Γεννήθηκα και μεγάλωσα στους Αμπελοκήπους, κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μυρωδιά από τις ανθισμένες νεραντζιές. Παίρναμε την μπάλα και βγαίναμε στον δρόμο μαζί με τ’ άλλα παιδιά. Τότε περνούσε ένα αυτοκίνητο κάθε δέκα λεπτά. Είχαμε φτιάξει και μια ποδοσφαιρική ομάδα και παίζαμε με άλλες γειτονιές. Ήταν ο δικός μας προσωπικός μύθος.

 

Στην αδερφή μου χρωστάω την αγάπη για τη μουσική. Ταξίδευε πολύ και έφερνε διάφορες κασέτες, τις οποίες άκουγα πριν κοιμηθώ. Ντέιβιντ Μπάουι, Σπρίνγκστιν, Κουίν, Κιουρ, τα πάντα, από την ποπ των ’80s μέχρι μουσικές της Καραϊβικής. Μέσα από αυτές έμαθα και τη ρέγκε. Νομίζω πως εκείνη την αίσθηση που ένιωθα ως παιδί, ακούγοντάς την, προσπαθώ να «αναστήσω» μέσα από τη μουσική που γράφω.

 

Δεν τα πηγαίνω καλά με τα social media. Τα χρησιμοποιώ λόγω δουλειάς, αλλά έχω την εντύπωση ότι βγάζουν στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτά μας. Νομίζω ότι παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν, το ίδιο το περιβάλλον μας συγκρατούσε από το να εκφέρουμε μια άποψη γεμάτη θυμό.

Ξεκίνησα να μαθαίνω πιάνο, αλλά δεν μου άρεσε κι έτσι ζήτησα να μου δώσουν την κιθάρα της αδερφής μου. Πρέπει να ήμουν 12 ετών. Πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο αδερφός του ζωγράφου Φασιανού, ο Παύλος Φασιανός. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάω πολύ. Για ένα διάστημα έψαχνα μανιωδώς να βρω παιδιά για να παίξουμε παρέα ξένη μουσική, αλλά δεν έβρισκα. Στα 18 έφυγα για σπουδές στη Γερμανία και μπήκα στην πρώτη μου πανκ μπάντα.

 

Επέστρεψα στην Ελλάδα και πήγα στρατό, στο Ναυτικό για την ακρίβεια. Οι μουσικοί εκεί πάνε, τα καλά μπουζούκια, τα καλά μπάσα. Όπως λένε, άλλωστε, η Αεροπορία κερδίζει τον πόλεμο, οι φαντάροι βάζουν μετά τη σημαία και στο τέλος πηγαίνει το Ναυτικό για να κάνει τη δεξίωση. Ε, εμείς κάναμε τη δεξίωση.

 

Μέσα εκεί γνώρισα κάποια από τα παιδιά των Locomondo και αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με ρέγκε και ελληνικό στίχο, επειδή μας άρεσε αυτό το είδος. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι είμαι 100% «ρεγκάς». Έχω παίξει πάρα πολύ ρεμπέτικο, φολκ, διάφορα.

 

Υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της ρέγκε και του ρεμπέτικου. Κάποτε είχαν ρωτήσει τον Θοδωρή (Τεντ) Μπαφαλούκο, τον άνθρωπο που έφτιαξε το Rockers, την πιο σημαντική ταινία για τη ρέγκε, γιατί αυτός, ένας Έλληνας, ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Ο ίδιος απάντησε ότι του θύμιζε το ρεμπέτικο.

 

Ο τρόπος που περπατούσαν οι μουσικοί, οι κώδικες που είχαν, όλο το slang. Και η ρέγκε και το ρεμπέτικο προήλθαν από βίαιη μεταφορά πληθυσμών. Ξεκίνησαν στο περιθώριο και έγιναν οι εθνικές μουσικές των χωρών τους. Είναι laid back, έχουν πολλά παρόμοια στοιχεία, ακόμα και το θέμα των drugs είναι κοινό.

 

Νομίζω ότι περνάω λίγο τη φάση της «αντι-Αθήνας». Ίσως επειδή την έχω ζήσει στα καλά της. Έχουμε μαζευτεί πολλοί. Δεν χωράμε. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Νομίζω ότι περνάω λίγο τη φάση της «αντι-Αθήνας». Ίσως επειδή την έχω ζήσει στα καλά της. Έχουμε μαζευτεί πολλοί. Δεν χωράμε. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Όταν αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με τη ρέγκε και τον ελληνικό στίχο δεν μας ένοιαζε αν υπάρχει κοινό γι’ αυτήν τη μουσική στην Ελλάδα. Σ’ εκείνη την ηλικία δεν σκέφτεσαι πού απευθύνεσαι, ούτε δίσκους, ούτε τίποτα, ασχέτους του αν αυτά ήρθαν μετά. Τότε όλα ήταν ακόμα πολύ αθώα. Απλώς θέλαμε να παίζουμε. Η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία των Locomondo με εξέπληξε.

 

Όταν συνειδητοποίησα το μέγεθος της έκθεσης, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να κάνω πίσω, να βάλω φρένο. Μπορώ να πω ότι ακόμα και σήμερα αποφεύγω, όσο μπορώ, τη δημοσιότητα. Θεωρώ ότι εμπεριέχει κάτι νοσηρό. Σε αρρωσταίνει. Αν δεν το έχεις πολύ ανάγκη, δεν σου κάνει καλό.

 

Όταν είμαι πάνω στη σκηνή, μου βγαίνει όντως πολλή ενέργεια. Εκείνη την ώρα συμβαίνουν εντός μου απανωτές εκρήξεις. Και τα τραγούδια μας γι’ αυτό το πράγμα μιλάνε, για «βόμβες χαράς» και «δυνάμεις του καλού».

 

Δεν θεωρώ ότι είμαι κανένας βιρτουόζος ούτε διαθέτω καμιά φωνή με πολλές δυνατότητες, αλλά έχω αυτό το ταλέντο, μπορώ να μεταδίδω τη χαρά και την ένταση που νιώθω μέσα μου. Δεν γίνεται, βέβαια, να είσαιχαρούμενος non-stop. Στις συναυλίες ο κόσμος χαίρεται γιατί παίρνει πράγματα από σένα.

 

Άμα, όμως, παίζεις πολύ, κάποια στιγμή στερεύεις. Η μόνιμη κόντρα μου με το management είναι να παίζουμε όσο λιγότερα live γίνεται, γιατί θέλω αυτοί που πληρώνουν εισιτήριο να παίρνουν από εμάς το μάξιμουμ. Έχουμε δει πολλούς τύπους να «καίγονται» επειδή παίζουν σήμερα εδώ, αύριο το πρωί εκεί και το βράδυ ξανά κάπου αλλού. Πρέπει να μπορείς να δίνεις το 100%, χωρίς τη βοήθεια ουσιών. Εγώ δεν πίνω ούτε ένα ποτό. Κάθε φορά που το λέω όλοι με κοιτάζουν με απορία.

 

Η ενασχόληση με την τέχνη μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, αν και οι άνθρωποι που θαυμάζω και θεωρώ ότι με επηρέασαν δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Ο Βαμβακάρης δεν έλεγε ποτέ ότι κάνει τέχνη, και όμως έχει αφήσει πίσω του έναν «ογκόλιθο». Ούτε ο Τσιτσάνης ισχυρίστηκε ποτέ ότι κάνει τέχνη.

 

Έλεγαν απλώς ότι γράφουν τραγούδια ή ότι «δουλεύουν απόψε εκεί». Όταν μιλάμε συνεχώς για τέχνη είναι και λίγο σαν να θέλουμε να μπούμε κι εμείς στο κλαμπ γιατί δεν είμαστε. Αν ήμασταν, δεν θα νιώθαμε την ανάγκη να το πούμε. Δεν ξέρω, για μένα καλλιτέχνες είναι ο Πικάσο, ο Μπάουι, οι άνθρωποι που έφτιαξαν τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο.

 

Πιστεύω περισσότερο σε μια πνευματική επανάσταση. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Πιστεύω περισσότερο σε μια πνευματική επανάσταση. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Νομίζω ότι περνάω λίγο τη φάση της «αντι-Αθήνας». Ίσως επειδή την έχω ζήσει στα καλά της. Έχουμε μαζευτεί πολλοί. Δεν χωράμε. Είμαστε 11 εκατομμύρια σε αυτήν τη χώρα και οι μισοί ζούμε στην Αθήνα. Το βλέπεις στους δρόμους, στο μποτιλιάρισμα. Μετά παίρνεις ένα λεωφορείο, ταξιδεύεις στον Έβρο ή στο Κιλκίς και για ώρες δεν βλέπεις ψυχή. Αυτός ο συνωστισμός δημιουργεί και όλη αυτή την ένταση. Δεν είναι οι άνθρωποι κακοί. Η Δικαιοσύνη και η δημοκρατία θέλουν αφθονία.

 

Βέβαια, έχει και ορισμένα στοιχεία που την κάνουν μοναδική. Το λεκανοπέδιο Αττικής είναι τοποθετημένο ανάμεσα σε τρία υπέροχα βουνά που δημιουργούν ρεύματα αέρα και σπρώχνουν το νέφος και το καυσαέριο μακριά. Αν δεν υπήρχαν αυτά θα είχαμε «πνιγεί». Είναι μια πόλη που επί της ουσίας «χύνεται» στη θάλασσα.

 

Το κέντρο της πόλης δεν με είλκυε ποτέ. Ακόμα και τους έρωτές μου τους έχω ζήσει στα πέριξ. Ψυρρή, Μοναστηράκι, Ακρόπολη, όλα αυτά τα μέρη είναι για να πας έναν φίλο σου από το εξωτερικό, να τον κάνεις μια βόλτα, έχουν αυτό το τουριστικό hype. Πιο πολύ συνδέθηκα με τη γειτονιά μου παρά μαζί τους.

 

Η δίκη μου φιλοσοφία είναι να σέβομαι κάτι που για κάποιον άλλο είναι ιερό, είτε είναι η Βίβλος, είτε το Κοράνι, είτε ο Παναθηναϊκός. Δεν είμαι αρνητικός σε τίποτα, αφήνω κάθε ενδεχόμενο ανοιχτό. Η πνευματικότητα είναι διαφορετικό πράγμα από τη θρησκεία. Είναι η προσπάθεια να επικοινωνήσεις με κάτι ανώτερο, ακόμη και αν αυτό είναι απλώς μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου.

 

Αυτό είναι που μας οδηγεί στη ζωή. Υπάρχει μια καλή και μια κακή εκδοχή του εαυτού μας και συνεχώς παίζουν μπουνιές μεταξύ τους. Μία πάει έτσι και μία αλλιώς. Εμείς αυτό προσπαθούμε να δείξουμε μέσα από τη μουσική και τους στίχους μας. Δεν μας ενδιαφέρει να στηλιτεύσουμε κάτι κακό για να κερδίσουμε φίλους.

 

Γιατί πολλές φορές, ξέρεις, υπάρχει και το είμαστε φίλοι μόνο και μόνο επειδή μισούμε το ίδιο πράγμα, όχι γιατί αγαπάμε το ίδιο πράγμα. Ο Τζο Στράμερ είχε πει ότι το συγκρότημα που αγαπάμε μάς κάνει καλύτερους ως είδος. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε, δεν ξέρω αν το έχουμε καταφέρει.

 

Η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία των Locomondo με εξέπληξε. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία των Locomondo με εξέπληξε. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Δεν τα πηγαίνω καλά με τα social media. Τα χρησιμοποιώ λόγω δουλειάς, αλλά έχω την εντύπωση ότι βγάζουν στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτά μας. Νομίζω ότι παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν, το ίδιο το περιβάλλον μας συγκρατούσε από το να εκφέρουμε μια άποψη γεμάτη θυμό. Σήμερα από τα πληκτρολόγια βγαίνει τέτοιο μίσος που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν υπάρχει ελπίδα να συμβιώσουμε κάποτε ειρηνικά.

 

Πιστεύω περισσότερο σε μια πνευματική επανάσταση. Όταν είσαι είκοσι χρονών, βιάζεσαι να ζήσεις και θέλεις να κάνεις τα πάντα γρήγορα. Ζεις στη «φούσκα» του εφήμερου και του απόλυτου. Τα βλέπεις άσπρα-μαύρα κι έτσι αναγκάζεσαι να επιλέξεις στρατόπεδο. Μεγαλώνοντας, όμως, κάπως κουράζεσαι ή ωριμάζεις. Το άσπρο-μαύρο γίνεται πιο γκρίζο.

 

Ίσως η επόμενη επανάσταση ξεκινήσει μέσα από τα σπίτια. Στις μέρες μας πολλοί άνθρωποι κάνουν οικογένεια χωρίς να είναι έτοιμοι. Γι’ αυτό και το ποσοστό των διαζυγίων είναι τόσο υψηλό. Όταν οι ίδιοι οι γονείς δεν μπορούν να διαχειριστούν τις δικές τους ζωές, πώς θα μπορέσουν να μεγαλώσουν ισορροπημένα παιδιά; Αυτό πρέπει να αλλάξει. Μέσα από κει θα έρθει μια καλύτερη κοινωνία.