Η μεγάλη, αποκαλυπτική συνέντευξη που έδωσε ο Σταύρος Θεοδωράκης στην Κατερίνα Ι. Ανέστη και δημοσιεύτηκε στο LIFO.gr λίγες ώρες μετά την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή ήταν ένα από τα πιο διαβασμένα άρθρα μας την περασμένη εβδομάδα. Ο Αλέξανδρος Α. γράφει: «Το Ποτάμι δεν είχε ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα και αυτό ήταν το μοιραίο λάθος του. Θα μπορούσε να έχει ξεκάθαρο φιλελεύθερο ή σοσιαλδημοκρατικό στίγμα, αλλά επέλεξε λίγο απ' όλα. Αυτό το καταδίκασε. Η ΝΔ, π.χ., μπορεί και κρατά συγκεκριμένα ποσοστά γιατί εκπροσωπεί έναν συγκεκριμένο χώρο, τη δεξιά (λαϊκή, φιλελεύθερη, συντηρητική κ.λπ.). Το ΠΑΣΟΚ, παρά την κατρακύλα των ποσοστών του, συντηρεί ένα συγκεκριμένο ακροατήριο γιατί εκπροσωπεί έναν συγκεκριμένο χώρο, τη σοσιαλδημοκρατία. Το ίδιο ο ΣΥΡΙΖΑ με την (λαϊκιστική) αριστερά. Το Ποτάμι, αντίθετα, ήταν λίγο απ' όλα. Ο Θεοδωράκης έκανε, επίσης, το λάθος να είναι συνεχώς "ρεπατζής" του Καμμένου και υπερβολικά φιλικός προς τον ΣΥΡΙΖΑ, τη στιγμή που οι περισσότεροι που ψήφιζαν το Ποτάμι είναι αντι-ΣΥΡΙΖΑ. Γι' αυτό, άλλωστε, τα ποσοστά του Ποταμιού έπεσαν από τις πρώτες εκλογές του '15 στις δεύτερες και στις δημοσκοπήσεις συνέχισε η κατρακύλα. Από τη στιγμή που ο Μητσοτάκης εκλέχθηκε αρχηγός στη ΝΔ και μπορούσε να εκπροσωπήσει καλύτερα τον φιλελεύθερο χώρο, ενώ στα αριστερά η Γεννηματά άρχισε την ανασυγκρότηση του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας, δεν υπήρξε περιθώριο για το Ποτάμι κι έτσι άρχισε να φυλλορροεί».


«Η νέα γενιά Ελλήνων του εξωτερικού και ο πατριωτισμός μας» ήταν ο τίτλος του άρθρου της Βίβιαν Στεργίου, όπου έγραφε πως «οι έξω Έλληνες μπορούν να βοηθήσουν τους μέσα Έλληνες να δημιουργήσουν έναν υγιή πατριωτισμό». Ο St Beijinger διαπιστώνει: «Δυστυχώς, το ότι ζει κάποιος για χρόνια στο εξωτερικό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ανοίγει το μυαλό του ή ότι αφήνει τους εθνικισμούς πίσω ή ότι γίνεται λιγότερο ρατσιστής. Έχω γνωρίσει αρκετούς Έλληνες που, ενώ μένουν στην Κίνα για χρόνια, μισούν τους Κινέζους, χρησιμοποιούν απαξιωτικές εκφράσεις και στερεότυπα γι' αυτούς και τη χώρα που τους δίνει τα προς το ζην. Είναι να απορεί κανείς πώς άτομα που μπορεί ακόμα και να έχουν παντρευτεί ξένους εξακολουθούν να είναι ρατσιστές και μισαλλόδοξοι. Τελικά, αν η οπτική είναι λάθος, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αλλάξει μετά. Και οι άνθρωποι αυτοί απλώς θα ψάχνουν πάντα να βρουν πού διαφέρουμε και πού οι Έλληνες είναι ανώτεροι από τους άλλους».


☛ Το άρθρο του Κωστή Παπαϊωάννου με τίτλο «Πες "όχι" στις Πρέσπες, τζάμπα είναι» σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Ο/Η Cogito ergo sum σημειώνει: «Συμφωνώ με το άρθρο και την ψύχραιμη ματιά του. Είμαι από εκείνους που τόσα χρόνια δεν έχουν καταλάβει γιατί γίνεται αυτό που γίνεται. Πώς μπορούμε ως λαός να αγνοούμε έτσι την πραγματικότητα, όταν αυτή δεν συμβαδίζει με τις φαντασιώσεις μας; Γιατί μεγαλώνουμε πιστεύοντας ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω μας; Εμείς είμαστε το κέντρο του, όλοι μας χρωστάνε, όλοι πρέπει να υποκλιθούν στο μεγαλείο μας. Όσοι ζουν στο εξωτερικό μπορούν ίσως να δουν πιο καθαρά τον παραλογισμό του πράγματος. Προσπαθήστε να εξηγήσετε όλα αυτά τα "δίκαια" σε κάποιον ξένο, όχι μόνο μεταξύ μας. Η προσπάθεια είναι διαφωτιστική».


☛ Στο μεγάλο ρεπορτάζ του προηγούμενου τεύχους για την κάνναβη, θέσαμε τριάντα κομβικές ερωτήσεις σε ειδικούς σχετικά με τις χρήσεις, τις ιδιότητες και τη νομιμοποίηση του αμφιλεγόμενου φυτού. Ο Μαύρος Γάτος αναφέρει: «Έχω στην γκαρνταρόμπα μου ένα παντελόνι από κάνναβη. Εξαιρετική υφή, εξαιρετική αντοχή, πολύ δροσερό το καλοκαίρι. Επίσης, η μπίρα με κάνναβη (μη ευφορική) είναι εξαιρετική, για όσους τουλάχιστον αγαπούν την πικρούτσικη γεύση των δυνατών pilsner».


☛ Στη «Φωνή Λαού» του προηγούμενου τεύχους ο επιμελητής της έκθεσης «Bunker», Γιώργος Γεωργακόπουλος, μίλησε στον Δημήτρη Κυριαζή για ένα σπάνιο δείγμα προπολεμικού καταφυγίου σε ιδιωτική πολυκατοικία της Αθήνας. Ο Takis σχολιάζει: «Πρόσφατα είχα την τύχη να παρακολουθήσω μια ξενάγηση σε τρία διαφορετικά καταφύγια του κέντρου της Αθήνας, τα δύο σε ιδιωτικές πολυκατοικίες. Από τα μέσα της δεκαετίας του '30 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50 ήταν υποχρεωτικό οι πολυκατοικίες να διαθέτουν καταφύγιο. Τα καταφύγια ήταν κατασκευασμένα με ειδικές προδιαγραφές και εξόδους διαφυγής, ώστε ακόμα κι αν γκρεμιζόταν η πολυκατοικία στην οποία βρίσκονταν, αυτά να έμεναν ανέπαφα (από τις τότε βόμβες). Δυστυχώς, τα περισσότερα σήμερα είναι κακοδιατηρημένα και εγκαταλελειμμένα. Ένα, το οποίο είναι επισκέψιμο και χώρος μνήμης, είναι αυτό της Κοραή 4, στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο στην Κατοχή μετατράπηκε σε χώρο κράτησης της Γκεστάπο».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO