Μετά τον Γιάννη Αντετοκούνμπο στο NBA, ένας άλλος νέος Έλληνας αθλητής έρχεται να κερδίσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον και θαυμασμό. Αυτός είναι ο Στέφανος Τσιτσιπάς, ο οποίος διακρίνεται σε ένα άθλημα που η Ελλάδα γνωρίζει ελάχιστες και όχι πολύ σπουδαίες διακρίσεις.

 

Το τένις, λόγω των μεγάλων επιτυχιών του Τσιτσιπά την τελευταία χρονιά, μπαίνει για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό σε κάθε ελληνικό σπίτι. Το δημοφιλέστερο ατομικό άθλημα στον κόσμο γίνεται και στην Ελλάδα οικείο, ίσως σιγά-σιγά και αγαπητό.

 

Άλλωστε, η ελκυστικότητα του αθλήματος περίπου την τελευταία δεκαετία χάρη στη συνεύρεση και τον ανταγωνισμό τριών ανεπανάληπτων υπεραθλητών (Φέντερερ, Ναδάλ, Τζόκοβιτς) έχει μεγαλώσει ακόμα περισσότερο και το γεγονός ότι ένας νέος αθλητής από μια μη ανεπτυγμένη τενιστικά χώρα τα βάζει μαζί τους αποτελεί ένα ιδανικό αθλητικό αφήγημα εντός και εκτός συνόρων.


Το γεγονός ότι ο Τσιτσιπάς έρχεται να διακριθεί σε ένα ατομικό και ιδιαίτερα ανταγωνιστικό άθλημα σε όλο τον κόσμο είναι αξιοσημείωτο. Οι Έλληνες αθλητές που έχουν διακριθεί στο παρελθόν σε ατομικά αγωνίσματα δεν είχαν τόσο μεγάλη δημοσιότητα (π.χ. άρση βαρών, σκοποβολή κ.λπ.), ενώ αρκετοί από αυτούς γρήγορα συνδέθηκαν με τα σκοτεινά κυκλώματα του ντόπινγκ (στίβος, άρση βαρών).

 

Δεν επιδόθηκαν, άλλωστε, σε σπορ που το παγκόσμιο σταρ-σίστεμ προτάσσει τόσο για εμπορικούς λόγους όσο και για να πραγματευθεί νέα και παλιά κοινωνικά πρότυπα.

 

Ο ίδιος ο αθλητής, προτάσσει την εθνική ταυτότητα, ειδικά μετά την έκρηξη ενθουσιασμού από τους ομογενείς. Αυτός ο νέος ήρωας του αθλητικού ατομισμού και του επικοινωνιακού ναρκισσισμού, αυτό το νέο διεθνές αστέρι δεν θα κρύψει σε καμία περίσταση τα εθνικά του αισθήματα.


Το τένις είναι ακριβώς εκείνο το άθλημα που, πέρα από τις αθλητικές ικανότητες των πρωταγωνιστών του, εστιάζει περισσότερο από κάθε άλλο στον χαρακτήρα τους, στην ψυχοσύνθεσή τους, στη συμπεριφορά τους εκτός και εντός γηπέδου.

 

Οι θεατές του δεν είναι μόνο μυημένοι στις τεχνικές και τακτικές λεπτομέρειες των χτυπημάτων και σε μια ευγενή αντιμετώπιση του αντιπάλου (άγνωστη στα συλλογικά αθλήματα) αλλά και σε ένα είδος πρόχειρης ψυχογραφίας των αθλητών που θαυμάζουν ή αντιπαθούν.

 

Η τηλεοπτική μετάδοση των συνήθως πολύωρων αγώνων, η συνεχής εστίαση στα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους βοηθά σε αυτό το ψυχολογικό σκανάρισμα των τενιστών, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο σπορ.

 

Ο Τσιτσιπάς μοιάζει φτιαγμένος γι' αυτό τον κόσμο του αθλητικού θεάματος που προάγει την ατομικότητα, που ξεψαχνίζει τους αθλητές όχι μόνο για τις σωματικές τους αρετές αλλά και για τις ικανότητές τους για αυτοπειθαρχία, ελεγχόμενη έκρηξη συναισθημάτων, συνεχή αυτοβελτίωση.

 

Κι αυτό όχι μόνο γιατί έχει φαρμακερό σέρβις σαν τον Μπέκερ, όχι μόνο γιατί έχει απρόβλεπτη τακτική, όπως ο Φέντερερ, αλλά και γιατί υφολογικά παίρνει στοιχεία από δύο παλιά ιερά τέρατα του αθλήματος: τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του Μποργκ και το έκρυθμο (επιθετικό) ταμπεραμέντο του Μάκενρο.

 

Επίσης, έχει καταλάβει ότι μέσω των social media μπορεί να αναδείξει και άλλες επιμελημένες πτυχές του εαυτού του, πέραν των στιγμών των αγώνων, είτε με βίντεο στο YouTube από τα συνεχή ταξίδια του και τις προτιμήσεις του σε σνακ είτε με δάνεια από αρχαία ελληνικά φιλοσοφικά ρητά (ακόμη κι αν αυτά δεν είναι πάντα πετυχημένα).

 

Ο Τσιτσιπάς έχει καλλιεργήσει όλα εκείνα τα σύγχρονα αθλητικά και στυλιστικά χαρακτηριστικά που μπορούν να τον κάνουν ένα νέο σούπερ είδωλο στον χώρο της παγκόσμιας δημοφιλούς κουλτούρας των σπορ. Μένει μονάχα να το επιβεβαιώσει σε τίτλους και διάρκεια.

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, η τελευταία μεγάλη επιτυχία του στο αυστραλιανό OPEN δεν δημιούργησε μόνο κύματα θαυμασμού στην Ελλάδα αλλά και λίγα πικρόχολα σχόλια, κυρίως για το κατά πόσο η δική του νίκη και καταξίωση στον (πλούσια αμειβόμενο) χώρο του τένις μπορεί να εκληφθεί ως εθνική υπόθεση. Με ποιον τρόπο ένας φέρελπις σταρ ενός «αριστοκρατικού» αθλήματος εκφράζει την ελληνική κοινωνία, ρωτάνε οι καχύποπτοι δημοσιολογούντες.


Ο ίδιος ο αθλητής, βέβαια, σε δηλώσεις του προτάσσει την εθνική ταυτότητα, ειδικά μετά την έκρηξη ενθουσιασμού που βίωσε από τους ομογενείς της Αυστραλίας και του Καναδά. Αυτός ο νέος ήρωας του αθλητικού ατομισμού και του επικοινωνιακού ναρκισσισμού, αυτό το νέο διεθνές αστέρι δεν θα κρύψει σε καμία περίσταση τα εθνικά του αισθήματα.

 

Ένα νέο αθλητικό ίνδαλμα του πλέον κοσμοπολίτικου αθλήματος θα μιλήσει για την πατρίδα του με συγκίνηση, χωρίς να κρύψει τις δυσκολίες που επιφύλασσε γι' αυτόν στην πραγμάτωση του ονείρου του (ούτε, βέβαια, τον κρίσιμο ρόλο της τενίστριας Ρωσίδας μητέρας του).


Η περίπτωση Τσιτσιπά, μέσα σε μια συγκυρία κατά την οποία η ελληνική κοινή γνώμη διχάζεται και πάλι ανάμεσα σε προδότες και πατριώτες, «μακεδονομάχους» και «μακεδονοκλάστες», γίνεται ένα ακόμη πρότυπο (μαζί με τον Αντετοκούνμπο) που συνθέτει το παγκόσμιο με το εθνικό, το ατομικό με το συλλογικό.

 

Η συμβολική σημασία της επιτυχίας ενός τενίστα στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί μας ωθεί να μιλήσουμε μακριά από μισαλλόδοξες καθαρότητες και κλειστές κοινοτιστικές αναφορές, μακριά από ιδεώδη συλλογικής στράτευσης, έξω από πολωτικές και μίζερες χρήσεις του εθνικού. Μας βοηθά να μιλήσουμε για το άτομο ως φορέα διαχείρισης της αυτονομίας, της ελευθερίας, της επιτυχίας και ταυτόχρονα για το έθνος ως την πιο ισχυρή και συμπεριληπτική στον χρόνο φαντασιακή μας κοινότητα.

 

Όσο και αν είναι μοναχικό το παράδειγμα του Τσιτσιπά, δίπλα σε εκείνο του Αντετοκούμπο, όσο και αν οι δυο τους αποτελούν εξαιρέσεις στην εποχή της κοινωνικοπολιτικής καθίζησης και εσωστρεφούς απογοήτευσης, μας κάνουν να σκεφτούμε την πατρίδα με όρους ατομικούς, να νιώσουμε την πατρίδα του ανέφικτου ως δική μας πατρίδα.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.