Το  συλλαλητήριο για τη Μακεδονία διέψευσε αρκετές βεβαιότητες. Πρώτη από όλες εκείνη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που είχε διατυπώσει πριν από 25 χρόνια και ενστερνίζονταν πολλοί, ότι κανείς δεν θα θυμόταν το θέμα του ονόματος σε δέκα χρόνια.

 

Διέψευσε την κυβέρνηση που ήταν βέβαιη ότι εκείνη δεν θα αντιμετώπιζε μαζικές λαϊκές διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις, σαν αυτές του 2011 και του 2012.

 

Διέψευσε επίσης, όσους ήταν βέβαιοι ότι το θέμα της Μακεδονίας θα κατέβαζε στους δρόμους μόνο ελάχιστους ακροδεξιούς και εθνικιστές.

 

Η κυβέρνηση έχει κάνει πολλά λάθη στην υπόθεση αυτή από την αρχή. Αν είχε κινηθεί θεσμικά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχε εξασφαλίσει την συναίνεση και της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Επίσης, αν η κυβέρνηση είχε επιχειρήσει να ενημερώσει υπεύθυνα τους έλληνες πολίτες για το ζήτημα αυτό, θα υπήρχε μεγαλύτερη κατανόηση και λιγότερες παρεξηγήσεις.

 

Κάθε συλλαλητήριο τέτοιας μαζικότητας δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν και θα ήταν χρήσιμο να αποκωδικοποιηθούν να μηνύματα του. Για να γίνει αυτό όμως, χρειάζεται ψυχραιμία, την οποία το Μέγαρο Μαξίμου δεν διαθέτει, όπως φάνηκε και από την ανακοίνωση που εξέδωσε.

 

Έλλειψη ψυχραιμίας όμως, υπήρξε και τις προηγούμενες μέρες, όπου έγινε προσπάθεια να στιγματιστούν όσοι θα συμμετείχαν ως ακροδεξιοί και εθνικιστές, κάτι που φαίνεται να θύμωσε πολύ κόσμο και να έφερε τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα.

 

Το συλλαλητήριο αναμφίβολα σφράγισε η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη, οι πολιτικές κινήσεις του οποίου συχνά προκαλούν  αντιδράσεις. Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς κάθε φορά μαζί του όμως, ο Μίκης έχει στο ιστορικό του πραγματικούς αγώνες για τη δημοκρατία και την αριστερά  σε εποχές που οι αγώνες δεν δίνονταν μέσα από τα σόσιαλ μίντια και περιελάμβαναν φυλακίσεις, εξορίες και βασανιστήρια.

 

Η παρουσία του στο συλλαλητήριο ενόχλησε στην κυβέρνηση, καθώς θεώρησε ότι αυτή θα του έδινε μία πολιτική νομιμοποίηση στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο. Η ενόχληση της κυβέρνησης όμως (μαζί κι η αντίδραση ενός τμήματος της αριστεράς και του αντεξουσιαστικού χώρου) πείσμωσαν και θύμωσαν τον Μίκη, όπως φάνηκε και από τα λόγια του στην ομιλία.

 

Φωτό: Eurokinissi
Φωτό: Eurokinissi

 

Ο Αλέξης Τσίπρας ωστόσο, αντί να θυμώνει με τον Μίκη και όσους αντιδρούν για το όνομα, θα έπρεπε να δει τις δικές του ευθύνες.

 

Πρώτα από όλα, έκανε λάθος να υποτιμήσει το θέμα. Παρακινούμενος από την ευκολία με την οποία έχει περάσει πλήθος αντιλαϊκών μέτρων χωρίς καμία ουσιαστική διαμαρτυρία, εκτίμησε ότι το ίδιο εύκολα και χωρίς αντιδράσεις θα περνούσε και την συμφωνία που ετοιμαζόταν να κάνει με τα Σκόπια.

 

Έπειτα, μπορεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ να κατηγορεί ως εθνικιστές όσους αντιδρούν με τον τρόπο αυτό, αλλά ήταν οι ίδιοι που μέχρι το 2015 προσπαθούσαν να προκαλέσουν ακριβώς αυτά τα αντανακλαστικά των πολιτών, όταν τους απευθυνόταν με συνθήματα -εν πολλοίς και απολίτικα-  για τους “κακούς ξένους”  στους οποίους είχαν υποδουλωθεί οι προηγούμενοι και εκείνοι θα αγωνίζονταν για την εθνική αξιοπρέπεια κτλ. Ήταν εκείνοι που φώναζαν “go back μαντάμ Μέρκελ” , που μιλούσαν για τον κακό Σόιμπλε, αντί να αναδεικνύουν τα ζητήματα στις πραγματικές πολιτικές τους διαστάσεις.

 

Ακόμα και στο “ΟΧΙ” του δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση δεν έδωσε πολιτικά και ταξικά χαρακτηριστικά, όπως θα ήθελε η αριστερά, αλλά εθνικολαικιστικά. Ήταν ένα ΟΧΙ “στους κακούς ξένους”. Ένα “ΟΧΙ” “εθνικής περηφάνιας” που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσουν εργαλειακά από κοινού με τους δεξιούς εθνικιστές των ΑΝΕΛ. Ποιος δεν θυμάται τα τσάμικα στην Πλατεία Συντάγματος από όσους ένιωθαν εθνικά υπερήφανοι για το “ΟΧΙ”;

 

Όταν λοιπόν για καιρό και οι ίδιοι καλλιέργησαν αυτού του είδους τις αντιδράσεις με παρόμοια χαρακτηριστικά, δεν μπορεί σήμερα να διαμαρτύρονται επειδή αυτό το συλλαλητήριο δεν τους ήταν αρεστό. Ούτε μπορούν να κατηγορούν τον Μίκη Θεοδωράκη επειδή στο ακροατήριο ήταν και χρυσαυγίτες, όταν αυτοί δεν τους ενοχλούσαν στο “Οχι”, ή όταν πήγαιναν  μαζί τους στο Καστελόριζο για “πατριωτικούς” σκοπούς.

 

Η κυβέρνηση έχει κάνει πολλά λάθη στην υπόθεση αυτή από την  αρχή. Αν είχε κινηθεί θεσμικά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχε εξασφαλίσει την συναίνεση και της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Ειδικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε κάθε συμφέρον να λυθεί το ζήτημα αυτό από τη σημερινή κυβέρνηση. Επίσης, αν  η κυβέρνηση είχε επιχειρήσει να ενημερώσει υπεύθυνα τους έλληνες πολίτες για το ζήτημα αυτό, θα υπήρχε μεγαλύτερη κατανόηση και λιγότερες παρεξηγήσεις.

 

Αλλά η κυβέρνηση επέλεξε να κινηθεί παρασκηνιακά, και βέβαιη ότι θα έλυνε το θέμα του ονόματος χωρίς δικό της κόστος, επιχείρησε να δημιουργήσει εσωτερικό πρόβλημα στον πολιτικό της αντίπαλο.

 

Ξόδεψε την ενέργεια της σε λάθος κινήσεις και στο τέλος βρέθηκε εκείνη στριμωγμένη. Αυτή τη στιγμή ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού φαίνεται να υπερασπίζεται το μαξιμαλιστικό αίτημα για καμία χρήση του όρου Μακεδονία, στάση που εγκλωβίζει εκ των πραγμάτων την πολιτική ηγεσία και απομακρύνει από την λύση.  

 

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι ήταν μόνο το σκοπιανό που ξεσήκωσε κι έβγαλε στο δρόμο τόσο κόσμο. Το βέβαιο όμως είναι, πως έφερε στην επιφάνεια μέρος της υπόγειας οργής που σωρεύεται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Δεν αποκλείεται το συλλαλητήριο αυτό να αποτελέσει σημείο αναφοράς για εξελίξεις του μέλλοντος.