Καλοκαίρι στο χωριό, σε ένα μικρό χωριό έξω από το Άργος. Ο παππούς, κατά τις 12 το μεσημέρι, γυρίζει από το χωράφι, ψηλός κι αγέρωχος, όπως είναι μέχρι και σήμερα, με κουβάδες ζαρζαβάτια στα χέρια του. Μια αγκαλιά ώριμες ντομάτες πάνω πάνω στον κουβά, για να μη χαλάσουν, ξεχωρίζονται και πλένονται με την καθοδήγηση της γιαγιάς: «Καθαρά, καθαρά, Γωγούλα, θα τις φάμε με τη φλούδα». Η γιαγιά, φοβερή μαγείρισσα, όπως είναι μέχρι και σήμερα, ελέγχει αν τις έπλυνα καλά και αρχίζει το μαγείρεμα.

 

Kαγιανάς, μυρωδάτος κι αχνιστός στα βαθιά πιάτα, κάτω απ' το χαγιάτι, στη σκιά, με το κρύο νερό να ιδρώνει στα ποτήρια, το ζυμωτό ψωμί του ξυλόφουρνου, τη φέτα λαδορίγανη κι ένα βουνό τηγανητά κολοκυθάκια στο κέντρο του τραπεζιού.

 

Απλώς τρίβει τις ντομάτες στον χοντρό τρίφτη, δεν κάνει τίποτε άλλο. Ούτε κρεμμύδια, ούτε πιπεριές, ούτε τίποτα. Τις βάζει σε δυνατό τηγάνι, με καλό ελαιόλαδο, μανάκι, αλάτι και ρίγανη, αφήνει να πιουν τα νερά τους, σπάει τα αυγά με τον πορτοκαλί κρόκο και, ταρατατά τατά, magic happens! Kαγιανάς, μυρωδάτος κι αχνιστός στα βαθιά πιάτα, κάτω απ' το χαγιάτι, στη σκιά, με το κρύο νερό να ιδρώνει στα ποτήρια, το ζυμωτό ψωμί του ξυλόφουρνου, τη φέτα λαδορίγανη κι ένα βουνό τηγανητά κολοκυθάκια στο κέντρο του τραπεζιού.

 

Ιεροτελεστία που επαναλαμβάνεται με ευλάβεια τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, απαρέγκλιτα. Ακόμα και σήμερα, που δεν έχω χαγιάτι και τις ντομάτες δεν μπορεί να μου τις τρίβει η γιαγιά, την ιεροτελεστία της μίας φοράς την εβδομάδα, που μου θυμίζει πώς είναι να είσαι παιδί στα 32 σου, δεν τη χαλάω.