• Ήμουν δεινή καπνίστρια. Από δεκαεπτά χρονών, απ' όταν μπήκα στη σχολή, το 1957. «Άρωμα» κάπνιζα. Επειδή κάπνιζε «Άρωμα» και ο Κουν. Μου είχε πει η μητέρα μου «όταν δεχτείς το πρώτο τσιγάρο που θα σε κεράσουν, θα πας να αγοράσεις πακέτο». Τότε φοβόντουσαν για ναρκωτικά. Οι γονείς μου ήταν δεινοί καπνιστές. Ξυπνούσαν το πρωί και η πρώτη κίνηση ήταν να πιάσουν το πακέτο στο κομοδίνο, πριν καλά-καλά ανοίξουν τα μάτια τους. Κάπνιζα 43 χρόνια, μέχρι τα 60. Η μάνα μου, η ξαδέρφη μου, η γιαγιά μου, όλες πέθαναν στα 60 από εγκεφαλικό. Ήταν ένα ορόσημο περίεργο στις γυναίκες της οικογένειάς μου. Έπαθα εγκεφαλικό στα 60, αλλά τη γλίτωσα από του χάρου τα δόντια. Όταν έμεινα μόνη στο νοσοκομείο, είπα στον εαυτό μου «θες να ζήσεις ή να πεθάνεις;». «Θέλω να ζήσω» είπε. Κομμένο το τσιγάρο. Από τότε δεν ξανακάπνισα. Μου είπε ο καρδιολόγος «μέχρι τρία Λήδα, στο τέταρτο καίγεσαι».

 

  • Ο πατέρας μου ήταν από τη Σμύρνη, έμπορος, η μάνα μου από τη Ρωσία. Τους ακολουθούσαν δύο καταστροφές. Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1940. Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια μουσικής, η σταρ της οικογένειας. Μαθήτρια του Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Την έβαλε στην τάξη, στο ωδείο, και δίδασκε –επειδή ήξερε ότι είχε ανάγκη οικονομική– από 14 ετών. Είχε μαθητές πενηντάρηδες. Ανέβηκε και δίδαξε. Η μητέρα μου έκανε συναυλίες με χορωδίες στα σχολεία που δεν τις βλέπουμε ούτε σήμερα. Τότε οι καθηγητές των τεχνικών, της γυμναστικής και της ωδικής δεν έφευγαν ως γυμνασιάρχες. Η μητέρα μου έφυγε με τον βαθμό του γυμνασιάρχη, διότι έκανε όλα αυτά. Ο πατέρας μου ήταν φιλότεχνος, έπρεπε να έχει γίνει ηθοποιός. Είμαστε δύο αδερφές. Η Έλσα έκανε καριέρα ως Έλσα Καστέλλα σε όλη την Ευρώπη. Όπερα. Σήμερα είναι καθηγήτρια στο Κονσερβατουάρ της Βιέννης. Όταν ήμουνα μικρή, στο σπίτι με φώναζαν Λίντα.

 

Πάντως, εμένα ο Κουν με φίλησε. Όταν τελειώσαμε τις εξετάσεις, με σήκωσε στα χέρια και με φίλησε. Και το έγραψα με μεγάλα γράμματα στο ημερολόγιό μου: «Ο Κουν με φίλησε».

 

  • Ήμουνα 6 ή 7 ετών και η Μέτρο Γκόλντγουιν Μάγιερ έκανε έναν διαγωνισμό στην Ελλάδα για τη σωσία μιας παιδούλας σταρ, της Μάργκαρετ Ο'Μπράιεν. Έβγαλαν ένα φιρμάνι ότι η σωσίας θα στελνόταν στο Χόλιγουντ. Με πήρε η μητέρα μου και πήγαμε σε ένα κτίριο απέναντι από το παλιό ταχυδρομείο, στην Κοτζιά. Ήταν 500 παιδιά, όλες Μάργκαρετ Ο'Μπράιεν. Άρχισε η επιλογή και στο τέλος μείναμε δύο. Ο Δημήτρης Μπόγρης, που ήταν στην επιτροπή, μου ζήτησε και έναν αυτοσχεδιασμό. Ήταν η πρώτη μου οντισιόν. Μετά από αυτό, σε ηλικία 7 ετών, με πήγε η μητέρα μου στη δραματική σχολή του Δημήτρη Κουνελάκη και έκανα έναν χρόνο. Ήθελε να διαπιστώσει αν είχα ταλέντο, να μάθει αν αυτό που έδειχνα ήταν κάτι σοβαρό.

 

  • Ήταν σοβαρός άνθρωπος η μητέρα μου. Και για την Έλσα και για εμένα ήθελε γνώμες. Οι συμμαθητές μου ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτεροί μου. Όταν τελείωσε αυτός ο χρόνος, ο Κουνελάκης είπε στη μητέρα μου, πριν τελειώσω το γυμνάσιο, να πάω να με προετοιμάσει για τη δραματική σχολή.

 

Το αληθινό αίσθημα σε οδηγεί και κάνεις αυτό που έλεγε ο Κουν: «Τώρα να γίνονται τα πράγματα. Τώρα». Στη ζωή αντιδρούμε άμεσα. Τώρα. Με αυτή την άποψη μπήκα στο θέατρο... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Το αληθινό αίσθημα σε οδηγεί και κάνεις αυτό που έλεγε ο Κουν: «Τώρα να γίνονται τα πράγματα. Τώρα». Στη ζωή αντιδρούμε άμεσα. Τώρα. Με αυτή την άποψη μπήκα στο θέατρο... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Εγώ ήθελα να γίνω χορεύτρια, αλλά είχα ένα ελαφρύ φύσημα στην καρδιά. Όταν ήμουν 16 ετών, πήγε η αδερφή μου στο Τέχνης και είδε την Αγριόπαπια. Μου είπε: «Μην το χάσεις, τρέχα, δεν μπορείς να φανταστείς τι είδαν τα μάτια μου». Πάω στο Υπόγειο, βλέπω την παράσταση και λέω: «Ή εδώ ή πουθενά αλλού». Όταν κατέβηκα να δώσω εξετάσεις, κρεμόταν η ζωή μου στην κυριολεξία από το αν θα έμπαινα ή όχι. Ήμουνα κουρεμένη, ένα τόσο δα πλασματάκι, έδειχνα δώδεκα χρονών και ενώ περίμενα, είπα «τι κάνω εγώ εδώ;». Μπήκα, τα είπα και όταν βγήκα, έβγαινε και ο Μπάκας, γι' αυτό έτρεξα να τον ρωτήσω στα σκαλιά – «εσείς περάσατε» μου λέει.

 

  • Έτσι, πέρασα στη σχολή του Τέχνης. Δεν έκανα όλα τα χρόνια, επειδή, ως αριστεύσαντες εκ του πρώτου έτους, εμένα, τη Μάγια (Λυμπεροπούλου) και τον Γιάννη (Φέρτη) μας έβγαλε στην άδεια και, συνεπώς, στο επάγγελμα με έναν χρόνο σχολή. Δεν μας επέτρεψε να συνεχίσουμε. Ο Κουν με πίστευε πολύ και με αγαπούσε. Είπε στη μητέρα μου: «Η ευαισθησία της Λίντας έχει γεννηθεί για το θέατρό μου». Και, παρ' όλα αυτά, με πέταξε έξω. Δεν με κρατήσανε για άλλους λόγους. Γιατί; Γιατί του είπε ο Δημήτρης Χατζημάρκος: «Το Εκαλάκι (σ.σ. Εκάλη Σώκου, ηθοποιός και γυναίκα του Χατζημάρκου) τι θα παίξει;». Και ο Κουν χρώσταγε στον Χατζημάρκο. Τον είχε κρύψει στην Κατοχή με κίνδυνο της ζωής του. Δε τολμούσες να του πεις τίποτα για τον Μήτσο. Αυτά, σε γενικές γραμμές, ήταν το ξεκίνημα.

 

  • Κάποτε, αργότερα, όταν παίξαμε εδώ στη Στοά το Χάσαμε τη θεία, στοπ και του είπαν ότι «όποιος δεν έχει δει την Πρωτοψάλτη να πατάει τα γοβάκια της, δεν έχει δει τίποτα», είπε «εγώ το έλεγα πάντα ότι η Λήδα είχε ταλέντο».

 

  • Ο Κουν αγαπούσε μόνο τους ταλαντούχους – όσο μπορούσε να αγαπήσει ο Κουν. Με δύο ανθρώπους κουβέντιαζε, και το έχω δει με τα μάτια μου. Με τον Μηνά Χρηστίδη και τη Βέρα Ζαβιτσιάνου. Στους άλλους έλεγε: «Δεν θέλω απόψεις, δεν θέλω απόψεις». Πάντως, εμένα ο Κουν με φίλησε. Όταν τελειώσαμε τις εξετάσεις, με σήκωσε στα χέρια και με φίλησε. Και το έγραψα με μεγάλα γράμματα στο ημερολόγιό μου: «Ο Κουν με φίλησε».

 

  • Τότε στο ραδιόφωνο υπήρχε η εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη, κάθε Κυριακή. Ήταν μια εκπομπή για το θέατρο. Εκεί ακούγαμε όλες τις θεατρικές ειδήσεις, μαθαίναμε για τις οντισιόν. Δεν είναι απίθανο ότι υπήρχε τότε μία τόσο ενδιαφέρουσα εκπομπή και σήμερα δεν υπάρχει τίποτα; Για να μη μιλήσουμε για τη δουλειά που έκανε ο Μήτσος Λυγίζος, όταν διηύθυνε το καλλιτεχνικό πρόγραμμα της ΕΡΤ, τότε, με τα θεατρικά που ανέβαιναν στο ραδιόφωνο. Υπερπαραγωγές, όλα τα κλασικά έργα. Εξαιρετικά πράγματα. Μέχρι την Ανάσταση του Τολστόι είχαμε κάνει σε δύο συνέχειες, με όλη την αφρόκρεμα του Τέχνης.

 

  • Από την εκπομπή του Μαμάκη έκανα οντισιόν και πήγα να δουλέψω με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Έμεινα κοντά του πέντε χρόνια. Άλλο σχολείο. Έκανα μια μικρούλα, τη Βιργινία, στο Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα του Ντε Φιλίππο. Καθάριζε κρεμμύδια κι έλεγε τον πόνο της στην κυρά της, τη Μαρία Αλκαίου.
 Όταν έχω μεγαλώσει με αριστουργήματα, δεν μπορώ να κάνω ανοησίες και εξτρεμισμούς και κολοκύθια τούμπανα. Εγώ έμαθα να υπηρετώ το έργο, τον ρόλο, να εμβαθύνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Όταν έχω μεγαλώσει με αριστουργήματα, δεν μπορώ να κάνω ανοησίες και εξτρεμισμούς και κολοκύθια τούμπανα. Εγώ έμαθα να υπηρετώ το έργο, τον ρόλο, να εμβαθύνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • «Ψεύτραααα! Ψεύτραααα!» μου φώναζε ο Διαμαντόπουλος κάθε μέρα στην πρόβα. Κι εγώ δεν κοιμόμουνα, βασανιζόμουνα, αναρωτιόμουνα: «Γιατί με λέει ψεύτρα»;

 

  • Πόσο με βασάνισε αυτός ο ρόλος! Αυτός ο ρόλος, όμως, ήταν που μου άνοιξε τα μάτια στην υποκριτική, γιατί έφαγα τόσο βρισίδι. Φτάσαμε στην τζενεράλε και ήμουνα απελπισμένη. Βγαίνω στη σκηνή, και ενώ σε όλες τις πρόβες είχα στον νου μου τον Διαμαντόπουλο που με έβριζε, λέω στον εαυτό μου «χέσ' τον, στον ρόλο εσύ». Με το που λέει η Αλκαίου την ατάκα, ξεκινάω σαν κανόνι. Και εκεί που τα 'λεγα, ακούω μια αγριοφωνάρα από την πλατεία «Ναιιιιιι! Αυτό είναι! Επίθεση! Απάνω της!». Και κατάλαβα. Στις πρόβες έβλεπα την Αλκαίου και δεν την έβλεπα, δεν είχε σώμα, γιατί ήμουνα άδεια, είχα τον νου μου πώς θα τα πω και όχι στο αίσθημα που είχα και το πράγμα ήταν ψεύτικο. Όταν το κατάλαβα, η Αλκαίου πήρε σάρκα και οστά και μπορούσα να της μεταδώσω το αίσθημα, την άγγιζα, ενώ πριν δεν την ακουμπούσα καν.

 

  • Το αληθινό αίσθημα σε οδηγεί και κάνεις αυτό που έλεγε ο Κουν: «Τώρα να γίνονται τα πράγματα. Τώρα». Στη ζωή αντιδρούμε άμεσα. Τώρα. Με αυτή την άποψη μπήκα στο θέατρο. Πέστε μου αν είμαι τυχερή: Χατζιδάκις, Τσαρούχης, Γιάννης Σιδέρης, Μάριος Πλωρίτης, Γιώργος και Ελένη Βακαλό. Αυτός ήταν ο κύκλος, αυτοί οι δάσκαλοί μου. Όταν έχεις τέτοιες προσωπικότητες, πρέπει να είσαι ντουβάρι για να μην έχει περάσει κάτι μέσα σου. Στον Κουν υπήρχε μια λέξη επαναλαμβανόμενη: το πάθος, πάθος, πάθος. Τίποτε άλλο δεν άκουγες. Εκεί γνώρισα το πάθος. Διάβασα τώρα σε ένα βιβλίο του Ερνέστο Σάμπατο πως μόνο ό,τι γίνεται παθιασμένα δικαιούται τον ενθουσιασμό μας, τα άλλα όλα δεν έχουν σημασία. Ο Κουν ενδιαφερόταν για τα πάντα. Για μια δαντελίτσα στην άκρη ενός φορέματος, για μια ηθοποιό και έναν ρόλο των δέκα λεπτών. Αναρωτιόμασταν πολλές φορές: «Δεν έχει σωματικές ανάγκες; Να κάνει τσίσα του, βρε αδερφέ!». Κράταγε τα τσιγάρα και ξεχνιόταν, καιγόταν και τα δάχτυλά του ήταν κατακίτρινα. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ.

 

  • Έτσι μεγαλωμένη δεν μπορώ να καταλάβω αυτό που γίνεται σήμερα στο θέατρο. Ούτε τα κινητά που χτυπάνε στις πρόβες, ούτε τους εξτρεμισμούς που γίνονται για να προκαλέσουν ή να κόψουν εισιτήρια. Εμένα δεν μου λέει τίποτα να παίξει τον Ηλίθιο ένας χοντρός που είναι για άλλο ρόλο. Όταν έχω μεγαλώσει με αριστουργήματα, δεν μπορώ να κάνω ανοησίες και εξτρεμισμούς και κολοκύθια τούμπανα. Εγώ έμαθα να υπηρετώ το έργο, τον ρόλο, να εμβαθύνω. Επειδή όταν ανεβάζεις τα μεγάλα έργα πρέπει να έχεις άποψη για τα πράγματα. Αν δεν έχεις άποψη, δεν τα ανεβάζεις καν. Κάθε έργο και κάθε ρόλος αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Με τα έργα δεν ξεμπερδεύεις ποτέ. Τον ρόλο τον παίζω ακόμα και στον ύπνο μου. Τους ξετινάζω τους ρόλους. Μόλις κλείσω τα μάτια μου αρχίζει η διεργασία η εσωτερική. Αυτή είναι μια εσωτερική δουλειά που γίνεται. Ο Σμοκτουνόφσκι είπε κάποτε: «Το δύσκολο δεν είναι να παίξεις τον Άμλετ αλλά να είσαι». Είναι αυτή η σχολή της ταύτισης με τον ρόλο. Και μετά, μόλις τελειώσεις, φεύγεις, είσαι ο εαυτός σου. Αυτό πιστεύω. Μόλις πέσουν τα φώτα, φινάλε, τελείωσες, είσαι η Λήδα.

 

  • Με τον Θανάση (Παπαγεωργίου) παντρευτήκαμε το 1965, το '66 έκανα τον γιο μου και το '69 ήμασταν ήδη χωρισμένοι. Ο γιος μου, ο Κώστας, θεώρησε ότι το θέατρο μάς χώρισε με τον πατέρα του, ενώ δεν έγινε κάτι τέτοιο. Έχει αποδειχτεί αυτό. Μια φορά, όταν ήταν έφηβος, μου είπε: «Δεν θέλω να εκθέτω τον εαυτό μου». Δεν ήθελε και δεν ασχολήθηκε με την τέχνη. Ο δεύτερος γάμος μου κράτησε 19 χρόνια και τώρα είμαστε 15 χρόνια παντρεμένοι με τον Ηλία Κατέβα. Γνωριστήκαμε εδώ, στο Χάσαμε τη θεία, στοπ. Μιλάμε την ίδια γλώσσα.

 

Με τον Θανάση υπηρετήσαμε κυριολεκτικά τους Έλληνες συγγραφείς. Σαράντα χρόνια, το ελληνικό θέατρο. Τι να σας πω; Ότι οι Έλληνες συγγραφείς –εκτός ορισμένων εξαιρέσεων– δεν περνάνε να πούνε μια  καλησπέρα; Δεν πειράζει, εμείς το κάναμε γιατί  το πιστεύαμε και  το πιστεύουμε ακόμα...  Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Με τον Θανάση υπηρετήσαμε κυριολεκτικά τους Έλληνες συγγραφείς. Σαράντα χρόνια, το ελληνικό θέατρο. Τι να σας πω; Ότι οι Έλληνες συγγραφείς –εκτός ορισμένων εξαιρέσεων– δεν περνάνε να πούνε μια καλησπέρα; Δεν πειράζει, εμείς το κάναμε γιατί το πιστεύαμε και το πιστεύουμε ακόμα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

  • Με τον Θανάση καταφέραμε να κρατήσουμε αυτήν τη σχέση γιατί είμαστε και οι δύο ψωνάρες με τη δουλειά μας και τη βλέπουμε από την ίδια σκοπιά. Έκανε ο Θανάσης τη Στοά το 1971 κι εγώ ήρθα το 1974.

 

  • Το 1975 παίξαμε το Χάσαμε τη θεία, στοπ. Ο Διαλεγμένος, ο ίδιος ο συγγραφέας, πήρε ένα μπουγέλο με μαύρη μπογιά και ένα πινέλο κι έγραψε σε όλους τους τοίχους της Αθήνας «χάσαμε τη θεία, στοπ». Και λέγανε όλοι ότι η θεία είναι η CIA, ότι είναι η Φρειδερίκη και τέτοια. Μετά δημοσιεύτηκε η πρώτη ανακοίνωση για την παράσταση. Με τον Θανάση υπηρετήσαμε κυριολεκτικά τους Έλληνες συγγραφείς. Σαράντα χρόνια, το ελληνικό θέατρο. Τι να σας πω; Ότι οι Έλληνες συγγραφείς –εκτός ορισμένων εξαιρέσεων– δεν περνάνε να πούνε μια καλησπέρα; Δεν πειράζει, εμείς το κάναμε γιατί το πιστεύαμε και το πιστεύουμε ακόμα. Θα σας εξομολογηθώ ότι από το κλασικό ρεπερτόριο θα ήθελα να έχω κάνει κάτι περισσότερο. Να είχαμε ασχοληθεί, να είχαμε αναμετρηθεί με τα μεγάλα κείμενα, γιατί μπορούσαμε. Θυσιαστήκαμε με μια εμμονή στο ελληνικό θέατρο. Τελικά, είμαι ευχαριστημένη. Πολλά θα μπορούσε να κάνει ο καθένας και δεν τα έχει κάνει. Αισθάνομαι ότι καλά έκανα κι έμεινα στη Στοά. Με στενοχώριες, με δυσκολίες, αλλά με μια αξιοπρέπεια. Κάναμε αυτό που πιστεύαμε. Είναι μεγάλη υπόθεση να κάνεις αυτό που πιστεύεις, θεού δώρο.

 

  • Το χρήμα δεν με ενδιέφερε ποτέ. Αυτοκίνητο δεν απέκτησα. Το δίπλωμα το έχω από το 1962. Τσίλικο. Σαν να βγήκε χθες. Πάω με τη συγκοινωνία ή παίρνω ένα ταξάκι. Δεν είχα ποτέ τέτοιου είδους φιλοδοξίες για φοβερά και τρομερά πράγματα. Παίρνω μπλουζάκια από τη λαϊκή με ένα ευρώ και δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Έχουμε τρελαθεί με τη μεγάλη ζωή. Βίλες με πισίνες. Αυτό είναι ύβρις, ακριβώς όπως το λένε οι αρχαίοι. Αν έχεις τσίπα τόση δα, δεν επιτρέπεται αυτό.

 

  • Είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια εικόνα που θέλουμε να προβάλλουμε στον κόσμο. Ο Μίλερ λέει για τη Μέριλιν: «Ήτανε η Μέριλιν Μονρόε και αυτό τη σκότωνε».

 

  • Κι εμάς αυτό μας σκοτώνει. Η εικόνα μας. Εγώ δεν έγινα ηθοποιός για να βγάλω λεφτά. Τη μάχη μας τη δώσαμε επάνω στη σκηνή, αυτό ήταν το επάγγελμά μας, αν θέλεις να το πεις επάγγελμα. Αυτό που κάνω εγώ είναι κάτι άλλο. Και ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι πληρώθηκα από τη δουλειά μου. Αυτό που κάνουμε εμείς οι ηθοποιοί –όσοι το κάνουμε έτσι όπως νομίζω εγώ– δεν έχει πληρωθεί ποτέ, και δισεκατομμύρια να σου δώσουν. Καταθέτεις επάνω στη σκηνή κομμάτια από τον εαυτό σου, τη ζωή σου. Και να ξέρετε, αυτό ο κόσμος το εισπράττει. Μην ακούτε τις ανοησίες που λένε για το κοινό. Όλοι έχουν μια ευαισθησία που όταν τους την αγγίξεις, μπαίνουν μέσα στο κόλπο.

 

  • Μιλώ για το παρελθόν, επειδή τότε ήταν πιο σοβαρά και μαζεμένα τα πράγματα. Η τέχνη είναι ακριβή για να την κάνεις και να μη σκορπίζεσαι. Και το θέατρο φτιάχνεται με τα χέρια, τα ίδια σου τα χέρια. Η μόνη σχέση που έχει με το εμπόριο είναι ως προς το οικονομικό θέμα. Να κάνεις καλή διαχείριση με πενταροδεκάρες. Να βάζεις ένα τσουβάλι και να δείχνει το πιο πολυτελές ύφασμα του κόσμου, επειδή το έχουν ζωγραφίσει χέρια. Εμένα αυτό είναι η ζωή μου, μέσα σε αυτό έχω ζήσει. Έκανα πάντα αυτό που ήθελα, δεν περεξέκλινα από αυτό. Δεν σκορπίστηκα. Γιατί πίστευα πάντα ότι ο στόχος σου πρέπει να είναι συγκεκριμένος και να βαράς εκεί. Τα κατάφερα και το έκανα.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Ιούλιο του 2014