Το Πεδίον του Άρεως είναι η γειτονιά της παιδικής μου ηλικίας.

 

Τα σπίτια των γιαγιάδων κι ενός ολόκληρου σογιού διασκορπισμένου σε ρετιρέ της Μαυροματαίων και της Βαλτινών, στις νεόδμητες πολυκατοικίες της εύρωστης αστικής κοινωνίας του '50 και του '60, εκείνες με τον θυρωρό που έκανε όλα τα θελήματα −σαν τον Βέγγο!− και κόκκινο χαλί περασμένο με χρυσή βέργα στις σκάλες της εισόδου.

 

Τα καλοκαίρια, το κουμκάν στρωνόταν στα φερφορζέ της βεράντας, με καναπεδάκια ροκφόρ πάνω σε αλμυρά κρακεράκια και ηχητική υπόκρουση τις παραστάσεις του κονφερασιέ Γιώργου Οικονομίδη στο Άλσος −«Φίλοι μου αγαπημένοι, γεια σας και χαρά σας»−, με σταυρωτό λευκό κοστούμι και μαύρο παπιγιόν.

 

Τα χρόνια πέρασαν, η αλάνα κάτω από το επιβλητικό άγαλμα της Αθηνάς έπαψε να είναι η κοσμική περατζάδα, τόπος αναψυχής από την εποχή του Όθωνα, εκεί όπου μας έφερναν οι νταντάδες να παίξουμε αγαλματάκια και κρυφτό, και μας μάζευαν άρον-άρον για το σπίτι, όταν το μαλλί της γριάς κολλούσε χαλκομανία στο πρόσωπο, στα μαλλιά και στο φουστανάκι από κολλαριστή οργάντζα.

 

Στη μικρή σούδα που στριμώχνεται ανάμεσα στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και το Άλσος, ήρθε να εγκατασταθεί μια μικρή κοινότητα αλληλεγγύης, κυρίως από Κούρδους εξόριστους, που μαζί με την αντίσταση στην αδικία του κόσμου έφεραν σε δύο εστιατόρια και το πεντανόστιμο φαγητό τους.

 

Οι παλιοί αστοί και όσοι απέμειναν στις υπέροχες πολυκατοικίες με θέα το πράσινο είδαν να στήνονται στο κατώφλι τους τσαντίρια και οικογένειες προσφύγων, βίωσαν τον αργό θάνατο του «πνεύμονα των Αθηνών» που μετά από τόσο χρήμα και τόσες περιπέτειες εξακολουθεί να ζει μέσα στον κίνδυνο, τη βρομιά, την ανασφάλεια, την εγκατάλειψη, τα ναρκωτικά και το σκουπιδαριό.

 

Άλλοι έπαθαν ξενοφοβία, μικροβιοφοβία και όλη την γκάμα της φοβίας, άλλοι πένθησαν τα περασμένα μεγαλεία και ανασκουμπώθηκαν για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

 
Τα πρώτα συσσίτια των γειτόνων μαγείρεψαν φαγητό της χαμένης πατρίδας, αντίδοτο στα σάντουιτς με χοιρινό των διαφόρων βοηθειών που αγνοούσαν τα ήθη των νεοφερμένων, το μπασμάτι με κοτόπουλο μαγειρευόταν με υλικά αγορασμένα από τα πρώτα ταπεινά αραβικά μπακαλικάκια της γειτονιάς, οι παλιές καθωσπρέπει γιαγιάδες άρχισαν να μοιράζουν στοργή και προδέρμ (κυριολεκτικά) στα ξεριζωμένα Αφγανάκια και κει πίσω, σ' αυτήν τη μικρή σούδα που στριμώχνεται ανάμεσα στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και το Άλσος, ήρθε να εγκατασταθεί μια μικρή κοινότητα αλληλεγγύης, κυρίως από Κούρδους εξόριστους, που μαζί με την αντίσταση στην αδικία του κόσμου έφεραν σε δύο εστιατόρια και το πεντανόστιμο φαγητό τους.

 

Στο Λέιλιμ Λέι

Μια αυτοδιαχειριζόμενη κολεκτίβα τριών Κούρδων και μιας Ελληνίδας έστησε εδώ το 2011 μια εστία σαν ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Μια αυτοδιαχειριζόμενη κολεκτίβα τριών Κούρδων και μιας Ελληνίδας έστησε εδώ το 2011 μια εστία σαν ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Τις βραδιές με καλό καιρό, στο πεζοδρόμιο απέναντι από τον λόφο Φινόπουλου στήνεται πανηγύρι.

 

Καλή ρακή, μπίρες, κεμπάπ, ενίοτε μπορεί να σκάσει και κανένα όργανο, καμιά παθιάρα, νοσταλγική μελωδία στα τουρκικά, αλλά όλα αυτά μπορούν να συμβούν και εντός, τώρα με τα κρύα.

 

Μια αυτοδιαχειριζόμενη κολεκτίβα τριών Κούρδων και μιας Ελληνίδας έστησε εδώ το 2011 μια εστία σαν ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ.


Ένα ποίημα που μιλάει για αγάπη, για θλίψη, για αγώνα. Ο αγώνας εδώ είναι βασικό συστατικό, οι νεκροί ήρωες στους τοίχους, ο αγώνας των διωγμένων να ξαναστήσουν τη ζωή τους χωρίς να ξεχάσουν όσα έμειναν πίσω.

 

Φοιτητές, κουλτουρέ κόσμος της κατηγορίας που αποκαλούσαμε «συριζαίους» πριν το κόμμα γίνει εξουσία, ταινίες, ομιλίες και δωρεάν μαθήματα τουρκικών στο υπερυψωμένο πατάρι, στην κουζίνα φαγητό σπιτικό, μαγειρεμένο μόνο με αγάπη − μια κουζίνα που δεν δίνει δεκάρα τι πάει να πει επαγγελματικό φαγητό.

 

Το μπορανά είναι ένα πιάτο με μελιτζάνες και πιπεριές που ψήνονται με γιαουρτένια σάλτσα στον φούρνο. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Το μπορανά είναι ένα πιάτο με μελιτζάνες και πιπεριές που ψήνονται με γιαουρτένια σάλτσα στον φούρνο. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Τα παιδιά μπαίνουν στην κουζίνα εναλλάξ, όπως θα το έκαναν στην πατρίδα τους, φτιάχνουν εξαιρετικό κεμπάπ με μεϊχανέ πιλάφ που έχει και φακή και λαχανικά, φτιάχνουν μαγικό ντολμαδάκι γιαπράκ σαρμά, ένα αλλιώτικο ταμπουλέ με ρόκα και εξαίσιο χούμους, αλλά αξίζει να δοκιμάσεις και τα πιο ιδιαίτερα μιας γεύσης που δεν συναντάς συχνά στα μαγαζιά, τη σαλάτα εσμέ τσεμέν, μια αλοιφή με τσιμένι, τυριά, άνηθο και μπόλικο καρύδι, ή τη δική τους εσμέ, δροσεροκαυτερή και καρυδάτη, το σκορδάτο τσιλμπίρ με αυγά, γιαούρτι και κεφτεδάκια, ή το μπορανά, ένα πιάτο με μελιτζάνες και πιπεριές που ψήνονται με γιαουρτένια σάλτσα στον φούρνο.

 

Το χουνκιάρ τους είναι από τα καλύτερα της πόλης, με μαστιχωτό, τυρένιο, καπνιστό πουρέ μελιτζάνας που σερβίρεται και με κοκκινιστό κεμπάπ.

 

Σε τιμές καφενέ, αυτό που λαχταράς μια καθημερινή, όταν δεν έχει φαγητό στο σπίτι, ή τα βράδια του Σ/Κ που σου λείπει ένα πάρτι από καρδιάς, που να θυμίζει τα ρεμπετάδικα των Εξαρχείων της δεκαετίας του '80.

Βαλτινών 2, Γκύζη, 211 7009383

 

Στο Anadolu

Ο Σελίμ στην Ελλάδα μαγειρεύει στην πιάτσα που άλλοτε στέγαζε τις θρυλικές μπιραρίες του Πεδίου του Άρεως, πλάι στο Λέιλιμ Λέι, τη νοστιμότερη τουρκο-κουρδική κουζίνα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Ο Σελίμ στην Ελλάδα μαγειρεύει στην πιάτσα που άλλοτε στέγαζε τις θρυλικές μπιραρίες του Πεδίου του Άρεως, πλάι στο Λέιλιμ Λέι, τη νοστιμότερη τουρκο-κουρδική κουζίνα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Τον Σελίμ τον ξέρεις από το «MasterChef». Το αγόρι το μελαμψό με την κόκκινη ποδιά και την μπαντάνα. Ίδιος όπως τον ξέρουμε εμείς οι θαμώνες του Anadolu εδώ και χρόνια.

 

Τώρα, τι ζητάει ένας παραδοσιακός Ανατολίτης μάγειρας στις τεχνικές της γκουρμέ αιχμής του «Master», άντε να καταλάβεις.


Εξάλλου, και να τον ρωτήσεις, η απάντηση μπλέκεται στα σπαστά ελληνικά, κάπου ανάμεσα στη νοσταλγία για τις δυο του κόρες στην πατρίδα και τις βουλές του Ερντογάν για το μέλλον του κουρδικού λαού.


Παιδί του Ντιγιάρμπακιρ και της μαρτυρικής συνοριακής γραμμής, εκεί όπου δεκαετίες τώρα μαίνεται ένας μυστικός πόλεμος που αποδεκατίζει τα παλικάρια των φτωχών οικογενειών που δεν μπορούν να εξαγοράσουν τη δυσμενή θητεία, ο Σελίμ στην Ελλάδα μαγειρεύει στην πιάτσα που άλλοτε στέγαζε τις θρυλικές μπιραρίες του Πεδίου του Άρεως, πλάι στο Λέιλιμ Λέι, τη νοστιμότερη τουρκο-κουρδική κουζίνα.

 

Ολόγυρα, Τούρκοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, και αντίστοιχο κοινό και από την ελληνική όχθη, κεμπάπ ζουμερά και ανάλαφρα, άψογα μαριναρισμένα κρέατα: εδώ αξίζει να δοκιμάσεις και την πιο άγνωστη γεύση μιας άλλης, τοπικής κουζίνας. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Ολόγυρα, Τούρκοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, και αντίστοιχο κοινό και από την ελληνική όχθη, κεμπάπ ζουμερά και ανάλαφρα, άψογα μαριναρισμένα κρέατα: εδώ αξίζει να δοκιμάσεις και την πιο άγνωστη γεύση μιας άλλης, τοπικής κουζίνας. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Εδώ όλα σε γυρίζουν πίσω στα '80s και στην αισθητική των φοιτητικών μας σπιτιών, με τις πολύχρωμες βιβλιοθήκες που φτιάχναμε από καφάσια του μανάβη.

 

Το μενού, τεράστιο, μέχρι να το μελετήσεις καλό είναι να πάρεις μια κρύα ρακή και μια μαγική, δροσερή εσμέ με ψιλοκομμένα λαχανικά, την καλύτερη της Αθήνας.

 

Ολόγυρα, Τούρκοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, και αντίστοιχο κοινό και από την ελληνική όχθη, κεμπάπ ζουμερά και ανάλαφρα, άψογα μαριναρισμένα κρέατα: εδώ αξίζει να δοκιμάσεις και την πιο άγνωστη γεύση μιας άλλης, τοπικής κουζίνας.

 

Τεράστιο ισλί κεφτέ ντυμένο στα ολόλευκα μιας γιαουρτένιας σάλτσας με έναν κόμπο σάλτσα ντομάτα στην κορφή, τεστί μοσχαράκι με λαχανικά που ψήνεται για ώρες μέσα σε στάμνα σφραγισμένη με ζύμη, ταλάς μπορεγί με αρνάκι και φέτα μέσα σε φύλλο.

 

Άπαιχτο, λεπτό σαν δαντέλα λαχματζούν, τραγανό και ζουμερό συκώτι σε κυβάκια μαζί με καραμελωμένα κρεμμύδια και κυβάκια τηγανητής πατάτας και μια μαγική kassik salatasi με ψιλοκομμένο αγγουράκι, ντομάτα, μπόλικο κουκουνάρι, καρύδι και σιρόπι ροδιού.


Για το τέλος, βουτυράτα μπακλαβαδωτά και κιουνεφέ. Να έρθετε μεγάλη παρέα, να δοκιμάσετε όσα αντέξετε.

Μπούσγου 2, Πεδίον του Άρεως, 210 6431990

 

Για το τέλος, βουτυράτα μπακλαβαδωτά και κιουνεφέ. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Για το τέλος, βουτυράτα μπακλαβαδωτά και κιουνεφέ. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO