Δίνοντας μια μεγάλη, πλήρη απάντηση σε μια μόνο ερώτηση, η Ρουμάνα σκηνοθέτις Αντίνα Πιντίλιε εξηγεί πώς αναγκάστηκε όχι μόνο να σπάσει τον τέταρτο τοίχο, αλλά να τοποθετήσει την κάμερα στην καρδιά του γυρίσματος της ταινίας Μη Με Αγγίζεις (Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου) και τον εαυτό της στη θέση των πρωταγωνιστών που μοιράζονται τις εμπειρίες τους και ερευνούν την άβολη ζώνη της σωματικής και συναισθηματικής οικειότητας.

 

«Στα 20 μου χρόνια, νόμιζα πως ήξερα πώς λειτουργούν τα πράγματα. Είχα κάποιες βεβαιότητες, πίστευα πως γνώριζα με ποιον τρόπο λειτουργούσαν οι σχέσεις, τι σημαίνει η ομορφιά.

 

Μετά από 20 χρόνια πραγματικής ζωής, με πραγματικούς ανθρώπους, συνειδητοποίησα τη σχετική άγνοιά μου. Και πως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πολύπλοκη από αυτό που αποκαλώ κανονιστικούς μύθους. Πιο πολύπλοκη από τις ιδέες που μας συνοδεύουν από παιδιά για το σώμα, την επιθυμία, την αγάπη, την οικειότητα...

 

Οι άνθρωποι πολύ συχνά βιώνουν το αίσθημα της οικειότητας με τρόπους διάφορους των προσδοκιών και των προκαταλήψεων που τη συνοδεύουν και τη χαρακτηρίζουν.

 

Ξεκίνησα λοιπόν από την ιδέα πως όφειλα να ξεχάσω ό,τι νόμιζα πως ήξερα και να ανακαλύψω εκ νέου, με ένα φρέσκο μάτι, τι είναι η οικειότητα. Και πώς οι άνθρωποι βιώνουν την εμπειρία μιας τόσο περίπλοκης πλευράς της καθημερινότητάς τους – πολύ μακριά από τις εξιδανικευμένες εικόνες που την περιγράφουν κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσής μας.

 

Έτσι, γύρω στο 2012, ξεκίνησα να ψάχνω για συνεργάτες, ομοϊδεάτες που θα επιθυμούσαν να εξερευνήσουν την οικειότητα, και επίσης ήταν εξαιρετικά σημαντικό για μένα να βρω ένα ισχυρό συναισθηματικό κίνητρο, ως αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας, έτσι ώστε να το μοιραστώ με την κάμερα, και κατά συνέπεια, με τον θεατή. Διότι το φιλμ, από την αρχή, δημιουργήθηκε ως διάλογος με τον θεατή, ως συνομιλία.

 

Μου πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσω πως ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε το σινεμά είναι πολύ βαθιά ριζωμένος στο μυαλό μας. Όταν πάμε σινεμά, βασικά διαχωρίζουμε το δικό μας σώμα από το κινηματογραφικό σώμα. Υπάρχει η φούσκα της ιστορίας εκεί ψηλά, στην οθόνη, αλλά δεν συμμετέχουμε κατ' ανάγκην. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό σύμπαν.

 

Η κάμερα δεν είχε σχεδιαστεί αρχικά να βρίσκεται μέσα στην ταινία. Ο στόχος ήταν να επιδιώξω το δέος του παιδιού όταν αντικρίζει τον κόσμο, να θαυμάσω την ομορφιά του σώματος, μέσα σε μια αίσθηση πρωτόφαντης ανακάλυψης.

 

Θέλω να σας πω με ποιον τρόπο δεν ήταν θέμα επιλογής, αλλά ανάγκης, να εισαγάγω όλους τους χαρακτήρες, με εμένα να αποτελώ έναν από τους πρωταγωνιστές. Η πρώτη ιδέα ήταν να κοιτάζουν οι πρωταγωνιστές την κάμερα και να διηγούνται τις εμπειρίες τους στον θεατή. Η δομή αυτή, πίστευα, πως εγκαθιστούσε μια κρίσιμη, άμεση επαφή με το κοινό. Το πρόβλημα ανέκυψε όταν έκανα το πρώτο, δοκιμαστικό μοντάζ της ταινίας: ο διάλογος δεν λειτουργούσε καθόλου, διότι υπήρχε απόσταση μεταξύ ηθοποιών και θεατή. Μια μπρεχτική αποστασιοποίηση, που πέταγε βίαια έξω τον θεατή.

 

Μου πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσω πως ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε το σινεμά είναι πολύ βαθιά ριζωμένος στο μυαλό μας. Όταν πάμε σινεμά, βασικά διαχωρίζουμε το δικό μας σώμα από το κινηματογραφικό σώμα. Υπάρχει η φούσκα της ιστορίας εκεί ψηλά, στην οθόνη, αλλά δεν συμμετέχουμε κατ' ανάγκην. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό σύμπαν. Ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μυθοπλασία ή τεκμηρίωση, ο διαχωρισμός ισχύει.

 

 

Touch Me Not (2018)

 

Προσωπικά, ήταν απαραίτητη η μόνιμη συναισθηματική σύνδεση με αυτό που συμβαίνει στην ταινία. Γιατί το Μη Με Αγγίζεις δεν είναι μόνο η δική μας έρευνα για την οικειότητα μέσω των μαρτυριών και των εμπειριών μας, αλλά μια ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής του θεατή σε όλο αυτό. Να μπει στην έρευνα και ο θεατής, και να θέσει ερωτήσεις και για τις δικές του προκαταλήψεις για τα θέματα που θίγονται.

 

Λόγω αυτής της αναγκαιότητας, γι' αυτό ήταν αναπόφευκτο να τοποθετήσω την κάμερα μέσα στο γύρισμα: οφείλεις, ως θεατής, να γνωρίζεις από την αρχή πως βρίσκεσαι μέσα σε μια ταινία. Δεν είσαι μέσα σε μια φούσκα «άρσης της δυσπιστίας». Δεν υπάρχει κανένας λόγος, και δεν μας επιτρέπεται να αναστείλουμε καμία δυσπιστία.

 

Η κάμερα είναι ένα κανάλι, μια γέφυρα προνομιούχου πρόσβασης του θεατή προς κάποιους ανθρώπους που μοιράζονται μύχιες πλευρές της ύπαρξης τους. Και εισέρχονται σε έναν διάλογο με σένα. Φυσικά, μπορείς να αρνηθείς, έχεις δικαίωμα να φύγεις από την αίθουσα, αλλά είσαι προσκεκλημένος και σου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχεις με μας στην ίδια διαδικασία.

 

Η Κάμερα είναι ένα κανάλι, μια γέφυρα προνομιούχου πρόσβασης του θεατή προς κάποιους ανθρώπους που μοιράζονται μύχιες πλευρές της ύπαρξης τους.
Η Κάμερα είναι ένα κανάλι, μια γέφυρα προνομιούχου πρόσβασης του θεατή προς κάποιους ανθρώπους που μοιράζονται μύχιες πλευρές της ύπαρξης τους.

 

Το ξεκίνημα είναι ειλικρινές και διαφωτιστικό: ο θεατής βρίσκεται σε μια ερευνητική διαδικασία, που διεξάγεται με κινηματογραφικούς όρους, από ένα κινηματογραφικό συνεργείο, κι έτσι η σύμβαση, αν θέλετε, ή η γλώσσα της ταινίας, έχει καθοριστεί από πριν.

 

Αμέσως μετά τη συγκεκριμένη συνειδητοποίηση της μεταφοράς του μετά-σινεμά στη διαδικασία, πίστευα πως η δική μου παρουσία δεν ήταν σχετική. Αν, ωστόσο, εγώ δεν συμμετείχα, δεν θα γνώριζα που βρισκόταν η καρδιά της κάμερας και το μοτέρ της αφήγησης, και το μάτι της θα ήταν απλά μια μαρτυρία.

 

Δεν ήταν αρκετό. Και θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει τον σκηνοθέτη και το συνεργείο για απόσταση, ακόμη και για ναρκισσιστική προσέγγιση και άσκηση ελέγχου επί του αποτελέσματος. Έστω κι αν δεν είναι εύκολο και άνετο, έπρεπε να φέρω και τη δική μου εμπειρία στη διαδικασία της ταινίας. Ήταν μια οργανική αναγκαιότητα για μένα.

 

Ακόμη κι έτσι, δεν ήταν αυτή η προτεραιότητα, αλλά η ανακάλυψη και η ελεύθερη απόκτηση γνώσης, που αποσταθεροποιεί το προκαθορισμένο βλέμμα.

 

Tο Μη με Αγγίζεις δεν είναι μόνο η δική μας έρευνα για την οικειότητα μέσω των μαρτυριών και των εμπειριών μας, αλλά μια ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής του θεατή σε όλο αυτό.
Tο Μη με Αγγίζεις δεν είναι μόνο η δική μας έρευνα για την οικειότητα μέσω των μαρτυριών και των εμπειριών μας, αλλά μια ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής του θεατή σε όλο αυτό.

 

Η ταινία υπόκειται στην κρίση του κάθε θεατή και στην απόφαση του για το πόσο ισορροπεί η προσωπική συνεισφορά του καθενός από τους πρωταγωνιστές. Για άλλους είναι πολλή, για άλλους δεν είναι αρκετή. Και ο λόγος που απορρίπτω σθεναρά την ταμπέλα του ντοκιμαντέρ για την ταινία είναι γιατί πρόκειται για τη μείξη προσωπικών εμπειριών με επινοημένα στοιχεία. Συνεπώς, δεν μιλάμε ούτε για ντοκιμαντέρ, ούτε για μυθοπλασία.

 

Είναι fusion όπου η φιξιόν είναι δομή ασφαλείας που μας φέρνει όλους μαζί και μας επιτρέπει να ερευνήσουμε ζώνες προσωπικές, που αλλιώς θα ήταν παράτολμο να πλησιάσουμε.

 

Σε μια συνήθη μυθοπλασία, είσαι δέσμιος μιας scripted προσωπικότητας. Είσαι, κατά κάποιον τρόπο, ένας άλλος. Στο νορμάλ ντοκιμαντέρ, είσαι επίσης δέσμιος του καθημερινού σου εαυτού, υποχρεωμένος να εμφανίσεις αυτό που είσαι. Η Λάουρα στην ταινία το δηλώνει άλλωστε: δεν θα είχα εντρυφήσει αλλιώς σε συγκεκριμένες περιοχές του εαυτού μου.

 

Η φιξιόν προστατεύει τα προσωπικά μας δεδομένα και δεν αφήνει να αποκαλυφθούν οι πηγές τους. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά αν το υλικό που βάλαμε στην ταινία είναι μνήμη, αποκύημα της φαντασίας, όνειρο, αναπαράσταση παρελθούσας κατάστασης ή φόβος για το μέλλον.

 

Ωστόσο, αυτό που παράγεται από την ταινία είναι αυθεντική συνάντηση ανθρώπων. Ο χώρος που δημιουργήθηκε επέτρεψε πολλή ελευθερία.