορία τους είχε πέσει χωρίς εξέγερση. Είχε γίνει μια μετάβαση, μια τρόπον τινά «παράδοση» της εξουσίας στους πολιτικούς από τους ίδιους τους δικτάτορες. Μπορεί να έγινε με διαφορετικό τρόπο, αλλά με ενδιέφερε πολύ να δω πώς χρησιμοποιήθηκε το Συνταγματικό Δίκαιο για να νομιμοποιήσει αυτές τις διαδικασίες.

 

  • Στην Ισπανία έμεινα δύο χρόνια, σε συνθήκες δύσκολες οικονομικά, αλλά πάρα πολύ γόνιμες. Διάβασα πολύ ισπανική λογοτεχνία, έκανα φίλους – τον δεύτερο χρόνο, γιατί τον πρώτο ήμουν πολύ μόνος. Δεν ήξερα κανέναν. Ήρθε ένας φίλος και μου είπε: «Μα, καλά, πώς ζεις εδώ πέρα; Εγώ θα είχα βγει έξω, θα είχα γνωρίσει κόσμο». Και είπα μέσα μου: «δίκιο έχει αυτός». Την ίδια μέρα βγήκα έξω και πήγα στη Filmoteca, στην Κινηματογραφική Λέσχη της Μαδρίτης. Έπαιζε το I Vitelloni του Φελίνι με ακουστικά. Πήρα κι εγώ τα ακουστικά, βγήκα έξω, βρήκα έναν συμπαθή τύπο και κάθισα δίπλα του. Διάβαζε ένα βιβλίο με θέμα τους φακούς φωτογραφικών και κινηματογραφικών μηχανών. Μου το έδειξε και του είπα «α, πολύ ενδιαφέρον». Εκείνη τη στιγμή έσβησαν τα φώτα και του λέω «να τα πούμε μετά». Γίναμε κολλητοί φίλοι με τον Χουάν και μιλάμε μέχρι και σήμερα. Σπούδαζε κινηματογράφο και μια εποχή δούλεψε και ως βοηθός του Αλμοδόβαρ. Μέσα από αυτόν γνώρισα μια πάρα πολύ μεγάλη διεθνή παρέα, που περιλάμβανε Γιαπωνέζους, Μεξικανούς. Έτσι, τη δεύτερη χρονιά πέρασα πάρα πολύ καλά γιατί είχα φίλους και βγήκα απ’ το καβούκι μου.

 

  • Μετά την Ισπανία, επέστρεψα στην Ελλάδα, συνέχισα να διδάσκω και να γράφω τη διατριβή μου. Μου πήρε συνολικά έξι χρόνια να την τελειώσω γιατί την τελευταία στιγμή αποφάσισα να προσθέσω στον επίλογο την πτώση της δικτατορίας στην Πορτογαλία το ’74, την πτώση της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι το ’43 αλλά και τη Μεταπολίτευση στην Τουρκία από τη δικτατορία του Εβρέν και μετά. Μετά τη διατριβή συνέχισα ν’ ακολουθώ πανεπιστημιακή καριέρα, έγινα λέκτορας και έφυγα για έναν χρόνο στη Χαϊδελβέργη. Εκεί έμαθα ό,τι νομικά ξέρω και έγραψα ένα βιβλίο στα ελληνικά για τα παράνομα αποδεικτικά μέσα. Το ’98 επέστρεψα, έγινα επίκουρος καθηγητής και αμέσως μου πρότεινε ο Νικηφόρος Διαμαντούρος να πάω στον Συνήγορο του Πολίτη ως βοηθός συνήγορος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Το 2003 ο ίδιος αποχώρησε γιατί εκλέχθηκε Ευρωπαίος Συνήγορος και η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με εξέλεξε ομόφωνα διάδοχό του. Το 2008, έναν χρόνο μετά τη λήξη της πρώτης θητείας, με εξέλεξαν και πάλι ομόφωνα – μόνο ο ΛΑΟΣ απείχε, όχι γιατί δεν συμφωνούσε με το πρόσωπό μου, αλλά γιατί, όπως δήλωσε, διαφωνούσε με τον θεσμό των Ανεξάρτητων Αρχών. Το 2009 μου έγινε πρόταση να κατέβω στις ευρωεκλογές, αλλά δεν ήθελα να φύγω γιατί ήταν πολύ πρόσφατη η επανεκλογή μου. Το 2010, όμως, που μου έγινε η πρόταση να κατέβω για δήμαρχος ένιωθα ότι είχα κλείσει πια τον κύκλο μου στον Συνήγορο του Πολίτη.

 

  • Η ενασχόληση με την πολιτική μπορεί να σε βοηθήσει να παραμείνεις έντιμος. Αρκεί να μη θες να πλουτίσεις από την πολιτική ή να μείνεις πάση θυσία σ’ αυτήν. Όταν είσαι πολιτικός σε ρωτάνε πολλοί: «Λες ψέματα;». Δυστυχώς, το ψέμα είναι συνυφασμένο με τον πολιτικό. Αν θες να είσαι ένας πολιτικός με αρχές, δεν λες ψέματα, αλλά λειτουργείς κάπως σαν έναν δικηγόρο σε ποινική δίκη. Φωτίζεις ορισμένες πλευρές της αλήθειας περισσότερο από άλλες. Παίζεις με τη σκιά και το φως σε αυτό που θεωρείς αλήθεια. Αυτό είναι κατά έναν τρόπο το μόνο «ψέμα» που επιτρέπεται σ’ έναν πολιτικό, να προβάλλει πιο πολύ κάποια πράγματα, πολύ συχνά για να εμψυχώσει τον κόσμο. Για να μην τον αποθαρρύνει.

 

  • Τα βασικά στοιχεία που κάνουν την Αθήνα μοναδική σε ολόκληρο τον κόσμο είναι η ιστορία της και η τριπλή της υπόσταση. Είναι μια πόλη βαλκανική, ευρωπαϊκή και ανατολίτικη. Αυτή την τριπλή υπόσταση δεν την έχουμε όλοι πάντα στο μυαλό μας γιατί ο καθένας βλέπει την πόλη μέσα από τα δικά του βιώματα και ιδεολογήματα. Η Αθήνα είναι όλα αυτά που τη συγκροτούν. Όλη αυτή η τεράστια ιστορία και αυτή η τριπλή ιδιότητα. Δεν υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που να συνδυάζει αυτά τα στοιχεία.
    Η μεγαλύτερη αγωνία, ο μεγαλύτερος φόβος ενός δημάρχου είναι μη συμβεί καμιά καταστροφή στην πόλη του. Ο φόβος, βέβαια, είναι ανθρώπινος, το ζήτημα είναι να μην πανικοβάλλεσαι. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Η μεγαλύτερη αγωνία, ο μεγαλύτερος φόβος ενός δημάρχου είναι μη συμβεί καμιά καταστροφή στην πόλη του. Ο φόβος, βέβαια, είναι ανθρώπινος, το ζήτημα είναι να μην πανικοβάλλεσαι. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO

 

  • Τη δύναμη να σηκώνεσαι κάθε μέρα και να συνεχίζεις την αντλείς από μέσα σου αλλά και από τα πράγματα που βλέπεις να γίνονται, όπως o Kόμβος Αλληλοβοήθειας απέναντι από τον Σταθμό Λαρίσης που φέρνει κοντά ανθρώπους που δίνουν και ανθρώπους που παίρνουν ή ο Κόμβος Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας, το INNOVATHENS στην Τεχνόπολη. Αν πας εκεί, βλέπεις μια Αθήνα όπως την ονειρευόμαστε. Σ’ έναν κόσμο που συνδυάζει την πολύ υψηλή τεχνολογία με την επιχειρηματικότητα, αλλά μέσα σε μια πόλη με τη δική της μεγάλη ιστορία. Ένα πάντρεμα του πιο σύγχρονου με το πιο κλασικό. Αυτό θέλω για την Αθήνα. Να γίνει μια πόλη που θα αξιοποιήσει όλο το δυναμικό των ανθρώπων της.

 

  • Σε μια εκλογική κούρσα δεν υπάρχει προτίμηση στον ρόλο του φαβορί ή του αουτσάιντερ. Καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του και όταν είσαι αουτσάιντερ, δεν έχεις και τίποτα να χάσεις. Όταν προηγείσαι στις δημοσκοπήσεις, είναι μια καλή αρχή, αλλά έχεις την αγωνία του δρομέα μεγάλων αποστάσεων που προηγείται και γυρνάει συνεχώς πίσω του να δει πού βρίσκονται οι αντίπαλοί του.

 

  • Όπως το βλέπω εγώ, στην πρώτη μας θητεία εξυγιάναμε τον Δήμο. Τώρα πρέπει να γίνει ανάπλαση όλης της πόλης. Αλλά όταν λέω ανάπλαση, δεν εννοώ μόνο εξωραϊσμό. Πρέπει να δημιουργηθούν δουλειές. Πρέπει να αξιοποιήσουμε το μεγάλο δυναμικό της πόλης και κυρίως τους νέους ανθρώπους. Τα πιο σημαντικά προβλήματα είναι η γραφειοκρατία και η μείωση του προσωπικού, που μας τσάκισε. Είχαμε 11.500 υπαλλήλους όταν αρχίσαμε κι έχουμε μείνει στους 7.000. Όταν σου λένε ότι στον Λυκαβηττό έχουμε έναν άνθρωπο να καθαρίζει, είναι πρόβλημα. Αυτό με στενοχωρεί. Η εικόνα της πόλης. Η υφή της που έχει φθαρεί. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που δεν διορθώνεται. Θα τη φτιάξουμε την εικόνα της πόλης, αυτό δεν με φοβίζει.

 

  • Αν μπορούσα να ζητήσω κάτι από την κεντρική εξουσία, θα ήταν δύο πράγματα: πρώτον, να μεταβιβάσει στον Δήμο όλες τις εξουσίες που πρέπει να έχει ένας μητροπολιτικός δήμος και, δεύτερον, να του δώσουν τη δυνατότητα να αντλεί μόνος του τη χρηματοδότησή του. Αυτήν τη στιγμή τα ακίνητα επιβαρύνονται με επτά διαφορετικούς φόρους. Ας κρατήσουν έναν φόρο για το κράτος, τον φόρο υπεραξίας όταν μεταβιβάζεται το ακίνητο. Οι υπόλοιποι να πάνε στον κάθε Δήμο. Να σταματήσει το «δώσε και σε μένα μπάρμπα» και να αποκτήσει ο Δήμος την οικονομική του αυτοδυναμία. Αυτοί οι δύο άξονες είναι που συγκροτούν την αυτονόμηση, την ανεξαρτησία των Δήμων από την κεντρική εξουσία. Θεσμική και αρμοδιοτήτων στην πρώτη, οικονομική στη δεύτερη περίπτωση. Ενηλικίωση.

 

  • Η μεγαλύτερη αγωνία, ο μεγαλύτερος φόβος ενός δημάρχου είναι μη συμβεί καμιά καταστροφή στην πόλη του. Ο φόβος, βέβαια, είναι ανθρώπινος, το ζήτημα είναι να μην πανικοβάλλεσαι.

 

www.gkaminis.gr/diktyo, facebook.com/GiorgosKaminis

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάιο του 2014