Για πολλά χρόνια νόμιζα ότι η Παναγία των Παρισίων δεν ήταν ο επιβλητικός και απείρως εμβληματικός καθεδρικός που όλος ο πλανήτης παρακολουθούσε χθες από τις οθόνες του να φλέγεται σε ζωντανή μετάδοση, αλλά ο χαρακτήρας της Εσμεράλδας στο βιβλίο του Ουγκό, ειδικά με τη μορφή της Μορίν Ο'Χάρα στην κινηματογραφική μεταφορά του 1939.


Πανάκριβη για την εποχή της ταινία, ήταν ένα φεστιβάλ εξπρεσιονιστικού τρόμου και γκραν γκινιόλ αισθησιασμού (και σαδομαζοχισμού), επειδή όμως επρόκειτο για ένα «κλασικό» φιλμ βασισμένο σε ακόμα πιο «κλασικό» βιβλίο, την πρόβαλλε η τηλεόραση Σάββατο μεσημέρι, τραυματίζοντας πολλαπλώς τους μικρούς θεατές, παρ' ότι ενδεχομένως είχαν πάρει ήδη μια πρώτη πικρή γεύση από την εκδοχή των «Κλασσικών Εικονογραφημένων».


Μικρός, θυμάμαι, δεν είχα –για κάποιον λόγο που θα άξιζε ίσως να εξιχνιαστεί ψυχολογικά– πρόβλημα ούτε με τα θρίλερ, ούτε με τα αίματα, ούτε με τα κομμένα μέλη, ούτε με τα βαμπίρ, τα ζόμπι και τους λυκανθρώπους (δύσκολο να προβλέψεις με τι είδους εικονογραφία ακριβώς μπορεί να διαταραχθεί ο ευάλωτος ψυχισμός ενός παιδιού, γι' αυτό και μοιάζουν συχνά μάταιες οι σύγχρονες απόπειρες απόλυτου ελέγχου στις οποίες αναλώνονται οι γονείς).

 

Το σοκ, το δέος και τον τρόμο ακολούθησαν ο σαρκασμός, η επίρριψη ευθυνών, οι αντιδικίες, η εργαλειοποίηση με βάση την ατζέντα του καθενός, η γνωστή ψηφιακή συμφωνία σύγχυσης και θορύβου, με τον καθέναν να φωνάζει με την ανάρτησή του, σηκώνοντας το χέρι «εγώ, εγώ, κύριε, να πω μάθημα, εγώ, εγώ».

 

Είχα κατατρομοκρατηθεί, όμως, από το αβάσταχτο δράμα και κυρίως, βέβαια, από την παραμορφωμένη φιγούρα του Κουασιμόδου, όπως τον ενσάρκωνε ο Τσαρλς Λότον – σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που η μορφή του Μορφονιού στον Καραγκιόζη με κρατούσε μια εποχή άγρυπνο τις νύχτες.

 

Πού να φανταζόμουν ότι αυτή η αίσθηση ακατανόητου τρόμου θα επέστρεφε τόσες δεκαετίες μετά με την εικόνα του χιλιετούς κτιρίου που είχαν αποθεώσει ο Ουγκό και τα στούντιο της Ντίσνεϊ, μεταξύ πολλών άλλων, στις φλόγες.

 

Η τελετουργική σχεδόν, καταστροφή ενός πασίγνωστου (και παγκόσμιου) μνημείου έμοιαζε, αρχικά τουλάχιστον, με «φρέσκο τρόμο» ιδιαιτέρως δυσοίωνης υφής.
Η τελετουργική σχεδόν, καταστροφή ενός πασίγνωστου (και παγκόσμιου) μνημείου έμοιαζε, αρχικά τουλάχιστον, με «φρέσκο τρόμο» ιδιαιτέρως δυσοίωνης υφής.


«Τι φρέσκια κόλαση είναι, πάλι, τούτη;» ήταν ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ευφημισμούς της Ντόροθι Πάρκερ – φράση την οποία χρησιμοποιούσε με κάθε πιθανή αφορμή, από την είδηση ενός αιφνίδιου θανάτου οικείου προσώπου μέχρι την άφιξη ενός φουσκωμένου λογαριασμού στο μπαρ μετά από άλλο ένα γενναίο μπεκρούλιασμα.


Αυτή ακριβώς ήταν η αντίδραση στο θέαμα του φλεγόμενου γοτθικού ναού με τις χαρακτηριστικές γκροτέσκες δαιμονικές φιγούρες στην πρόσοψή του.

 

Παρ' ότι έχουμε αναισθητοποιηθεί σ' ετούτον τον αιώνα από την ατέλειωτη λιτανεία βίαιων και τρομακτικών γεγονότων που μοιάζουν να διαδραματίζονται αποκλειστικά στη μικρή μας οθόνη, η χθεσινή, τελετουργική σχεδόν, καταστροφή ενός πασίγνωστου (και παγκόσμιου) μνημείου έμοιαζε, αρχικά τουλάχιστον, με «φρέσκο τρόμο» ιδιαιτέρως δυσοίωνης υφής.


Στη συνέχεια, βεβαίως, το συνταρακτικό γεγονός προσαρμόστηκε αναλόγως στην προβλέψιμη ακολουθία διαχείρισής του από τα δισεκατομμύρια χρηστών των social media.

 

Το σοκ, το δέος και τον τρόμο ακολούθησαν ο σαρκασμός, η επίρριψη ευθυνών, οι αντιδικίες, η εργαλειοποίηση με βάση την ατζέντα του καθενός, η γνωστή ψηφιακή συμφωνία σύγχυσης και θορύβου, με τον καθέναν να φωνάζει με την ανάρτησή του, σηκώνοντας το χέρι «εγώ, εγώ, κύριε, να πω μάθημα, εγώ, εγώ».


Η Κροάτισσα συγγραφέας Σλαβένκα Ντράκουλιτς, δικαιολογώντας τη βαθιά θλίψη της μπροστά στο θέαμα της καταστροφής μιας γέφυρας του 16ου αιώνα στη Βοσνία κατά τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο, ενώ τριγύρω υπήρχαν νεκροί άμαχοι, είχε γράψει ότι «κάθε νεκρός ήταν ένας από εμάς, η γέφυρα όμως ήταν μια απόπειρα να αγγίξουμε την αιωνιότητα και να υπερβούμε το ατομικό πεπρωμένο μας – η γέφυρα ήταν όλοι εμείς, για πάντα».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO