Ο Στέφανος Βασιλειάδης (1933-2004) υπήρξε μια τρανή περίπτωση για την ελληνική σύγχρονη μουσική – περίπτωση, που παραμένει άγνωστη σ' εκείνο που αποκαλούμε «πλατύ κοινό». Κάτι μάλλον αναμενόμενο.

 

Ο Βασιλειάδης υπήρξε διακεκριμένος και βραβευμένος συνθέτης τόσο των απλών φορμών (παιδικά τραγούδια), όσο και της πιο... σκληρής πρωτοπορίας (με έργα τύπου Ιάννη Ξενάκη – πολύτεχνα κ.λπ.), ενώ διακρίθηκε περαιτέρω και ως μουσικολόγος, συγγραφέας μουσικών κειμένων, διευθυντής και θιασώτης χορωδιών, δάσκαλος-μουσικοπαιδαγωγός και άλλα τινά (π.χ. ψυχή του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας), που μένει να ανακαλυφθούν απ' όσους δεν τα γνωρίζουν και να αξιολογηθούν (και) από τους σημερινούς επαΐοντες. Αν το έργο του δεν έγινε γνωστό ευρύτερα, ούτε ενόσω ζούσε, οφειλόταν, πάντως, και στη σεμνότητα του χαρακτήρα του.

 

Το 1985 ο Στέφανος Βασιλειάδης είχε τυπώσει το πολύ καλό βιβλίο του «Για τη Μουσική» [εκδόσεις Citibank], ένα θαυμάσιο ανάγνωσμα σχετικό με την ιστορία της Μουσικής από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, που περνούσε από κάθε μήκος και πλάτος της γης από κάθε πολιτισμό, από κάθε εποχή. Φυσικά, υπήρχε και κεφάλαιο για τη σύγχρονη ελληνική μουσική, στο οποίο αναφέρονταν όλοι οι διακεκριμένοι Έλληνες συνθέτες (πολλοί και με φωτογραφίες τους). Εννοώ τους Σκαλκώτα, Δραγατάκη, Παπαϊωάννου, Αδάμη, Λογοθέτη, Ξενάκη, Χρήστου, Τερζάκη, Αντωνίου κ.ά. Σ' όλο αυτό το κεφάλαιο δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά στο πρόσωπο και το έργο του, η παραμικρή νύξη στο όνομά του, όταν η θέση του, ασυζητητί, ήταν ανάμεσα σε όλους τους προαναφερθέντες!

 

Προσφάτως συνέβη κάτι ανέλπιστο σε σχέση με το πρωτοποριακό δισκογραφημένο έργο τού Στέφανου Βασιλειάδη, που είναι ούτως ή άλλως ελαχιστότατο και που αποτελεί την αφορμή, φυσικά, γι' αυτό το κείμενο. Τυπώθηκε, εννοούμε, ένα LP από την ελληνική εταιρεία Holotype Editions με δύο έργα του, τα Εν Πυρί (1973) και Βάκχες (1974).

 

Αυτό το άλμπουμ είναι το μοναδικό που υπάρχει με σύνθετα έργα του Βασιλειάδη και κυκλοφορεί 13 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατό του.

 

Το έργο έχει ζωντάνια και σαφήνεια και μαζί με το Εν Πυρί της πρώτης πλευράς συναποτελούν ένα σπάνιο βινυλιακό ακρόαμα, που έλειπε, ασυζητητί, από την ελληνική δισκογραφία.

 

Να υπενθυμίσουμε, εδώ, πως προχωρημένα έργα του συνθέτη ακούγονται και στις εξής παλαιές εκδόσεις-συλλογές: Τα μυστικά τραγούδια της σιωπής στο LP «4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής #3» [EMI/Odeon, 1973], ο Κουκλόκοσμος στο LP «Ελληνική Ηλεκτρονική Μουσική -1» [EMI/Odeon, 1974], το Εν Πυρί (άλλη εκτέλεση απ' αυτήν της Holotype) στο CD "Works by Greek Composers" [Motivo, 1995] και ακόμη το Δίκη-Έλεος στην κασετίνα «Από την Ελληνική Μουσική Πρωτοπορία του 20ου αιώνα» [ETEBA, 1997]. Ίσως, δε, να υπάρχει και κάτι ακόμη σε CD...

 

Κομβικό σημείο στη μουσική-συνθετική αντίληψη του Βασιλειάδη αποτελεί η γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου κατά το τελευταίο διάστημα τής ζωής τού πρόωρα χαμένου συνθέτη, την περίοδο 1969-1970 δηλαδή.

 

Μάλιστα –και θα πρέπει να το τονίσουμε αυτό– ο Στέφανος Βασιλειάδης βρισκόταν στο μοιραίο αυτοκίνητο που πήρε τη ζωή όχι μόνο του Γιάννη και της Θηρεσίας Χρήστου, αλλά και της συζύγου του (της συζύγου τού Βασιλειάδη εννοώ), σ' εκείνο το δυστύχημα της 8ης Γενάρη 1970.

 

Για το έργο του Στέφανου Βασιλειάδη έχουν εκφραστεί διάφοροι κατά καιρούς, όπως ο συνάδελφος και φίλος του, επίσης εξέχων συνθέτης της πρωτοπορίας, Μιχάλης Αδάμης (1929-2013). Διαβάζουμε από το περιοδικό Μουσικής Αντίφωνον [τεύχος 5, Ιούλιος-Αύγουστος 2004]:

«Νομίζω πως η ουσιώδης στόχευση του δημιουργικού έργου τού Στέφανου Βασιλειάδη υπήρξε όχι τόσο η μορφοπλασία όσο η ηχο-πλασία. Στην ηχοπλαστική του δεινότητα εντοπίζεται μεγάλο ποσοστό των συνθετικών του αρετών. Αυτήν υποθέτουν και αυτήν υπηρέτησαν φαινομενικά διαφορετικές περιοχές δράσεως, όπως η ευαίσθητη καταγραφή των ήχων της φύσεως, που τόσο τον συγκινούσαν, και η εντρύφηση στην ηλεκτρονική μουσική, που του άνοιξε τους δρόμους της δημιουργικότητας.

Στο χώρο της ηλεκτρονικής η ηχοπλασία αποκαθίσταται στην κυριολεξία της. Κατά ένα τρόπο συνιστά όρο καταστατικό της δημιουργίας μουσικού αποτελέσματος. Σ' αυτή τη δυνατότητα ο Στέφανος διέκρινε, από τους πρώτους, το νέο εύρος του μουσικού ορίζοντος που άνοιξε η τεχνολογία και σ' αυτό το πεδίο διακρίθηκε όσο λίγοι. Η ανοικτότητα κι η φαντασία του διευκόλυναν την εισδοχή του στην πειραματική περιοχή της μουσικής πρωτοπορίας των αρχών του '70. Η ακούραστη εργατικότητα κι επιμονή του τον κατέστησαν γρήγορα εξαιρετικό τεχνίτη μιας τέχνης υπό διαμόρφωσιν, που η κάθε κατάκτηση την προωθούσε».

 

Επίσης από το βαρύ booklet τής έκδοσης τής ΕΤΕΒΑ «Από την Ελληνική Μουσική Πρωτοπορία του 20ου αιώνα»:

«Από τη δεκαετία του '70 ο Βασιλειάδης επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ηλεκτροακουστική μουσική διαμορφώνοντας μια δική του οπτική για τη σύνθεση. Ονομάζει τη μουσική του "ιδεογραφική", υπονοώντας ότι οι "ιδέες" (οι καταστάσεις, τα συναισθήματα), που αποτελούν τον πρωταρχικό κόσμο, τη βαθύτερη σκέψη του συνθέτη πραγματώνονται σε ηχητικά-μουσικά μορφώματα (δίκην ιδεογραμμάτων-συμβόλων). Αυτά τα στοιχεία ωθούνται από μια δραματική κινητήρια δύναμη στην περιπέτεια των διαδρομών τους, στην αλληλεπίδραση μεταξύ τους, σε επαλληλίες ή συγκρούσεις, πυκνώσεις ή αραιώσεις κ.ο.κ., σχηματίζοντας το μουσικό έργο».

 

Τέτοια έργα, ηλεκτρακουστικά και πολύτεχνα είναι τα: Τα μυστικά τραγούδια της σιωπής (1970), Θρήνοι (1972), Εν πυρί (1973), Κουκλόκοσμος (1973), Αίμα (1975), Τα μυστικά τραγούδια της μηχανής (1980), όπως και οι μουσικές του για το αρχαίο δράμα (Τραχίνιαι 1969, Πέρσαι 1971, Βάκχαι 1974 κ.λπ.).

 

«Πέρσαι» του Αισχύλου, Εθνικό Θέατρο 1972, σκηνοθεσία Τάκης Μουζενίδης, μουσική Στέφανος Βασιλειάδης
«Πέρσαι» του Αισχύλου, Εθνικό Θέατρο 1972, σκηνοθεσία Τάκης Μουζενίδης, μουσική Στέφανος Βασιλειάδης

 

Στο LP της Holotype Editions ακούγονται λοιπόν μία ακυκλοφόρητη ηχογράφηση του Εν Πυρί (για κοντραμπάσο και μαγνητοταινία), που είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Γιάννη Χρήστου καθώς και η μουσική για τις Βάκχες (από τη φερώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία-χορογραφία της Ζουζούς Νικολούδη).

 

Ας δούμε αυτά τα έργα λίγο πιο αναλυτικά.

 

Η εκδοχή του Εν Πυρί, με τον κορυφαίο Ανδρέα Ροδουσάκη στο κοντραμπάσο και τον ίδιο τον Βασιλειάδη μπροστά από την κονσόλα, προέρχεται από μιαν εγγραφή σε στούντιο της σουηδικής ραδιοφωνίας, το 1976. Το έργο, όπως είπαμε, είναι αφιερωμένο στον Χρήστου και έχει (και) οπτικό-θεατρικό δρώμενο – το οποίο φυσικά είναι «κρυμμένο» στο βινύλιο. Παρά ταύτα η δύναμη της σύνθεσης, έτσι όπως συμπυκνώνεται και εξωτερικεύεται κατά τη διάρκειά της (και μετά τη μέση της) είναι τόσο ισχυρή, με αποτέλεσμα να υπερκαλύπτεται η απουσία της εικόνας. Μέσα σ' ένα θρησκευτικό, τελετουργικό και κατά μίνα έννοια εξώκοσμο περιβάλλον (η φράση «εν πυρί» προέρχεται από χωρίο τής προς Κορινθίους Α΄ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου), ο Βασιλειάδης υφαίνει ένα μοναδικό ακρόαμα (με αναφορές στο Μυστήριον του Γιάννη Χρήστου εγώ θα πω), παγιδεύοντας τον ακροατή σ' ένα ρευστό και σφόδρα υπαινικτικό πλαίσιο, εντός του οποίου κυριαρχεί το καταστρεπτικό πυρ. Και ό,τι απομένει απ' αυτό, μιαν ακαθόριστη ελπίδα, ένας ήχος, όταν τα πάντα είναι πλέον αποκαΐδια.

 

Αποτελεί συντριπτική εμπειρία η ακρόαση του έργου σε μεγάλη ένταση και ει δυνατόν με ακουστικά.

 

Η μουσική για τις Βάκχες είναι η επένδυση της τραγωδίας του Ευριπίδη με τον ίδιο τίτλο και όπως διαβάζουμε στο ένθετο τού LP... «η παράσταση ήταν μέρος του Διαπανεπιστημιακού Προγράμματος Πολιτιστικής Ανταλλαγής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια και δεν ανέβηκε ποτέ στην Ελλάδα». Παρουσιάστηκε δε στις πόλεις Santa Barbara, Irvine, San Diego, Riverside, Davis, Santa Cruz και Berkley στο διάστημα 25 Σεπτεμβρίου-3 Οκτωβρίου 1974.

 

Εδώ ο Βασιλειάδης πράττει κάτι ρηξικέλευθο. Ενσωματώνει σε μια ταινία δύο επιμέρους ηχογραφικές πηγές. Μία σύγχρονη, με ήχους από αναλογικά σύνθια, και μία παραδοσιακή, με ήχους δημοτικής μουσικής (ακούγονται κλαρίνα, γκάιντες κ.λπ.). Αυτές οι δύο αρχικές πηγές εμφανίζονται και μόνες τους και σε συμπλοκή. Υπάρχει, δηλαδή, μια φανερή προσπάθεια να επικοινωνήσουν οι σύγχρονοι φουτουριστικοί ήχοι, με τους ήχους της αρχέγονης παράδοσης μέσα από μια πλατφόρμα, που να μην διαταράσσει την αυτονομία ούτε των μεν ούτε των δε. Εδώ η δυσκολία έγκειται στην διερεύνηση των τονικών υψών και στον τρόπο που θα μπορούσε να καταστούν αυτά ηχητικώς «επικοινωνήσιμα». Ο Βασιλειάδης επιτυγχάνει ένα μικρό ή και μεγάλο ακατόρθωτο. Αναφερόμαστε στο 1974, όταν τέτοια πράγματα στην ηλεκτρονική πρωτοπορία δεν ήταν συνηθισμένα. Η, με ίσους όρους, επικοινωνία με την παράδοση δηλαδή. Το έργο έχει ζωντάνια και σαφήνεια και μαζί με το Εν Πυρί της πρώτης πλευράς συναποτελούν ένα σπάνιο βινυλιακό ακρόαμα, που έλειπε, ασυζητητί, από την ελληνική δισκογραφία.

 

Ένα μπράβο στις Holotype Editions είναι το μόνο που αρμόζει για την ώρα, καθώς το Εν Πυρί / Βάκχες χαιρετίζεται ως το κορυφαίο, έως ώρας, ελληνικό δισκογραφικό γεγονός της χρονιάς!

 

 

 

 

Επαφή: www.holotype-editions.com