Αν κάτι έχει αναδείξει το φετινό μουντιάλ, πέρα από τα γκολ και τα απανωτά ρεκόρ που καταρρίφθηκαν από τα παλιά είδωλα, είναι η επανεφεύρεση του ποδοσφαίρου, η οποία εκφράζεται στο πρόσωπο του Νορβηγού ποδοσφαιριστή Έρλινγκ Χάαλαντ. Δεν είναι μόνο τα αμέτρητα αφιερώματα σε ένα τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της Generation Z ή το απόλυτο τρεντ του «Ro!», το οποίο μιμείται την κίνηση της κωπηλασίας και επαναλαμβάνεται παντού, από τη μέση της Times Square μέχρι τα διάφορα καφέ της Αθήνας. Είναι ότι ο επιθετικός της Εθνικής Νορβηγίας διαμορφώνει μια σύγχρονη εικόνα που αρχίζει να κυκλοφορεί, να αντιγράφεται, να αλλάζει συμφραζόμενα, να αποκτά νέες σημασίες. Ίσως να μην υπάρχει σήμερα πρόσωπο που να εκφράζει καλύτερα τη μεταμόρφωση σε σύγχρονο φαινόμενο της ποπ κουλτούρας από τον Έρλινγκ Χάαλαντ.
Θα μπορούσε κανείς να αφηγηθεί την ιστορία του με τον τρόπο που αφηγούνται συνήθως τις ιστορίες των μεγάλων επιθετικών. Να ξεκινήσει από το Λιντς της Αγγλίας, όπου γεννήθηκε το 2000, την εποχή που ο πατέρας του, ο Αλφ Ίνγκε Χάαλαντ, αγωνιζόταν ήδη στην Πρέμιερ Λιγκ, να συνεχίσει με την Μπρίνε της Νορβηγίας, από όπου κατάγεται και όπου μεγάλωσε, να ακολουθήσει τη διαδρομή του στη Μόλντε, στη Σάλτσμπουργκ, στην Ντόρτμουντ και στη Μάντσεστερ Σίτι. Επιβεβαιώνοντας τους ποδοσφαιρόφιλους θαυμαστές του, θα μπορούσε επίσης να απαριθμήσει τα γκολ που σημείωσε προτού ακόμη ενηλικιωθεί, τα ρεκόρ που έσπασε με μια σχεδόν παράλογη ευκολία, τις άμυνες που έμοιαζαν ανήμπορες να επιβραδύνουν έναν ποδοσφαιριστή ο οποίος συνδυάζει την ταχύτητα σπρίντερ, τη δύναμη δεκαθλητή και το ένστικτο των μεγάλων σέντερ φορ. Αλλά τίποτε από όλα αυτά δεν θα έφτανε για να εξηγήσει το πολύπλευρο φαινόμενο Χάαλαντ. Πέρα από κορυφαίος σκόρερ, είναι ο άνθρωπος που, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στο σημείο όπου διασταυρώνονται το ποδόσφαιρο, η βιομηχανία της ψυχαγωγίας, η διαφήμιση, το gaming, οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων και μια νέα μορφή ποπ μυθολογίας. Μια ποπ μυθολογία η οποία δεν παράγεται πια αποκλειστικά από τα κινηματογραφικά στούντιο ή από τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά από εκατομμύρια ανθρώπους που συμμετέχουν καθημερινά στην αδιάκοπη κυκλοφορία και αναπαραγωγή των εικόνων.
Είναι ο ποδοσφαιριστής που μπορεί να μιλήσει με ενθουσιασμό για videogames, να ανεβάσει ένα αστείο βίντεο, να συμμετάσχει σε μια καμπάνια υψηλής αισθητικής και, λίγες ώρες αργότερα, να επιστρέψει στο γήπεδο σαν να μην έχει συμβεί τίποτε από όλα αυτά.
Άλλωστε, ο Χάαλαντ δεν έγινε παγκόσμιο φαινόμενο μόνο επειδή είναι ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές της γενιάς του, αλλά επειδή η εικόνα του αποδείχθηκε εξαιρετικά «μεταφράσιμη» σε διαφορετικές εκδοχές της ποπ κουλτούρας. Μπορεί εύκολα να μεταβεί από τον ποδοσφαιρικό χλοοτάπητα σε μια κινηματογραφικά σκηνοθετημένη διαφήμιση, από εκεί σε έναν ψηφιακό κόσμο όπως το Clash of Clans, να μετατραπεί σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων στο TikTok, πάντα με ισχυρές δόσεις χιούμορ, με τις οποίες κέρδισε τους νεότερους θαυμαστές του σπάζοντας τα ρεκόρ ακολούθων, ή και να επιστρέψει ως αφίσα σε ένα παιδικό δωμάτιο και ως χαρακτήρας σε αμέτρητες ψηφιακές δημιουργίες – και, παρ’ όλα αυτά, η εικόνα του να παραμένει αμέσως αναγνωρίσιμη. Η μορφή του μετάλλασσεται όπως οι μεγάλες προφορικές αφηγήσεις των Βίκινγκς, που άλλαζαν κάποτε αφηγητή χωρίς να χάνουν ποτέ τον πυρήνα τους.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η μεταμόρφωση δεν μοιάζει να υπήρξε προϊόν μιας ψυχρής, αλάνθαστης στρατηγικής προσωπικού branding. Αντίθετα, όσοι έχουν συνεργαστεί μαζί του περιγράφουν έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει τη δημοσιότητα με έναν σχεδόν απρόσμενο αυθορμητισμό. Στα δικά του ψηφιακά κανάλια, τα οποία –όχι τυχαία– πολλαπλασιάζονται διαρκώς, εμφανίζεται συχνά περισσότερο ως ένας νεαρός που διασκεδάζει με όσα του συμβαίνουν παρά ως ένας παγκόσμιος σταρ που προστατεύει σχολαστικά την εικόνα του – δεν κρύβει ότι έκαψε τα μακαρόνια ή ότι αρέσκεται στον ρόλο του Γκούφι που δεν τα βγάζει πέρα με τις δουλειές του σπιτιού. Εκπροσωπώντας με τον πιο γνήσιο τρόπο τη γενιά του, αυτοσαρκάζεται, συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία του περιεχομένου του, γελά με τις ίδιες του τις υπερβολές, αφήνει χώρο στην αμηχανία και στο χιούμορ. Ειδικά σε μια εποχή που η δημόσια εικόνα μοιάζει όλο και περισσότερο με προϊόν αυστηρής επιμέλειας, αυτή η αίσθηση φυσικότητας λειτουργεί σχεδόν ανατρεπτικά. Το ειδικό ένθετο των «New York Times», «The Athletic», επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί ο Χάαλαντ κατέκτησε τόσο γρήγορα και το αμερικανικό κοινό –και όχι μόνο–, στάθηκε ακριβώς σε αυτή την ιδιαιτερότητα: όχι μόνο στα γκολ του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος μοιάζει να κινείται ανάμεσα στις διαφορετικές εκφάνσεις της ποπ κουλτούρας χωρίς ποτέ να φαίνεται ότι προσπαθεί υπερβολικά. Είναι ο ποδοσφαιριστής που μπορεί να μιλήσει με ενθουσιασμό για video games, να ανεβάσει ένα αστείο βίντεο, να συμμετάσχει σε μια καμπάνια υψηλής αισθητικής και, λίγες ώρες αργότερα, να επιστρέψει στο γήπεδο σαν να μην έχει συμβεί τίποτε από όλα αυτά. Η μετάβαση από την πίστα της διασημότητας στις άγριες συνθήκες που προστάζει το χορτάρι, στην περίπτωση του Χάαλαντ, δεν είναι τεχνητή αλλά σχεδόν οργανική και γίνεται με έναν τρόπο που μοιάζει απόλυτα φυσικός.
Ο Χάαλαντ πρωτοστατεί στο γιορταστικό «Viking Row» της Νορβηγίας μετά τον αποκλεισμό της Βραζιλίας από το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας υπήρξε η συνεργασία του Νορβηγού Βίκινγκ με τη Supercell. Όταν η φινλανδική εταιρεία ανακοίνωσε ότι ο Χάαλαντ θα γινόταν το πρώτο πραγματικό πρόσωπο που θα ενσωματωνόταν ως χαρακτήρας στο Clash of Clans, η είδηση δεν αντιμετωπίστηκε ως φυσική εξέλιξη, όχι ως ακόμα μία εμπορική συμφωνία μεταξύ ενός διάσημου αθλητή και μιας μεγάλης εταιρείας. Ο ίδιος ήταν ήδη επί χρόνια φανατικός παίκτης του παιχνιδιού, γεγονός που έδινε στη συνεργασία μια αυθεντικότητα σπάνια για τα δεδομένα του σύγχρονου αθλητικού marketing. Ήταν, ίσως, και κάτι περισσότερο από αυτό: οι παίκτες δεν ένιωσαν ότι ένας ποδοσφαιριστής εισέβαλε στον κόσμο τους αλλά ότι ένας χαρακτήρας που ήδη ανήκε στη φαντασία τους βρήκε απλώς μια νέα μορφή ύπαρξης. Εν προκειμένω, αρχίζει να διακρίνεται μια πολιτισμική μετατόπιση που υπερβαίνει κατά πολύ τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή: ενώ για δεκαετίες οι εταιρείες αναζητούσαν διασημότητες που θα δάνειζαν το κύρος τους σε ένα προϊόν, σήμερα φαίνεται να αναζητούν προσωπικότητες που μπορούν να φέρουν ολόκληρα αφηγηματικά σύμπαντα. Η κινηματογραφική αισθητική, οι αργές κινήσεις της κάμερας, η επική μουσική, οι αναφορές στη μυθολογία ή στην επιστημονική φαντασία δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία· συνιστούν τη νέα γλώσσα μέσα από την οποία η βιομηχανία του θεάματος προσπαθεί να (επαν)εφεύρει τους ήρωές της – και ο Χάαλαντ είναι σίγουρα ο καλύτερος εκφραστής αυτού του νέου τρεντ που παραπέμπει στους παλιούς μύθους, σε μια πολύ πιο μοντέρνα και εκσυγχρονισμένη εκδοχή όμως. Είναι, άλλωστε, το μόνο πρόσωπο που επιλέχθηκε από δημοφιλή στους Αμερικανούς μπίρα, μαζί με τον πρώην τεχνικό της Λίβερπουλ, Γιούργκεν Κλοπ, για να πρωταγωνιστήσουν σε σχετική καμπάνια με το σύνθημα «Let it pour», προσπαθώντας να προτρέψουν τους φίλαθλους να αφήσουν να... ξεχυθούν oι μπίρες και τα συναισθήματά τους.
«Let it pour»
Αντιγράφοντας την «Οδύσσεια» του Νόλαν
Ίσως γι’ αυτό προκάλεσε τόσο ενδιαφέρον η σειρά «The Odyssey», που συνόδευσε την πορεία του Χάαλαντ προς το Παγκόσμιο Κύπελλο, αντλώντας τον τίτλο και το συμβολικό της πλαίσιο από την κινηματογραφική «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Δεν έχει σημασία ότι ο Νόλαν δεν συμμετείχε δημιουργικά στο εγχείρημα, αφού είχε φροντίσει να δώσει την άδεια στους συνεργάτες του να το κάνουν, για την άμεση σύνδεση της ιστορίας που αφηγείται ο Βρετανός σκηνοθέτης με αυτήν που ήθελε να στήσει ο Χάαλαντ. Χρησιμοποιώντας τους ίδιους κώδικες με έναν μυθολογικό ή κινηματογραφικό ήρωα, μετατράπηκε από ποδοσφαιριστής σε εμπορικό σύμβολο, αποτελώντας την πρώτη ύλη αμέτρητων διαφορετικών αφηγήσεων – χωρίς καμία από αυτές τις ιδιότητες να ακυρώνει τις υπόλοιπες.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής εικόνα του ίδιου, όπως και της εποχής που τον ανέδειξε. Σε αντίθεση, δηλαδή, με άλλες εποχές όπου οι πρωταγωνιστές έπρεπε να πουλάνε γοητεία, εκείνος μεταμορφώθηκε σε μυθιστορηματικό ήρωα χωρίς να αποκρύψει την κανονικότητά του: εξακολουθεί να μένει μακριά από τις μεγάλες πόλεις, σε ένα απομακρυσμένο χωριό της αγγλικής επαρχίας, έχοντας δημιουργήσει οικογένεια με τον πρώτο του μεγάλο έρωτα, την παιδική του αγάπη, Ιζαμπέλ Χάουγκσενγκ Γιόχανσεν. Γιος ποδοσφαιριστή –ο πατέρας του Αλφ Ίνγκε Χάαλαντ υπήρξε επαγγελματίας και μάλιστα είχε συμμετάσχει και αυτός στην Εθνική–, έμαθε από μικρός να αποδέχεται τη σκληρή πειθαρχία και να σέβεται απολύτως τον κυρίαρχο ρόλο της μητέρας του – εξού και στις εμφανίσεις του αναγράφεται, δίπλα στο πατρώνυμο, και το μητρώνυμό του. Για όλα αυτά μιλάει εκτενώς μέσα από το κανάλι του στο YouTube, αποκαλύπτοντας ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει ουσιαστικά είναι να βρίσκει παραπάνω χρόνο για την οικογένειά του και να κοιμάται κάπως περισσότερο: «Για μένα, το πιο σημαντικό ίσως πράγμα στη ζωή είναι ο ύπνος – και όχι να κοιμάσαι πολύ, αλλά να κοιμάσαι καλά», έχει δηλώσει, κάτι κάπως απρόσμενο για έναν νέο που στις 21 Ιουλίου θα κλείσει τα 26.
Ίσως όμως αυτή η αίσθηση της κανονικότητας να είναι που τον καθιστά τόσο ξεχωριστό. Παρότι δεν διαθέτει την αβίαστη κομψότητα του Ντέιβιντ Μπέκαμ, ούτε τη σχεδόν γλυπτική τελειότητα που ο Κριστιάνο Ρονάλντο μετέτρεψε σε προσωπικό του αφήγημα, μπόρεσε να γίνει το απόλυτο είδωλο της Generation Z. Tο πρόσωπό του, που παραμένει σχεδόν παιδικό όταν χαμογελά και ανέκφραστο όταν συγκεντρώνεται, και το σώμα του, με τις απότομες κινήσεις, τους μεγάλους διασκελισμούς και την εκρηκτική επιτάχυνση, μοιάζει πολλές φορές να αψηφά ακόμη και τους κανόνες της ανθρώπινης ανατομίας, παραπέμποντας άμεσα σε ήρωα της Marvel. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί σχεδιαστές ψηφιακών παιχνιδιών έχουν παραδεχθεί πως οι σύγχρονοι αθλητές μοιάζουν όλο και περισσότερο με χαρακτήρες που θα μπορούσαν να έχουν γεννηθεί πρώτα μέσα σε μια μηχανή γραφικών και έπειτα να αποκτήσουν σάρκα και οστά – περίτρανη απόδειξη αυτού είναι ο Χάαλαντ.
Αγάπη για τα βιβλία
Κι όμως, όσο περισσότερο τον παρατηρεί κανείς, τόσο συνειδητοποιεί ότι η δύναμη της εικόνας του δεν βρίσκεται στην υπερβολή αλλά στην οικονομία. Δεν είναι άνθρωπος των μεγάλων δηλώσεων· αντιθέτως, οι εμφανίσεις του σε δημοφιλείς, prime time αμερικανικές εκπομπές δείχνουν ότι η φρενίτιδα με τον Χάαλαντ είναι δικαιολογημένη: απόλυτα συγκροτημένος, αποφεύγει συστηματικά τις μεγαλοστομίες και τη ρητορική που συνοδεύει συνήθως τους αθλητές αυτού του μεγέθους. Αυτή η σκανδιναβική λιτότητα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον θόρυβο που παράγει η δημόσια εικόνα του. Είναι σαν να υπάρχουν δύο Χάαλαντ: ο πραγματικός άνθρωπος, που παραμένει εντυπωσιακά φειδωλός, και το σύμβολο μιας κουλτούρας, ο οποίος αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις. Ίσως αυτή η αντίφαση να εξηγεί γιατί τόσο διαφορετικοί κόσμοι διεκδικούν διαρκώς ένα κομμάτι του: η μόδα αναγνωρίζει στο πρόσωπό του μια ιδιότυπη φωτογένεια που δεν βασίζεται στην κλασική ομορφιά αλλά στην αίσθηση του ανοίκειου, ενώ η βιομηχανία του κινηματογράφου δανείζεται την αισθητική του για να κινηματογραφήσει τις διαφημίσεις του. Οι φίλαθλοι τον μετατρέπουν καθημερινά σε αμέτρητες παραλλαγές εικόνων, βίντεο και αφηγήσεων που εξαπλώνονται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από εκείνη ενός αγώνα ποδοσφαίρου. Αλλά αυτό που μετράει είναι οι πράξεις του: φροντίζει, χωρίς να το ανακοινώνει, να δίνει πολλά λεφτά στις φιλανθρωπίες αλλά και στις βιβλιοθήκες: πρόσφατα, μάλιστα, αγόρασε και δώρισε στην Μπρίνε, την πόλη από όπου κατάγεται, βιβλίο κόστους 120.000 ευρώ με μύθους των Βίκινγκ. Πρόκειται για μια έκδοση του 1594 του «Heimskringla» με τις γνωστές ιστορίες των Βίκινγκ, του ιστορικού και ποιητή του 13ου αιώνα, Σνόρι Στούρλουσον.
Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου η έννοια του «σταρ» αποδεικνύεται ανεπαρκής για να τον περιγράψει – και αυτή είναι η πιο αξιοσημείωτη διαφορά με τους μεγάλους ποδοσφαιριστές του παρελθόντος. Ο Πελέ, ο Κρόιφ, ο Μαραντόνα, ακόμη και ο Ζινεντίν Ζιντάν, έγιναν διαχρονικές μορφές επειδή το παιχνίδι τούς ξεπέρασε και μετατράπηκε σε αφήγηση. Στην περίπτωση του Χάαλαντ, η αφήγηση συνυπάρχει εξαρχής με το παιχνίδι, διαμορφώνοντας μια κυρίαρχη ποπ κουλτούρα. Είναι, επίσης, σημαντικό ότι, αντί να προστατεύει εμμονικά την εικόνα του, όπως συνηθιζόταν για δεκαετίες, δείχνει να αποδέχεται ότι ένα μέρος της δημόσιας ταυτότητάς του δεν του ανήκει πια. Σαν να γνωρίζει, έστω και ασυνείδητα, ότι ανήκει σε μια χαρακτηριστική μορφή της πρώτης πραγματικά ψηφιακής γενιάς πρωταγωνιστών που δεν διαχωρίζει το γήπεδο από την οθόνη, τη διαφήμιση από την αφήγηση, το παιχνίδι από το βιντεοπαιχνίδι, τον αθλητή από τον χαρακτήρα. Δύσκολα άλλωστε μπορεί να παρακάμψει κανείς αυτόν τον νεαρό με τη χαρακτηριστική σκανδιναβική ψυχραιμία, το σώμα που μοιάζει να αψηφά τους νόμους της φυσικής και μια εικόνα η οποία ταξίδεψε ταχύτερα ακόμη και από τα γκολ που έφτιαξαν τον μύθο του. Μπορεί οι Βίκινγκ να έγιναν μόδα μέσα από τις σειρές στις διάφορες πλατφόρμες, αλλά ο Χάαλαντ έχει καταφέρει να είναι κάτι περισσότερο από κλασικό τους εκπρόσωπό: είναι ένας από τους κύριους εκφραστές της ποπ κουλτούρας αλλά και των κυρίαρχων εικόνων μέσα από τις οποίες επαναπροσδιορίζεται ο 21ος αιώνας.