Παραλίγο να πάω να δω πριν από δυο-τρεις μέρες στο θερινό της Δεξαμενής την αργεντίνικη ταινία Rojo (Κόκκινη Έκλειψη). Ζεστή νύχτα, «περπατητή» απόσταση ως το σινεμά, ενδιαφέρουσα ταινία. Τελικά, δεν πήγα. Υπερίσχυσε η ραστώνη, ο υπνωτικός βόμβος του air condition, η επιλογή του να μην κάνεις κάτι (αντί να το κάνεις) και να μη βγεις έξω από το σπίτι (αντί να βγεις) – επιλογή που όλο και βαραίνει όσο μεγαλώνει κανείς, παρ' ότι η εμπειρία δείχνει ότι σχεδόν πάντα η έξοδος από το «κουκούλι» (και το «home cinema» με την απέραντη γκάμα επιλογών) επιβραβεύεται με κάποιον τρόπο.


Η αλήθεια είναι ότι πλέον πάω πιο ευχάριστα (και χαλαρά και χωρίς προσδοκίες) σε θερινό σινεμά, αυτή την υπέροχη μεσογειακή πατέντα που έχει λιγότερο να κάνει με τον κινηματογράφο και περισσότερο με την ιδέα της υπαίθριας ψυχαγωγίας και ύπαρξης, όπως κάποτε και εκείνοι οι λούμπεν ναοί καλοκαιρινού βαριετέ, τα «αναψυκτήρια» − παρά στη «χειμερινή» αίθουσα. Αναλογιζόμουν τις προάλλες πότε πήγα τελευταία φορά φέτος να δω ταινία σε κινηματογράφο και δεν μπορούσα να θυμηθώ με τίποτα. Θλίψη! Ούτε καν σε blockbuster της Marvel δεν πήγα, εγκαταλείποντας έτσι μια μακρόχρονη τελετουργία αντροπαρέας.

 

Μου λείπει πάντως ώρες-ώρες πολύ η εμπειρία της αίθουσας, όχι τόσο ως κοινωνική εμπειρία στο σκοτάδι, όσο για τους περιορισμούς που σου έθετε. Θα κάτσεις και θα το δεις και θα το χωνέψεις το έργο καλύτερα, όχι κάθε τόσο παύση και κινητό και ουρανοκατέβατοι συνειρμοί που πρέπει να συζητηθούν ενώ κυλάει η ταινία.


Θυμάμαι όμως ότι μου φαινόταν κάποτε αδιανόητο να δω καινούργια ταινία (δηλαδή κάτι εκτός από το Πάρτι για ογδοηκοστή φορά) σε θερινό λόγω των «απαράδεκτων» συνθηκών: φως στην πρώτη παράσταση, χαμηλωμένος ήχος (για να μην ενοχλούνται οι γειτόνοι στις παρακείμενες πολυκατοικίες) στη δεύτερη, τυρόπιτες, αγιόκλημα και γιασεμί, φεγγαράδα, ένα κάρο χαζοχαρούμενοι αντιπερισπασμοί. Τζάμπα νεανικός σνομπισμός, άστοχη αντικοινωνικότητα και αλαζονική ξινίλα: τώρα η νεολαία βλέπει ταινίες στο κινητό. Αν βλέπει δηλαδή − Χριστό δεν καταλαβαίνω πλέον από τη σχέση των πιτσιρικάδων με το θέαμα και την αφήγηση.

 

Το τελευταίο διάστημα έχουν δημοσιευτεί καμιά εκατοστή άρθρα τα οποία προσπαθούσαν να αναλύσουν το «ανεξήγητο» φαινόμενο της πρωτοφανούς θεαματικότητας που γνωρίζει η μετρίως μέτρια ρομαντική κομεντί / περιπέτεια Murder Mystery με τον Άνταμ Σάντλερ και την Τζένιφερ Άνιστον.
Το τελευταίο διάστημα έχουν δημοσιευτεί καμιά εκατοστή άρθρα τα οποία προσπαθούσαν να αναλύσουν το «ανεξήγητο» φαινόμενο της πρωτοφανούς θεαματικότητας που γνωρίζει η μετρίως μέτρια ρομαντική κομεντί / περιπέτεια Murder Mystery με τον Άνταμ Σάντλερ και την Τζένιφερ Άνιστον.


Μου λείπει, πάντως, ώρες-ώρες πολύ η εμπειρία της αίθουσας, όχι τόσο ως κοινωνική εμπειρία στο σκοτάδι (αν μου έλεγες, όταν ήμουν μικρός, ότι θα ερχόταν μια εποχή που θα ήταν προσιτές σε όλους σχεδόν οι τεράστιες τηλεοπτικές οθόνες ή οι προτζέκτορες, μαζί με μια τεράστια «οικιακή» ταινιοθήκη, θα αναφωνούσα εκστατικά «διακτινίστε με στο μέλλον τώρα, δεν θέλω τίποτα άλλο από τη ζωή») όσο για τους περιορισμούς που σου έθετε. Θα κάτσεις και θα το δεις και θα το χωνέψεις το έργο καλύτερα, όχι κάθε τόσο παύση και κινητό και ουρανοκατέβατοι συνειρμοί που πρέπει να συζητηθούν, ενώ κυλάει η ταινία. Παλιότερα προσπαθούσα να επιβάλλω τους ίδιους περιορισμούς και στις σπιτικές προβολές, αλλά απεδείχθη μεγάλη ματαιοπονία (και με έλεγαν και «φασίστα» ενίοτε).


Το τελευταίο διάστημα έχουν δημοσιευτεί καμιά εκατοστή άρθρα τα οποία προσπαθούσαν να αναλύσουν το «ανεξήγητο» φαινόμενο της πρωτοφανούς θεαματικότητας που γνωρίζει η μετρίως μέτρια ρομαντική κομεντί/περιπέτεια Murder Mystery με τον Άνταμ Σάντλερ και την Τζένιφερ Άνιστον που προβάλλεται αποκλειστικά στο Netflix. Σιγά το μυστήριο. Λες και είπε έστω και ένας από τα εκατομμύρια των θεατών που την έχουν παρακολουθήσει ήδη «πο πο, τι ταινιάρα ήταν αυτή». Ένας ευχάριστος αντιπερισπασμός ήταν –εν μέσω θέρους μάλιστα– με οικείους πρωταγωνιστές, ειδικά σε ένα μεσήλικο (πλέον) κοινό.


Κανονικά, θα έπρεπε να προβάλλεται στα θερινά, αντί για όλες αυτές τις σαχλές «γαλλόφωνες» κομεντί που αγοράζονται «κοψοχρονιά» για να τις τρώμε στη μάπα κάθε καλοκαίρι και να στηρίζουμε την ψευδαίσθηση των Γάλλων ότι διαθέτουν κραταιά mainstream κινηματογραφική βιομηχανία.