• Γεννήθηκα το '79 στο Χαλάνδρι, δίπλα στο σινεμά Αβάνα. Η πρώτη ταινία όπου με πήγε η μάνα μου ήταν η συνέχεια του Μάγου του Οζ, Return to Oz. Ακόμα και τώρα τη θεωρώ σπουδαία ταινία. Βίαιη και σκοτεινή. Οι σημερινές παιδικές ταινίες είναι ανώδυνες και γι' αυτό καθόλου συναρπαστικές. Τα παιδιά αντέχουν το σκοτάδι και όταν μεγαλώνουν το επεξεργάζονται και το βάζουν στην πραγματική του διάσταση. Από τα 15 ήξερα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Στα 25 μου πέρασα μια φάση που έχασα τον στόχο μου και μου φάνηκε τρομακτικό. Νομίζω ότι αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα άλλαζα το γεγονός ότι στα 15 μου ήμουν τόσο ώριμος και ήξερα τι ήθελα να κάνω. Τώρα είμαι 35 χρονών και ξέρω, όπως και τότε, ότι θέλω να γράφω μουσικές και να κάνω ταινίες.

 

  • Έχω αναμνήσεις από δύο ετών. Και με αφορμή την ταινία, τη δεκαετία του '80 την κουβεντιάζω συχνά. Η δική μου εκδοχή των '80s δεν έχει απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα. Το ότι την επισκέπτομαι συχνά, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τη νοσταλγώ. Με ενδιαφέρει γιατί εκεί χάνονται ή γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια του καλού και του κακού γούστου και πολιτικά μπαίνουν οι γκρίζες ζώνες στο παιχνίδι. Ένας νέος του σήμερα μπορεί πιθανότατα στο μέλλον να βρίσκει ενδιαφέρουσα την εποχή μας για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Το ότι βιώνεις έντονα την εποχή της παιδικής σου ηλικίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι την εξιδανικεύεις.

 

Δεν υπάρχει πια το guilty pleasure. Στην τέχνη δεν υπάρχει για μένα κάτι καθιερωμένο, μια σταθερά, κάτι αντικειμενικά αριστουργηματικό.Υπάρχει αυτό που μόνο εσύ αγαπάς και φιγουράρει σε μια λίστα προσωπική.

 

  • Στην εφηβεία άρχισα να πηγαίνω μόνος μου στα διάφορα σινεμά του κέντρου. Στην Ταινιοθήκη της Κανάρη και στο Άστυ της Κοραή, στο Αλφαβίλ της Μαυρομιχάλη. Έβλεπα φανατικά ευρωπαϊκό κι ελληνικό σινεμά, ρετροσπεκτίβες, αφιερώματα και ό,τι μου φαινόταν διαφορετικό από αυτό που έπαιζε η τηλεόραση. Στο σπίτι έκαιγα το βίντεο με όλα τα VHS – μου τράβαγαν την προσοχή τα εξώφυλλα, συνήθως sci-fi και ταινίες τρόμου.

 

  • Με μια δανεική super 8 ξεκίνησα να τραβάω τα πρώτα μου πειραματικά φιλμ. Αυτό το πράγμα μού φάνηκε πολύ προσιτό και οπτικά ενδιαφέρον σε σχέση με τη βιντεο-εικόνα που κυκλοφορούσε τότε. Η μουσική ήρθε λίγο αργότερα. Πέρασα απ' όλα, κλασικό πιάνο και ωδείο, γυμνασιακές μέταλ μπάντες, ελληνόφωνα ροκ κακέκτυπα, παρωδίες Depeche Mode ντουέτα. Ενδιαφέρον έγινε όταν κάποια στιγμή αγόρασα ένα συνθεσάιζερ κι ένα MPC sampler. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω την αρχιτεκτονική του ήχου και την άμεση χαρά της ηλεκτρονικής μουσικής.

 

  • Η μουσική σε ανταμείβει συναισθηματικά σχετικά πιο εύκολα και πιο γρήγορα και κάπως κυριάρχησε στη ζωή μου μια περίοδο, ενώ το σινεμά ήταν πάντα –τουλάχιστον στο μυαλό μου– προτεραιότητα. Γι' αυτό προσπάθησα να ξεχωρίσω τη μουσική από τον κινηματογράφο με αυτή τη φανταστική περσόνα του Felizol.

 

  • Με τον Boy γνωριστήκαμε στη σχολή κινηματογράφου. Είχαμε μια μπάντα τότε, τους Sportex, μια πρωτόγονη εκδοχή αυτού που κάνουμε σήμερα. O Βούλγαρης τον πρώτο καιρό ντρεπόταν να τραγουδήσει, έπαιζε τύμπανα και πλήκτρα. Γρήγορα, βέβαια, με εκτόπισε, γιατί προφανώς τραγουδούσε καλύτερα από μένα. Στην μπάντα προστέθηκε και ο Έκτορας (ή Dr Hector), που είναι απίθανος σκιτσογράφος και συγγραφέας, κι έτσι πάλευαν τα τρία «εγώ» μας στην πίστα. Στις αρχές του 2000 ήμασταν κάτι σαν τα σκαθάρια της οδού Θεμιστοκλέους.

 

 

Δεν με ενδιαφέρει και πολύ να διαχωρίζω τα πράγματα σε όμορφα και άσχημα, και αυτή η δεκαετία αυτό το σηματοδοτεί με κάποιον τρόπο... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν με ενδιαφέρει και πολύ να διαχωρίζω τα πράγματα σε όμορφα και άσχημα, και αυτή η δεκαετία αυτό το σηματοδοτεί με κάποιον τρόπο... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Η πρώτη ταινία που έκανα ήταν το '98 και λεγόταν Τούγκο Τούγκο. Ήταν μια ομαδική δουλειά με την οποία προσπαθήσαμε να καλύψουμε τις ελλείψεις της σχολής. Ήταν μια σπουδαστική ταινία που κάναμε στο πρώτο έτος, αλλά κινήθηκε σε διάφορα φεστιβάλ κι έτσι ήρθαν κάποια λεφτά για να μπορέσω να κάνω κι άλλες μικρού μήκους ταινίες. Το 2000 έκανα τον Φωταγωγό, το 2003 το Goal, το 2009 το ΟΣΙΚΙ.

 

  • Οι ταινίες μου, παρόλο που ήταν μικρού μήκους, δεν ήταν εύκολες. Ήταν πρότζεκτ που στο καθένα αφιέρωνα τουλάχιστον τρία χρόνια και κάποια ήταν αρκετά ακριβά ως παραγωγές. Οπότε, η μεγάλου μήκους, ως κατασκευή, πρακτικά δεν με ζόρισε τόσο. Η πραγματική δυσκολία σε μια μεγάλου μήκους ταινία είναι στην έκθεσή της στον κόσμο, στο κοινό. Εκεί παίρνεις τα μεγαλύτερα ρίσκα.

 

  • Αυτό το πράγμα που ήθελα από την αρχή, να παίζεται δηλαδή η ταινία μόνο μεταμεσονύκτια κάθε Σάββατο, έχει λειτουργήσει. Είναι sold out οι προβολές και θα το κρατήσουμε έτσι. Οι μεταμεσονύκτιες ήταν και μια ανάγκη να φτιαχτεί ένας εναλλακτικός τρόπος διανομής και να βρει η ταινία τον κόσμο της σιγά-σιγά, με λίγο διαφορετικό τρόπο. Να μπει ο θεατής στη διαδικασία, να το αντιμετωπίσει αυτό το πράγμα ως κάτι πιο αυστηρό, ότι θα πας να δεις την ταινία μόνο τότε, μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες. Μου άρεσε η εποχή των '90s που μπορούσες, και στα κανονικά σινεμά αλλά και στα multiplex, να βλέπεις ταινίες στη μία και στις δύο το πρωί. Δεν έχω προλάβει το πρώτο κύμα των μεταμεσονύκτιων προβολών στην Αθήνα, αρχές '90 όμως πρόλαβα το δεύτερο με το Αλφαβίλ ή πιο μετά, κάτι έξαλλα καλοκαίρια στη Δεξαμενή.

 

  • Έχω προλάβει, επίσης, το παράνομο κύκλωμα της βιντεοκασέτας, που ήταν ο μόνος τρόπος, πέρα από το σινεμά, για να έρθεις σε επαφή με το ζόρικο, άγνωστο, πραγματικά undergrοund σινεμά. Πολύ μεγάλη σημασία για μένα είχε και έχει η συνθήκη της αίθουσας. Σε ένα αφιέρωμα πας και βλέπεις 3 και 4 ταινίες. Ακόμα και αν δεν είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος σε όλο αυτό –θα κοιμηθείς λίγο στη μία ή θα μασουλάς κάτι στην άλλη–, δεν έχει και πολλή σημασία. Από μόνο του είναι ένα γεγονός, το «σινεμά ρεπερτορίου». Με ενοχλεί που απαξιώνεται η αίθουσα κι εξισώνεται με το σπίτι. Δεν με πειράζει να κατεβάζει κάποιος ταινίες – και όταν το Ίντερνετ πια σκληρύνει, θα τη θυμόμαστε αυτή την εποχή. Η αίθουσα, όμως, πάει να χαθεί και κάπως πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να επιστρέψουμε σε αυτήν.

 

 

Κάθε εβδομάδα ζητάω από το κορίτσι μου να με πάει βόλτα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, αλλά δεν με πάει ποτέ. Όταν βολτάρω δίπλα στα αρχαία, φαντάζομαι ιστορίες αρχαιοελληνικής επιστημονικής φαντασίας.

 

  • Η Νορβηγία είναι μια φυσική συνέχεια των μικρών μήκους που έκανα αλλά και των δίσκων που βγάζω ως Felizol. Αυτά τα δύο έγιναν φέτος ένα. Ήθελα με τον χαρακτήρα του Ζανό (Βαγγέλης Μουρίκης) να περιγράψω έναν άνθρωπο που ξοδεύεται στη νύχτα ψάχνοντας την αγάπη, τη συντροφικότητα, την παιδικότητα. Προσπάθησα να βάλω μέσα όλες μου τις εμπειρίες από την ενασχόλησή μου με τη νύχτα και τα πλάσματά της, αλλά και τις ψυχωμένες μουσικές, τη στάχτη απ' τις καμένες ταινίες. Τα τοποθέτησα όλα αυτά στο «δωμάτιο» της Νορβηγίας. Διαδραματίζεται στα '80s γιατί νιώθω ότι κάπως αυτή η εποχή συντονίζεται με το τώρα. Δεν με ενδιαφέρει και πολύ να διαχωρίζω τα πράγματα σε όμορφα και άσχημα, και αυτή η δεκαετία αυτό το σηματοδοτεί με κάποιον τρόπο. Αυτό το βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον, δεν έχει να κάνει πολύ με το camp ή τον χαβαλέ. Δεν υπάρχει πια το guilty pleasure. Στην τέχνη δεν υπάρχει για μένα κάτι καθιερωμένο, μια σταθερά, κάτι αντικειμενικά αριστουργηματικό. Υπάρχει αυτό που μόνο εσύ αγαπάς και φιγουράρει σε μια λίστα προσωπική.

 

  • Βρικόλακες είναι αυτοί που καίγονται τη νύχτα και ζουν λες και δεν υπάρχει αύριο. Είναι οι τελευταίοι ρομαντικοί. Αυτός είναι ο ήρωάς μου και τον αγαπώ, παρόλο που φαντάζει παράσιτο. Κουβαλάει όλα τα κουσούρια του Νεοέλληνα κατά μία έννοια, αλλά έχει δικό του σύστημα αξιών. Είναι ένας καραγκιόζης-σαμουράι χαμένος μέσα σε ένα πάρτι που δεν τελειώνει ποτέ.

 

  • Αυτό που έχω παρατηρήσει πολλές φορές είναι ότι πλέον οι κακές κριτικές σχολιάζουν τις καλές κριτικές ή το hype και όχι τις ίδιες τις ταινίες. Μου λείπουν οι άνθρωποι που καιγόντουσαν από την αγάπη τους για το θεωρητικό κείμενο. Οι κριτικοί που αφιέρωναν χρόνια μελετώντας το έργο ενός σκηνοθέτη ή ένα ισχυρό κινηματογραφικό ρεύμα. Αυτοί που συνομιλούσαν με τους ανθρώπους του σινεμά και δεν κρυβόντουσαν πίσω από τη μίζερη μικρή οθόνη του υπολογιστή.

 

Δεν μου αρέσει που μεγαλώνω, αλλά παρατηρώ ότι ασπρίζουν τα μαλλιά μου και αρχίζει και έχει την πλάκα του. Δεν μου πάει που γερνάω, αλλά σίγουρα θα μου πάνε τα λευκά μαλλιά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν μου αρέσει που μεγαλώνω, αλλά παρατηρώ ότι ασπρίζουν τα μαλλιά μου και αρχίζει και έχει την πλάκα του. Δεν μου πάει που γερνάω, αλλά σίγουρα θα μου πάνε τα λευκά μαλλιά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Είμαι μάλλον συντηρητικούλης. Μένω στην ίδια πόλη 35 χρόνια, οπότε από αυτή την άποψη ζω πιο πολύ μέσα στο κεφάλι μου. Τα κινηματογραφικά γυρίσματα, οι ηχογραφήσεις μου, οι συναυλίες είναι ό,τι πιο κοντινό σε αυτό που θεωρώ περιπέτεια. Αυτό που μου ταράζει ακόμα τη φυσιολογική κατά τα άλλα ζωή μου είναι η τέχνη των άλλων. Ο Ρόμπερτ Άλτμαν, για παράδειγμα. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τόσο παραγωγικός –έκανε πάνω από 40 ταινίες– και αδιάφορος απέναντι στα σενάρια που έπαιρνε στα χέρια του. Τα πέταγε κι επιχειρούσε στο γύρισμα να φτιάξει κάτι που θα ήταν τελείως καινούργιο. Συγκρούστηκε με όλα τα συστήματα, τους παραγωγούς και τους ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Άφησε κάτι το οποίο είναι αδιανόητα προσωπικό και επηρέασε όλο το σύγχρονο σινεμά χωρίς να το πάρουμε καν χαμπάρι. Θαυμάζω επίσης τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Είναι περισσότερο γνωστός για το δεύτερο κομμάτι του έργου του, που είναι η μουσική για τα σαλόνια, αλλά ξεχνάει ο κόσμος ότι τα άλμπουμ της δεκαετίας του '70 και των αρχών του '80 είναι μονόλιθοι πειραματισμού και προσήλωσης σε έναν ήχο που τον διαμόρφωσε ουσιαστικά ο ίδιος. Έφερε μια «ελληνικότητα» στον ηλεκτρονικό ήχο που μέχρι τότε κανείς δεν είχε δοκιμάσει, να παντρέψει δηλαδή μουσικά ιδιώματα βυζαντινά με έναν τεχνολογικό και φουτουριστικό τρόπο.

 

  • Επιστρέφω συνεχώς στα βιβλία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Για μένα είναι η σημαντικότερη και πιο τολμηρή Ελληνίδα συγγραφέας. Μίλησε για τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και του έρωτα με τον πιο τρυφερό και ταυτόχρονα σκληρό τρόπο. Με τον Βούλγαρη γράψαμε γι' αυτήν ένα θλιμμένο αργό ζεμπέκικο techno και του δώσαμε το όνομά της.

 

  • Δεν μου αρέσει που μεγαλώνω, αλλά παρατηρώ ότι ασπρίζουν τα μαλλιά μου και αρχίζει και έχει την πλάκα του. Δεν μου πάει που γερνάω, αλλά σίγουρα θα μου πάνε τα λευκά μαλλιά. Πιστεύω ότι όλα στο σύμπαν είναι τυχαία, τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο. Δεν υπάρχει κάτι πέρα απ' τον θάνατο. Προσεύχομαι γι' αυτό.

 

  • Τι μου αρέσει να κάνω, πέρα απ' τη μουσική και το σινεμά; Επισκέπτομαι τους φίλους μου, μαγειρεύω, καίγομαι στο Ίντερνετ, κάνω βόλτες με τα πόδια στην Αθήνα. Δεν έχω δίπλωμα οδήγησης, περπατάω αρκετά. Κάθε εβδομάδα ζητάω από το κορίτσι μου να με πάει βόλτα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, αλλά δεν με πάει ποτέ. Όταν βολτάρω δίπλα στα αρχαία, φαντάζομαι ιστορίες αρχαιοελληνικής επιστημονικής φαντασίας. Έχεις διαβάσει Λουκιανό; Ε, κάπως έτσι. Μου αρέσει πια η Αθήνα, κάποτε τη μισούσα. Υπήρχε μια περίοδος που έβγαινα τα βράδια μόνο όταν έπαιζα ο ίδιος μουσική. Έγινε λίγο τρομακτικό αυτό, γιατί συνδύασα όλα τα μαγαζιά με τη δουλειά και δεν είναι εύκολο να διασκεδάζω τώρα σε αυτά. Τώρα προτιμώ να διασκεδάζω στα ταξίδια, έξω από την Αθήνα ή στο εξωτερικό.

 

Μιλάω λίγο σε αυτούς που δεν ξέρω από συστολή, ενώ με τους φίλους μου δεν χωράω πουθενά. Καταλαμβάνω τον χώρο μου, που λέμε... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Μιλάω λίγο σε αυτούς που δεν ξέρω από συστολή, ενώ με τους φίλους μου δεν χωράω πουθενά. Καταλαμβάνω τον χώρο μου, που λέμε... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Μιλάω λίγο σε αυτούς που δεν ξέρω από συστολή, ενώ με τους φίλους μου δεν χωράω πουθενά. Καταλαμβάνω τον χώρο μου, που λέμε. Έχω πολλούς φίλους και τους αγαπώ διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, δεν με ενδιαφέρει να ξέρει κάποιος, πέρα από τους φίλους μου, και πολλά πράγματα για μένα. Προτιμώ να καίγεται κάποιος για τους δίσκους και τις ταινίες μου. Εγώ, πάντως, αυτούς που θαυμάζω δεν θα 'θελα να τους συναντήσω ποτέ. Τι να λέμε, «πόσο γαμάτο είναι, Vangelis, το "Βeaubourg" ή πότε με το καλό ετοιμάζετε, κύριε Πολάνσκι, την επόμενη ταινία σας»;

 

  • Στη Νορβηγία ο Ζανό λέει: «Το μόνο που χρειαζόμουν ήταν ένα ζεστό κορίτσι». Όλα γύρω απ' τον έρωτα και την αγάπη περιστρέφονται. Εγώ δεν ψάχνω να τη βρω, σαν τον Ζανό. Δεν λέω ότι είμαι χορτασμένος, κανείς δεν είναι. Αλλά είμαι κοντά στον έρωτα, πλέω σαν υπερτροφικό βρέφος στην αγάπη και τρέμω κάθε μέρα για την απώλεια.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Ιανουάριο του 2015