ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΡΙΛΑΟ ΤΡΟΥΒΑ

 

Την εβδομάδα που μας πέρασε, η Sma Rag Da έβγαλε μια συλλογή από 11 νέα τραγούδια, με τίτλο «Wisdom Tooth». Είπαμε να μιλήσουμε γι' αυτά και για άλλα πολλά. Δώσαμε λοιπόν μια μέρα ηλεκτρονικό ραντεβού στις 6 το απόγευμα. Εγώ Αθήνα, αυτή Λονδίνο. Είχαμε κανονίσει να μιλήσουμε στις έξι ώρα Ελλάδας, πάει εφτά και μου γράφει «Ρε ντάξει, τώρα συνειδητοποίησα ότι έξι ώρα Ελλάδας είναι τέσσερις ώρα Αγγλίας και όχι 8. Υπολόγισα λάθος. Πω πω...».

 

―Πόσα χρόνια έχεις στο Λονδίνο και είσαι ακόμα απροσάρμοστη -ως προς την ώρα;

Είναι ο τρίτος μου χρόνος και μπορώ να πω πως την έχω καταβρεί εδώ. Το Λονδίνο νομίζω ή που θα το λατρέψεις ή που δε θα το αντέξεις. Εγώ το λατρεύω.

 

―Τι ακριβώς σπουδάζεις εκεί;

Λέγεται Commercial Music (BA). Στην ουσία μελετάμε τη μουσική και τη μουσική βιομηχανία από πολλές διαφορετικές πλευρές. Π.χ. μάρκετινγκ, μπίζνες, κοινωνιολογία, τουρ planning, live industry, παραγωγή. Η φιλοσοφία είναι πως, όπου και να θέλει να δουλέψει κανείς στη μουσική βιομηχανία, πρέπει να έχει μια σφαιρική αντίληψη του πώς λειτουργεί. Τίμιο. Κι ανάλογα με το προς τα πού θέλει κανείς να κατευθυνθεί, διαλέγει μαθήματα επιλογής δεύτερο και τρίτο χρόνο. Γαμάει!

 

Ο Παντελίδης ήταν ο guy-next-door. Ήταν ο καθένας από εμάς. Αναδείχτηκε μέσα από τον κόσμο, όχι μέσω του συστήματος της μουσικής βιομηχανίας. Ο κόσμος χάρηκε με τη χαρά του, δε ζήλεψε. Γιατί ήταν ένα παιδί από τη Νέα Ιωνία, που μέσα στα συντρίμμια της κρίσης κατάφερε να κάνει το όνειρο πραγματικότητα.

 

―Εσύ τι διάλεξες;

Εγώ δεύτερο χρόνο διάλεξα τα πιο μπίζνες-μάρκετινγκ μαθήματα γιατί θεώρησα πως καλό θα ήταν να δω λίγο κι αυτή την πλευρά. Τρίτο χρόνο έχω διαλέξει ό,τι έχει να κάνει με το δημιουργικό κομμάτι γιατί αυτός είναι ο τομέας μου άφτερ ολ.

 

―Είχες ασχοληθεί καθόλου με πανελλήνιες ή έφυγες κατευθείαν για να σπουδάσεις αυτό που σ' ενδιαφέρει; Φαντάζομαι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάτι ανάλογο, ε;

Δεν υπάρχει, όχι. Δεν έδωσα, αλλά το πήρα απόφαση λίγους μήνες πριν να μη δώσω, πράγμα που σημαίνει ότι πέρασα τη φάση των φροντιστηρίων κανονικά. Θεωρώ γενικά απαράδεκτη τη διαδικασία των πανελληνίων και χαίρομαι πολύ που πήρα αυτή την απόφαση τελικά!

 

 

―Κάποια στιγμή σε πέτυχα στο facebook να ψάχνεις υλικό για μια εργασία 8.000 λέξεων σχετικά με τον Παντελίδη. Την έκανες τελικά;

Ναι! Την παρέδωσα στις 8 Δεκέμβρη! Περιμένω ακόμη βαθμό. Δεν με ενδιαφέρει και τόσο βέβαια, γιατί έχω μάθει πάρα πολλά, όπως και να 'χει. Απο πολύ αρχή μου είχε κινήσει απίστευτα το ενδιαφέρον όλη η ιστορία και, παρ' όλο που δεν είμαι πολύ μεγάλη φαν αυτής της μουσικής σκηνής, τα τραγούδια του Παντελίδη τα λατρεύω. Όλα. Και τα ακυκλοφόρητα.

 

―Ποιο ήταν το θέμα της εργασίας;

Η πτυχιακή μου ήταν μια ανάλυση του απίστευτου σαξές στόρι του Παντελίδη. Μια προσπάθεια να καταλάβω πώς έγινε όλο αυτό και γιατί. Ήταν η μουσική του; η πολύ οικεία του εμφάνιση; η περίοδος που έγινε όλο αυτό; ήταν όλα μαζί; Θεώρησα ότι έχουμε πολλά να μάθουμε αναλύοντας την ιστορία του. Θα στα πω όλα, αλλά σιγά σιγά γιατί δεν είναι καθόλου απλή η υπόθεση του Παντελίδη, παρ' όλο που ο ίδιος ήταν η επιτομή της απλότητας. Ο regular, everyday, normal guy που θα 'λεγε κι ο Jon Lajoie.

 

―Τι βρήκες σ' αυτόν; Φαντάζομαι κάτι πολύ περισσότερο από μουσική - στίχο - φωνή.

Το φαινόμενο Παντελίδης, ανεξάρτητα από το τι μουσική ακούει κανείς, είναι ένα αξιοθαύμαστο φαινόμενο, με τεράστιο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Θέλω να πω, τόσοι και τόσοι προσπαθούν να αναδειχθούν, και μάλιστα με παρόμοιο τρόπο. Δεν γίνονται όμως όλοι βάιραλ. Γιατί ο Παντελίδης λοιπόν; Αυτό ήθελα κυρίως να καταλάβω. Η πτυχιακή είναι χωρισμένη σε τρία εξίσου σημαντικά κεφάλαια. 1) The man, 2) His music, 3) His times. Το τελευταίο θεωρώ πως είναι το κλειδί, αλλά η επιτυχία του ήταν ένας τέλειος συνδυασμός των τριών.

 

Είναι ο τρίτος μου χρόνος και μπορώ να πω πως την έχω καταβρεί εδώ. Το Λονδίνο νομίζω ή που θα το λατρέψεις ή που δε θα το αντέξεις. Εγώ το λατρεύω.
Είναι ο τρίτος μου χρόνος και μπορώ να πω πως την έχω καταβρεί εδώ. Το Λονδίνο νομίζω ή που θα το λατρέψεις ή που δε θα το αντέξεις. Εγώ το λατρεύω.

 

―Πες μου κάτι που δεν έχει λεχθεί ή δεν έχει ακόμα προσεχθεί ιδιαίτερα.

Θα σου πω δυο πράγματα. Πρώτον, ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι απλά του έκατσε κι ότι η μουσική του δεν έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο. Κι όμως, η μουσική του κατάφερε να αγγίξει ανθρώπους που δεν είναι καν αυτή η φάση τους. Μουσικά, και έχοντας κάνει και μια σύντομη μουσικολογική ανάλυση στα κομμάτια του, μπορώ να πω πως δεν είχε κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό. Το στιχουργικό του πάτερν όμως ήταν το μαγικό συστατικό της μουσικής του. Ο Παντελίδης έλεγε ιστορίες. Απλές, κατανοητές ιστορίες, με ξεκάθαρη και λογική δομή. Ιστορίες για πράγματα που έχουμε ζήσει όλοι, μιας και προσέγγισε την καψούρα από όλες της τις πλευρές. Οι ιστορίες αποδεδειγμένα έχουν την απίστευτη ικανότητα να αγγίζουν και να ιντριγκάρουν τους ανθρώπους. Π.χ. Ο Χριστός δε δίδασκε απλά κανόνες, «φύτευε» ιδέες στους ανθρώπους μέσω των παραβολών του, που είναι απλές ιστορίες.  Το ίδιο συμβαίνει με τα παιδικά παραμύθια, που πολλές φορές έχουν κι ηθικά διδάγματα. Οι ιστορίες-τραγούδια του Παντελίδη, σε συνδυασμό με τη δική του ιστορία, το «μύθο» γύρω από το όνομά του αν θες, ήταν ένας πολύ δυνατός μαρκετινίστικος συνδυασμός, παρ’ όλο που όλο αυτό συνέβη άθελά του.

 

Το δεύτερο πολύ σημαντικό είναι η φάση στην οποία ήταν η Ελλάδα όταν εμφανίστηκε ο Παντελίδης κι η αποστροφή του κόσμου από το στημένο και το σκηνοθετημένο που πλέον δεν ήταν relatable  για τον Έλληνα. Ο Παντελίδης ήταν ο guy-next-door. Ήταν ο καθένας από εμάς. Αναδείχτηκε μέσα από τον κόσμο, όχι μέσω του συστήματος της μουσικής βιομηχανίας. Ο κόσμος χάρηκε με τη χαρά του, δε ζήλεψε. Γιατί ήταν ένα παιδί από τη Νέα Ιωνία, που μέσα στα συντρίμμια της κρίσης κατάφερε να κάνει το όνειρο πραγματικότητα. Άγγιξε κάτι πιο ανθρώπινο, κάτι ανώτερο των μουσικών κριτηρίων του καθενός. Μας θύμισε ότι τελικά γίνονται θαύματα. Κάτι που κανένας «σωτήρας» ή ηγέτης δεν έχει καταφέρει στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα τελευταία 50 χρόνια. Ο κάθε αστοιχείωτος ψευτοκουλτουριάρης βέβαια δε θα τα σκεφτεί καν όλα αυτά, γιατί το άγχος του είναι να ρίξει τον λαϊκό, τον σκυλά ή τον οποιονδήποτε βασικά, απλά για να δείξει την δική του μουσική και νοητική ανωτερότητα.

 

―Για μένα το πιο γοητευτικό στο στιχουργικό του έργο είναι το μπέρδεμα των φύλων. Τέτοιο μπέρδεμα, που έτσι και το πάρουν χαμπάρι τα gender studies του Βορρά, θα ψάχνονται οι ντόπιοι διανοούμενοι. Έχεις εντοπίσει τέτοια στοιχεία στο έργο του;

Δε θεωρώ οτι το μπέρδεμα των φύλων στο στιχουργικό του έργο είναι κάτι που έγινε με κάποιο "ριζοσπαστικό" σκοπό. Απλά, όπως έχει πει κι ο ίδιος ο Παντελίδης, έγραφε τραγούδια είτε εμπνευσμένα απο τις δικές του ιστορίες, είτε απο ιστορίες φίλων του. Και τις σεβότανε όπως τους έπρεπε. Δεν τις παρουσίαζε ως δικές του.

 

 

―Θεωρείς ότι σε ελληνικό πανεπιστήμιο θα μπορούσες να κάνεις μια τέτοια μελέτη;

Ίσως αν σπούδαζα κοινωνιολογία να μπορούσε να θεωρηθεί σχετικό ως θέμα, αν και η ανάλυσή μου θα είχε εντελώς διαφορετική μορφή, γιατί θα έπρεπε να περιοριστώ στο κοινωνιολογικό κομμάτι και μόνο. Δυστυχώς – από όσο το είχα ψάξει πριν φύγω – νομίζω πως δεν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο πτυχίο στην Ελλάδα. Ό,τι είχα βρει σε σπουδές σχετικά με τη μουσική ήταν αρκετά συμβατικό και νομίζω μια τέτοια εργασία θα ήταν εκτός θέματος, γιατί το αντικείμενο δεν είναι αυστηρά μουσικό.

 

―Κι εσύ στα δικά σου τραγούδια μιλάς κυρίως για τον έρωτα, όπως κι εκείνος. Και τα απευθύνεις σε κορίτσι. Δε θέλει τόλμη αυτό;

Αφού για κορίτσι γράφτηκαν, που να τα απευθύνω; Να αλλάξω το “she” και να το κάνω “he”; Για να κάνω χάρη σε ποιόν; Αν αυτή τη συζήτηση την κάναμε τρία χρόνια πριν, θα σου έλεγα πως ναι, θέλει τόλμη και δεν είναι εύκολο. Τώρα όμως, μου φαίνεται αστείο που αγχωνόμουν τι θα πει ο κάθε ομοφοβικός κάφρος αν μάθει ότι μ’ αρέσουν τα κορίτσια. Έχουμε 2016. Ούτε καν που θα ’πρεπε να τα συζητάμε αυτά τα πράγματα.  Προσωπικά, θεωρώ ευθύνη μου το να θίγω αυτά τα θέματα και να δίνω ερεθίσματα στον κόσμο με όποιον τρόπο μπορώ, από τη στιγμή κιόλας που έχω την τύχη να έχω ένα (μικρό κι υπέροχο) κοινό.

 

―Σε έναν στίχο σου, που αμέσως ξεχώρισα, λες: «Don't be afraid to be afraid / the child inside you wants to come out and play». Θες να μου πεις για το δικό σου come out;

Ο μεγαλύτερός μου φόβος ήταν η μάνα μου. Εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω κάτι, γιατί όλο αναφέρω τη μάνα μου κι ο κόσμος έχει αρχίσει να νομίζει οτι είμαι εντελώς μαμόθρεφτο. (Ήμουν λίγο βέβαια, εδώ που τα λέμε). Ο λόγος όμως που συνέχεια αναφέρω τη μάνα μου είναι επειδή ο μπαμπάς πέθανε όταν ήμουν 9. Έχω τρεις μεγάλες γαμάτες αδερφές, τη Γιούλη, τη Νάντια και την Έλενα, για τις οποίες ευχαριστώ το σύμπαν καθημερινά. Όταν άρχισα να νιώθω πως πια δεν αντέχω να λέω συνεχώς ψέματα και να ζω στη μυστικοπάθεια – δεδομένου κιόλας ότι γενικά δεν είμαι καθόλου μυστικοπαθές άτομο – προσέγγισα πρώτα τις αδερφές μου, που ήταν η ασφάλειά μου. Οι αδερφές μου βέβαια δεν μένανε Πάτρα, πράγμα που σημαίνει ότι σπίτι ήμουν μόνο εγώ, ο Φράνκι (σκύλος-αδερφός) κι η μαμά, άρα το σαπόρτ τους ήταν από απόσταση. Δεν ήταν εύκολο. Η μαμά είναι 64 χρονών. Είναι μεγάλο το gap και φοβόμουν ότι δε θα το δεχτεί και δε θα με αγαπάει πια, πράγμα που δε θα μπορούσα να αντέξω. Μη στα πολυλογώ, όταν έγινε εν τέλει η συζήτηση με τη μαμά, ήμασταν μόνο οι δυο μας στο σπίτι στην Πάτρα. Ήταν ήδη υποψιασμένη, είναι η αλήθεια, γιατί δεν το `χω τόσο το να κρύβομαι, κι ήταν κάπως αναπόφευκτη πλέον αυτή η συζήτηση. Ε, έγινε λίγο της τρελής. Κλαίγαμε, φωνάζαμε, εγώ άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου (είχα ήδη μετακομίσει από Πάτρα κι είχα πάει εκεί για λίγες μέρες). Μέσα σε όλη την ένταση λοιπόν κι αφότου έχουμε βριστεί και τσακωθεί, φτάνω στην πόρτα κι είμαι έτοιμη να φύγω. Η μαμά, κλαμένη, γυρνάει και μου λέει: «περίμενε, που πας χωρίς μπουφάν;». Έ ρε πούστη μου, είπα από μέσα μου! Γιατί δε μπορεί κι αυτό να είναι όσο απλό όσο αυτό με το μπουφάν;

 

―Αν ζούσες στην Ελλάδα, στο πατρικό σου, θα μπορούσες να γράφεις έτσι ή θα αυτολογοκρινόσουν; Έχεις ζήσει μόνο στην Πάτρα ή και στην Αθήνα;

Ζούσα Αθήνα μέχρι τα 8 μου και μετά μετακομίσαμε Πάτρα. Με το που τελείωσα σχολείο γύρισα Αθήνα για ένα χρόνο, έκανα την αίτηση για το πανεπιστήμιο κι εδώ και τρία χρόνια είμαι Λονδίνο. Αυτολογοκρινόμουν όταν έγραφα τραγούδια μικρότερη, προσπαθούσα να αποφεύγω να φαίνεται το πού αναφέρομαι (σε αγόρι ή κορίτσι) αλλά όχι τόσο για τον κόσμο, αλλά κυρίως επειδή ακόμα δεν είχα κάνει come out στην οικογένεια. Αυτό ήταν το μεγάλο μου άγχος. Δε μπορώ να σου εξηγήσω πόσο πιο ευτυχισμένη είμαι από τότε που έγινε το come out. Εκφράζομαι με απόλυτη ειλικρίνεια πια και χωρίς κανέναν φόβο, κι αυτό είναι υπέροχο. Κάποιος στρέιτ δε μπορεί να καταλάβει πόσο άσχημο είναι το να είσαι φουλ ερωτευμέν@ και χαρουμεν@ και να πρέπει να το κρύβεις λες κι είναι κάτι κακό, ενώ είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Ή να είσαι σκατά και να πρέπει να το κρύβεις γιατί θα αρχίσουν οι άβολες ερωτήσεις. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μιλάμε ανοιχτά και χωρίς φόβο. Γιατί μόνο έτσι σιγά σιγά ο κόσμος θα οικειοποιηθεί κι εν τέλει θα αποδεχτεί την οποιαδήποτε διαφορετικότητα.

 

―Από τα έντεκα τραγούδια σου μόνο το ένα είναι ελληνόφωνο. Η "ξένη" γλώσσα, η αγγλική, λειτουργεί καθόλου απελευθερωτικά; Έχεις την αίσθηση ότι η μητρική γλώσσα μπορεί να λειτουργεί και καταπιεστικά, με όλο αυτό το φορτίο που κουβαλάει ως μητρική;

Αρχικά ήθελα να γράφω στα αγγλικά για να μπορώ να μοιράζομαι τα κομμάτια μου με ενα μεγαλύτερο κοινό από το ελληνικό. Εκτός αυτού, νομίζω πως δεν είχα τόσες ελληνικές επιρροές από άποψη μουσικής και δεν έμαθα να σκέφτομαι μουσικά στα ελληνικά. Βγαίνει πιο εύκολα στα αγγλικά. Έχοντας συνηθίσει έτσι, είναι αρκετά δύσκολο να γράφω ελληνικό στίχο, γιατί το mindset και το flow της γλώσσας είναι εντελώς διαφορετικό. Θα ήθελα πολύ όμως να προσπαθήσω να γράφω περισσότερο στα ελληνικά γιατί έχει άλλη αμεσότητα ο ελληνικός στίχος για το ελληνικό κοινό και χρειαζόμαστε, νομίζω, φρέσκια «ελληνική» μουσική.

 

 

 

―Στην Ελλάδα ο κάθε εναλλακτικός μουσικός που σέβεται τον εαυτό του διατυμπανίζει ότι οι κύριες επιρροές του είναι ο Χατζιδάκις και η Πλάτωνος. Οι δικές σου ποιες είναι;

Εμένα δεν ήταν επιρροές μου ούτε ο Χατζιδάκις ούτε η Πλάτωνος. Πολύ απλά δεν έτυχε, όχι ότι έχω κάτι εναντίον τους. Γενικά νομίζω έχω ένα πολύ περίεργο μιξ επιρροών, γιατί εκτός από τη μουσική που άρχισα να ψάχνω μόνη μου από μια φάση και μετά, συναναστρεφόμουν ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών – κυρίως χάρη στις αδερφές μου - και από τον καθένα μάθαινα και κάτι. Από πολύ μικρή δηλαδή είχα έρθει σε επαφή με πολλά διαφορετικά μουσικά είδη, που από όλα είχα κάτι να μάθω.

 

―Μιας κι είσαι και στιχουργός των τραγουδιών σου, μερικά από τα οποία θεωρώ ποιήματα, θέλω να σε ρωτήσω και για τις ποιητικές σου αναφορές. Τι διαβάζεις; Ποιους ποιητές ή τραγουδοποιούς προτιμάς;

Δεν έχω διαβάσει καθόλου ποίηση. Ούτε βιβλία τόσα. Απλά έχω περάσει και ξεπεράσει διάφορα και έχω κάνει άπειρες συζητήσεις με πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους.

 

 

―Όταν είδα τον τίτλο του album σου, που στα ελληνικά σημαίνει Φρονιμίτης, θυμήθηκα τον Κυνόδοντα - άλλο δόντι αυτός - και χαμογέλασα με το συνειρμό. Τελικά εσύ έχεις βγάλει φρονιμίτη ή όχι ακόμα;

Έχω 3μισι φρονιμίτες από τα 17. Φρονίμεψα νωρίς βλέπεις, χαχα. Το πρώτο μου άλμπουμ, "Queen of the Surreal", ήταν στην ουσία η εφηβεία μου γραμμένη σε ιστορίες. Το "Wisdom Tooth" είναι μια συλλογή ιστοριών από τη φάση ακριβώς μετά την εφηβεία, που ούτε έφηβος είσαι πια, αλλά από την άλλη δε νιώθεις και ενήλικας. Η αντίθεση της παιδικότητας και της ωριμότητας σε αυτό το άλμπουμ νομίζω είναι εμφανής, ακόμα και για κάποιον που δε με ξέρει προσωπικά. Γενικά παράξενη φάση αυτή, ε; “Emerging adulthood” λέγεται επισήμως, κι έχει πολύ ενδιαφέρον αν θέλετε να το ψάξετε! Έχω ρίξει πολλή δουλειά και έχω βάλει πολύ μεράκι σ’ αυτό το άλμπουμ κι ελπίζω ο κόσμος να το αγαπήσει όπως κι εγώ. Είναι διαθέσιμο για δωρεάν κατέβασμα σε τέλεια ποιότητα εδώ : https://smaragda.bandcamp.com