Άλλοι τη λένε Χαριλάου, άλλοι Τρικούπη. Όπως και να την πεις, το σημείο που ενώνει τις δύο μεγάλες λεωφόρους είναι κάτι σαν εκκρεμότητα. Ούτε Εξάρχεια ούτε κάτι άλλο, μια ευθεία που ενώνει την Ακαδημίας με την Πανεπιστημίου και μια ιστορία από μόνη της.

 

Στην απόλυτη φωλιά των παλιών δικηγόρων της πόλης, τα άκομψα κτίρια της δεκαετίας του '70 και οι κομψές πολυκατοικίες των περασμένων καιρών στεγάζουν δικηγορικά γραφεία και παλιούς συμβολαιογράφους σε μια γειτονιά που δικηγοροκρατείται και ζει στον δικό της ρυθμό των επαγγελματικών χώρων, ένα βήμα από το ονειρικό κουφάρι του τέως Ωδείου Αθηνών, ιστορικό γκρέμι του 1830, που ακόμα αναζητά μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Αυτό το μια σταλιά μαγαζάκι είναι ολόκληρο η γεωγραφία της γειτονιάς, εκεί όπου τα φοιτητικά Εξάρχεια συνορεύουν με την αστική Ακαδημίας της διανόησης. Και μόνο η ατμόσφαιρα, δική του, αυθεντική, προσωπική, που δεν μοιάζει ούτε με κλασικό ρεμπετάδικο, ούτε με πίστα, ούτε με οτιδήποτε σε λαϊβάδικο, μόνο με κάτι από κείνο το κατανυκτικό που είχαν τον περασμένο αιώνα οι μπουάτ και ο «Τιπούκειτος» των Εξαρχείων με την Αρλέτα, φτάνει να σε χορτάσει.


Εδώ δεν νιώθεις την κλασική γειτονιά με τον μπακάλη, το σούπερ-μάρκετ και τη λαϊκή της. Στις παλιές στοές με τα γυαλιστερά μωσαϊκά κρύβονται καφενέδες που ψήνουν τοστ αλλά και μακαρονάδες, καφέ εσπρέσο αξιώσεων −οι δικηγόροι είναι οι πρώτοι που καθιέρωσαν το είδος στην πόλη−, τα γκαρσόνια με τον στρογγυλό δίσκο ανεβοκατεβαίνουν ασανσέρ, τσιπουράδικα, ψαροταβερνάκια με φρεσκότατες ψαριές, κρυμμένα μυστικά και απόκρυφα μαγέρικα, μια μυστική ζωή που σιωπά μόλις κλείσουν τα γραφεία, μόλις κατεβάσουν ρολά τα παπουτσάδικα και κορεστεί η επαγγελματική όρεξη του μεσημεριανού. Ωστόσο, δεν είναι και τελείως έτσι το θέμα, όπως θα διαβάσετε παρακάτω.

 

Η στοά των Δειπνοσοφιστών

Καλωσήλθες στην Αθήνα του '60, στην αισθητική της, στο στρώσιμο των τραπεζιών της, στην απλότητα, στη λιτότητα, στη νοικοκυροσύνη. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Καλωσήλθες στην Αθήνα του '60, στην αισθητική της, στο στρώσιμο των τραπεζιών της, στην απλότητα, στη λιτότητα, στη νοικοκυροσύνη. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Πάω στοίχημα ότι έχεις περάσει δεκάδες φορές από μπροστά της και δεν την έχεις ανακαλύψει. Μια ταμπέλα «Στοά» μπροστά από μια ίδια-με-τις άλλες πολυκατοικία του '60 σου δείχνει κάπου αφηρημένα αριστερά.

 

Ψάχνεις από δω, ψάχνεις από κει, πουθενά στοά! Έκανα το πείραμα πολλές φορές, μέχρι που κάποτε μπήκα στην πολυκατοικία. Θυρωρείο, ασανσέρ, τίποτα!


Κι όπως κάνεις να βγεις, στο βάθος-κήπος, μια πόρτα. Ένα ισόγειο διαμέρισμα, σαν να μπαίνεις στο σπίτι της κυρίας Ευανθίας του ισογείου να της πεις ένα «μπονζούρ». Ένα δωμάτιο αστραφτερό, με βεραμάν τοίχους, 5-6 τραπεζάκια, ένας μεγάλος καθρέφτης, ασπρόμαυρες φωτογραφίες των εθνικών μας σταρ, μια προθήκη με τα φαγητά στο βάθος.

 

Καλωσήλθες στην Αθήνα του '60, στην αισθητική της, στο στρώσιμο των τραπεζιών της, στην απλότητα, στη λιτότητα, στη νοικοκυροσύνη, κυρίως, όμως, σ' εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά που ξέρουν να αναγνωρίζουν όσοι τη ρούφηξαν παιδιά τα χρόνια της δικτατορίας.

 

Ακόμη και τα χόρτα, τα κολοκυθάκια και το καρότο σε ροδέλες έχουν εκείνο το ίδιο χρώμα που θα δεις στις παλιές εκδόσεις του Τσελεμεντέ και της Χρύσας Παραδείση.

 

Στο ρεπερτόριο της μαμαδίστικης κουζίνας ανήκει βέβαια και η υπέροχη φασολάδα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Στο ρεπερτόριο της μαμαδίστικης κουζίνας ανήκει βέβαια και η υπέροχη φασολάδα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Κάθε μέρα άλλα φαγητά, όλο το ρεπερτόριο της μαμαδίστικης κουζίνας, κοτόσουπα, μπιφτέκι, σουτζουκάκια, φακές και φασολάδα, κοκκινιστό και κοτόπουλο στον φούρνο με πατάτες, μια αληθινή σπιτίσια κουζίνα που στρώνει τα τραπέζια της μόνο το μεσημέρι.

 

Σαν να πήρες μαζί σου στο γραφείο το ταπεράκι της μαμάς, με μπόνους ένα ζεστό ωραίο ψωμάκι κι έναν σιμιγδαλένιο χαλβά στο τέλος.

  

Μόνο που με ένα ταπεράκι δεν θα 'χεις τη χαρά να μπεις στη χρονοκάψουλα, να δεις τους κομψούς γηραιούς κυρίους στο βάθος, που γύρω από έναν γαύρο αναλύουν ενδελεχώς τη Μάχη του Μαραθώνα, τη στρατηγική και τον συγκεκριμένο αριθμό των πεσόντων. Το παλιό σικ, μέχρι τελικής πτώσεως, μιας Ελλάδας υπό εξαφάνιση.


Χ. Τρικούπη 5, 210 3303890

 

Πιάνο ουζερί «Ο Παππούς»

Μέσα σε μισή ώρα, σαν ραντεβού των πιστών μιας κεφάτης αίρεσης, δεν πέφτει καρφίτσα. Μεσήλικoι δικηγόροι, αστές διανοούμενες και φοιτήτριες συνωστίζονται περιμένοντας τον Στράτο Στρατηγόπουλο και τον γιο του τον Χρήστο να πιάσουν τα όργανα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Μέσα σε μισή ώρα, σαν ραντεβού των πιστών μιας κεφάτης αίρεσης, δεν πέφτει καρφίτσα. Μεσήλικoι δικηγόροι, αστές διανοούμενες και φοιτήτριες συνωστίζονται περιμένοντας τον Στράτο Στρατηγόπουλο και τον γιο του τον Χρήστο να πιάσουν τα όργανα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Και κει που όλα τα μαγαζιά γκρινιάζουν για την κρίση, εκεί που και τα μεγάλα ονόματα πιάνουν μικρόφωνο μόνο τα Σαββατοκύριακα, υπάρχει μια πίστα δύο επί ένα που το γλεντάει μέχρι πρωίας επτά ημέρες την εβδομάδα.

 

Δευτέρα, 9 το βράδυ, πηγαίνω για μια ρακή. Το μαγαζί άδειο, αλλά ζεστό, σαν φωτάκι θαλπωρής στη σκοτεινή, χειμωνιάτικη πόλη. Ένα μπαράκι, λιγοστά τραπέζια, τα όργανα στημένα στο βάθος.


Μέσα σε μισή ώρα, σαν ραντεβού των πιστών μιας κεφάτης αίρεσης, δεν πέφτει καρφίτσα. Μεσήλικoι δικηγόροι, αστές διανοούμενες και φοιτήτριες συνωστίζονται περιμένοντας τον Στράτο Στρατηγόπουλο και τον γιο του τον Χρήστο να πιάσουν τα όργανα.

 

Ιδιοκτήτες και παλιοί μουσικοί κρατούν με διάφορους καλεσμένους το πρόγραμμα καθημερινά ολοζώντανο, με πολλή ψυχή και άνευ μικροφώνου. Το οποίο πρόγραμμα, ακόμα κι όταν παίζει ρεμπέτικα, δεν το λες ρεμπέτικο. Το λες ελληνικό συναισθηματικό, τόσο που μπορεί να αγγίξει και την καρδιά ενός εικοσάρη ορκισμένου νεο-πανκ − ναι, συνάντησα και από τούτο το σινάφι εδώ.

 

Αυτό το μια σταλιά μαγαζάκι είναι ολόκληρο η γεωγραφία της γειτονιάς, εκεί όπου τα φοιτητικά Εξάρχεια συνορεύουν με την αστική Ακαδημίας της διανόησης.

 

Έχουμε όμως και μεζέ. Μεζέ όπως τον εννοούσαν παλιά στον καφενέ: στο πιατάκι, λιγοστό και τσιμπητό. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Έχουμε όμως και μεζέ. Μεζέ όπως τον εννοούσαν παλιά στον καφενέ: στο πιατάκι, λιγοστό και τσιμπητό. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Και μόνο η ατμόσφαιρα, δική του, αυθεντική, προσωπική, που δεν μοιάζει ούτε με κλασικό ρεμπετάδικο, ούτε με πίστα, ούτε με οτιδήποτε σε λαϊβάδικο, μόνο με κάτι από κείνο το κατανυκτικό που είχαν τον περασμένο αιώνα οι μπουάτ και ο «Τιπούκειτος» των Εξαρχείων με την Αρλέτα, φτάνει να σε χορτάσει.

 

Έχουμε όμως και μεζέ. Μεζέ όπως τον εννοούσαν παλιά στον καφενέ: στο πιατάκι, λιγοστό και τσιμπητό. Μεζέ, όπως δεν τον εννοούσαν στον παλιό καφενέ: στο μικρό του μενού ο Παππούς κάνει το άλμα μιας μοντερνιάς που δεν σκέφτηκε να κάνει ακόμα κανένα ψαγμένο γαστρονομικό μαγαζί: γραβιέρα με παξιμαδάκι, ντάκος, χαλούμι με δυόσμο, φάβα και ένα μπερδευτικό απάκι με αυγό που εσύ μπορεί να το φανταστείς σαγανάκι ζεστό, όμως είναι σφιχτό αυγουλάκι με απάκι.

 

Μια παράγραφος οι μεζέδες, ολόκληρη σελίδα στο μενού οι προμηθευτές: να ξέρεις τι τρως, να ξέρεις πως τα τυριά έρχονται από τους εξαιρετικούς «Σύντεκνους» στα Εξάρχεια, το κρασί από το υπέροχο, ψαγμένο «Οινότυπο» της Χ. Τρικούπη, τα λαχανικά από τον ονομαστό Τσουπάκη, τα μπακαλικά από το ΑΒ και ο καφές από τον Βεκράκο. Λίγα και καλά, ποιοτικά και με άποψη.

 

Καθαρή γεύση και καθαρό γλέντι, από κείνα που νιώθεις ότι δεν τα υποκινεί το κέρδος αλλά η καρδιά των ανθρώπων. Σαββατοκύριακο, χωρίς κράτηση, ούτε να το διανοηθείς!


Φειδίου 2, 210 3300060