Πιθανόν σε προηγούμενες εποχές –όχι και πολύ παλιότερα– να μη γινόταν τόση φασαρία για μια συνέντευξη εντελώς προβλέψιμου «αγοραίου» ύφους («αυστηρώς ακατάλληλη», όπως σημειώνει στην εισαγωγή ο συντάκτης της) και δήθεν προβοκατόρικου περιεχομένου σαν αυτήν που πήρε ο Δ. Δανίκας από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο.


Στην εποχή μας, όμως, πρώτα πέφτεις πάνω στην αντίδραση (φορτισμένη με οργή και έξαλλη αγανάκτηση συνήθως) στα social media και μετά ψάχνεις να βρεις την πρωτότυπη δημοσίευση που την προκάλεσε. Ειδικά αν κάποιος σου συνιστά να μη σε καταβάλει η περιέργεια και να μην μπεις να τη διαβάσεις, γιατί θα προσβληθείς βάναυσα, θα ξεράσεις, θα απoλέσεις κάθε ελπίδα για τη χώρα, τον κόσμο, την ανθρωπότητα κ.λπ.


Σαν να συναντάς κάποιον ξέπνοο και αλλόφρονα στον δρόμο που σου λέει «έγινε ένα απίστευτο αυτοκινητικό δυστύχημα στη γωνία, αλλά μην πας να το δεις, θα φρίξεις».

 

Και είναι βέβαιο ότι όσοι μπήκαν να διαβάσουν τη συνέντευξη, προετοιμασμένοι για τα χειρότερα και υπό το πρίσμα μιας σύγχρονης δυσανεξίας (που ορθώς ισχύει, δεν λέω) με τον πατριαρχικό/σεξιστικό λόγο και την «τοξική αρρενωπότητα», θα έφριξαν με αυτήν τη χωρίς επιμέλεια και μοντάζ κουβέντα καφενείου ανάμεσα σε επίμονα σπαράγματα του περασμένου αιώνα.


Και είναι βέβαιο ότι όσοι μπήκαν να διαβάσουν τη συνέντευξη, προετοιμασμένοι για τα χειρότερα και υπό το πρίσμα μιας σύγχρονης δυσανεξίας (που ορθώς ισχύει, δεν λέω) με τον πατριαρχικό/σεξιστικό λόγο και την «τοξική αρρενωπότητα», θα έφριξαν με αυτήν τη χωρίς επιμέλεια και μοντάζ κουβέντα καφενείου ανάμεσα σε επίμονα σπαράγματα του περασμένου αιώνα.


Ειδικά, δε, με την εξύμνηση της παροιμιώδους λίμπιντο του Ανδρέα Παπανδρέου εκ μέρους του διάσημου στιχουργού/ποιητή, ο οποίος, σύμφωνα με τον «συνεντευξιάζοντα», παραμένει πάντα «ανδρεολάτρης όπως και αιδοιολάτρης» (oh dear, που θα έλεγαν και οι αιδήμονες Βρετανοί).

 

Μια ψιλοκουβέντα τύπου «Κάτι κουρασμένα παλικάρια», αλλά στο πιο σόκιν θα ήταν η συνέντευξη αν δεν ήταν τίγκα στο κωμικά λογοκριμένο σεξουαλικό μπινελίκι το κείμενο, με κάθε δεύτερη λέξη σχεδόν να βγάζει μάτια έτσι όπως μεταμφιέστηκε για να τηρηθούν κάποια προσχήματα ευπρέπειας κατά τη δημοσίευσή της: «μ@@@@@σμένη» (για τη Μυρσίνη Λοΐζου ο προσδιορισμός – η κεντρική ιδέα πίσω από τη συνέντευξη ήταν, υποθέτω, να αλιευτεί πάνω στην αναμπουμπούλα του λόγου κάποια ατάκα εις βάρος της για να μπει στην επικεφαλίδα, όπως και έγινε), «μ@@ί», «μ@@@άκιας», «γ@@@σουν», «α@@@δια» κ.ο.κ.


Νόμιζα ότι βάζουμε αστερίσκους στα επίμαχα σημεία, όχι «παπάκια», που λέγανε πιο παλιά – εκτός κι αν πρόκειται για αισθητική/τυπογραφική πατέντα του Δ. Δανίκα, ο οποίος κάποια στιγμή αγανακτεί προκαταβολικά με τον πουριτανισμό του αναγνώστη: «Κοκκινίσατε; Τι μας λέτε, καλέ. Σας αρέσει να τα ακούτε και να τα λέτε στις συντροφιές, αλλά δεν γουστάρετε να τα διαβάζετε στην εφημερίδα; Υποκρισία».


Κάτσε, «ρε μπαγάσα» (που λες κι εσύ), και σ' εμάς τα είχε πει χύμα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε συνέντευξη κάποτε (βασικά, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον συνάδελφο που να μην του έχει πάρει συνέντευξη, ήταν κάτι σαν τελετουργία μύησης), κάναμε κάποιο editing όμως μετά – άμα είναι έτσι όπως μας τα λες, μην αντικαθιστάς τα γράμματα με «παπάκια», να το ευχαριστηθούμε και καλύτερα.


Είναι δεδομένο εξαρχής ότι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν είναι ο τύπος που θα σου έλεγε «off the record αυτό, μην το βάλεις» ή που θα σου ζητούσε κατόπιν να τσεκάρει το κείμενο ή/και να το επιμεληθεί ο ίδιος (ο Σαββόπουλος, φέρ' ειπείν, είναι το άλλο άκρο). Κοινώς, στα αρ@@@ια του, με όποιο κόστος έχει αυτό.


Κρίμα, πάντως, γιατί υπάρχει ένα σημείο όπου αφήνει μια υπόνοια πραγματικά ενδιαφέρουσας συνέντευξης σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Εκεί που λέει ο στιχουργός: «Είμαι 84 ετών. Έχω διαπρέψει επαγγελματικά. Σε ό,τι έχω κάνει. Έβγαλα πολλά λεφτά. Κι όμως, δεν μου φτάνουν». Ματαιότης, το μόνο βέβαιο.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO