Όλοι γνωρίζουν, πλέον, τις κασέτες τού Νικόλα Άσιμου. Τις κασέτες που ηχογραφούσε όσο πιο καλά μπορούσε ο αείμνηστος τραγουδοποιός και τις οποίες πωλούσε μόνος του για την επιβίωση – ανάμεσα, θα πω, στις παρουσίες του στην κατεστημένη δισκογραφία (Zodiac, MINOS). Οι δύο πρώτες από εκείνες τις κασέτες τυπώθηκαν, τώρα, σε δίσκους βινυλίου από την B-otherSide Records με την καλύτερη δυνατή τεχνική/ ηχητική επεξεργασία και σε 800 συνολικώς αντίτυπα (400 η καθεμία).

 

«Με Το Βαρέλι Που Για Να Βγει Το Σπάει»

Η πρώτη κασέτα είχε τίτλο «Με Το Βαρέλι Που Για Να Βγει Το Σπάει» κι είχε κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 1978. Περιείχε 14 τραγούδια – με τον δίσκο όμως να περιλαμβάνει 15, καθώς ακούγεται και το «Φανάρι του Διογένη», που δεν είχε χωρέσει στην 60άρα MC και που αφορούσε, βεβαίως, στο ίδιο session.

 

Είναι προφανές πως αναφερόμαστε στην πρώτη συνολική δουλειά τού Άσιμου και άρα σ' εκείνη που είχε την ευκαιρία να δείξει για πρώτη φορά τις ευρύτερες τραγουδοποιητικές δυνατότητές του, αποτελώντας συγχρόνως (η κασέτα) κι ένα πρώιμο ντοκουμεντάρισμα των πολιτικοκοινωνικών αντιλήψεών του (εκείνης της περιόδου).

 

Γιατί ο Άσιμος δεν έγραφε τραγούδια, για να περνάει καλά ο κόσμος, καθώς η σύνθεση ήταν ο μόνος, επί της ουσίας, τρόπος που γνώριζε όχι για να κάνει Τέχνη (ασχέτως αν έκανε – και συχνά υψηλή), αλλά για να καταγράφει με ακρίβεια την ιδεολογική πάλη που συνέβαινε στο μυαλό και τη συνείδησή του, ελέγχοντας πάντα με πνεύμα καυστικό άπασες τις εξουσίες (και όχι τις ίδιες κάθε φορά).

 

Έτσι, λοιπόν, σ' αυτή την πρώτη κασέτα, συναντάμε έναν Άσιμο που έρχεται από τα παλιά. Που είναι ποτισμένος από τις ιδέες (ας το πούμε έτσι) της επαναστατικής και αγωνιστικής εργατικής αριστεράς (των αριστεριστών κ.λπ.), έτσι όπως εκείνες είχαν αναπτυχθεί και διογκωθεί μετά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο και στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

 

Το θέμα ήταν βεβαίως πώς θα συνδύαζες όλα εκείνα τα διάφορα κοινωνικοπολιτικά με ωραίες μουσικές, ώστε να προέκυπταν δυνατά τραγούδια – και όχι συνθηματολογία χωρίς μέτρο. Ο Άσιμος όμως υπήρξε τεχνίτης, και στις μεγάλες στιγμές του, στις εμπνευσμένες στιγμές του, ήξερε να φτιάχνει σπουδαία τραγούδια.

 

Ο Άσιμος δεν έγραφε τραγούδια, για να περνάει καλά ο κόσμος, αλλά για να καταγράφει με ακρίβεια την ιδεολογική πάλη που συνέβαινε στο μυαλό και τη συνείδησή του, ελέγχοντας πάντα με πνεύμα καυστικό άπασες τις εξουσίες (και όχι τις ίδιες κάθε φορά).

 

Η κασέτα ανοίγει με δύο τέτοια – γνωστά από παλαιότερα, από το 45άρι στην Zodiac το 1975. Είναι ο «Μηχανισμός» και ο «Ρωμηός» σε άλλες πιο λιτές, αλλά απολύτως επαρκείς εκτελέσεις. Εξαιρετικά τραγούδια, σε κάπως δραματικό τόνο, που δεν χάνουν σε τίποτα από την πρώτη δύναμή τους (βοηθούν η κιθάρα του Θανάση Μπίκου και το κλαρίνο του Θεολόγου Στρατηγού).

 

Ο «Παπάς» που ακολουθεί είναι κάπως άτεχνος. Έχει σατιρικό ύφος και μια freaky διάθεση, που του πάει, και με την κιθάρα να παλεύει ν' ακολουθήσει. Στο ίδιο πάνω κάτω στυλ και οι «Τιράντες», αλλά κάπως πιο δεμένες σαν τραγούδι. Εργατικό άσμα, με τον στίχο... «προλετάριε η ηγεσία σου να σε καθοδηγεί» να δίνει στίγμα.

 

Στον «Σιορ ιδιοκτήτη» ο Άσιμος δείχνει από τότε την αγάπη του για το λαϊκό τραγούδι, αφού, εδώ, γράφει ζεϊμπέκικο (χωρίς, πάντως, το μπουζούκι του Μιχάλη Τόμπλερ). Στους στίχους υπάρχει άγριο «χώσιμο» προς την αστική τάξη και εξουσία, προς το «σύστημα» δηλαδή, που αποτελεί τον μόνιμο στόχο του σε όλη την κασέτα (άλμπουμ).

 

 

 

Το «Βαρέλι, πιάστηκα σκοινί κορδόνι» μπορεί να είναι γνωστό από τον «Ξαναπέ» [MINOS, 1982], όμως εδώ συνοδεύεται από μια spoken word εισαγωγή, μια πρόζα, έναν ούτως ειπείν διάλογο, που δείχνει, αν θέλετε, και το παλαιότερο πέρασμα τού Άσιμου από το θέατρο. Ωραίο τραγούδι, σε κάθε περίπτωση.

 

Η πλευρά θα κλείσει με το «Θα το δείξει ο καιρός», ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Άσιμου, που εδώ έχει άλλους στίχους (από 'κείνους που γνωρίζουμε από τον «Ξαναπέ»).

 

Θα το δείξει κι ο καιρός
είμαι ο πιο δυνατός
θνητός

Θα χορεύει ζωντανός
ο προλετάριος λαός
ορθός.

 

Μάλιστα, όταν λέει εκείνο το... «δεν είμαι ραγιάς εγώ», έτσι όπως το λέει, δε γίνεται να μη σημειώσουμε πως η φόρτιση είναι έκδηλη (και η δική του και η δική μας).

 

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει μ' ένα πολύ ωραίο τραγούδι – ένα από τα ωραιότερα τού Άσιμου. Λέγεται «Δεν πα να μας χτυπάν». Εδώ η μελωδία είναι όλα τα λεφτά που συνεγείρει (όχι πως υπολείπονται οι στίχοι – ποσώς). Πρόκειται για ένα επαναστατικό τραγούδι, ένα τραγούδι του δρόμου, της πορείας, στον τρόπο της Διεθνούς.

 

Δεν πα να μας χτυπάν με όλμους και κανόνια
Δεν πα να μας χαλάν τα πιο όμορφά μας χρόνια
Κι αυτοί που μας μιλούν πως θέλουν το καλό μας
ποτέ τους δεν ακούν το δίκιο το δικό μας.

 

Συγκινητικό.

 

Ακολουθεί η «Θανάσαινα», ένα ακόμη στρατευμένο άσμα, στο πνεύμα του αντιαμερικανισμού της εποχής, που τραγουδιέται μ' έναν γιορταστικό/ αισιόδοξο τρόπο. Στο «Έλα κουτέ» έχουμε σκετς και ποίηση (του Αργύρη Μαρνέρου). Σκωπτικό, αντιπολεμικό τραγούδι με ωραία παιξίματα στις κιθάρες και καθαρή μελωδία. Αλλά και στο «Καλέ στρατιώτη», πάνω-κάτω τα ίδια λέγονται και ακούμε. Σκετς και αντι-μιλιτέρ στιχάκια, σ' ένα επίσης freaky track (και κάπως άτεχνο – για να λέμε την αλήθεια).

 

Φαίνεται πως ο στρατός ήταν ένα «θέμα» για τον Άσιμο εκείνη την εποχή – γιατί αλλιώς δεν αιτιολογείται ένα τρίτο στη σειρά τραγούδι τής ίδιας ακριβώς προβληματικής. Λέγεται «Σαν θα με καλέσει η πατρίδα», έχει περάσματα από τον «Μηχανισμό» στη μελωδία και στίχους σαν και τούτους: «Σαν θα με καλέσει η πατρίδα, να πάω τον οχτρό να πολεμήσω, θα τους πω δεν έχω 'γω πατρίδα, ούτε θυσιάζομαι ποτές». Απορείς πώς, από τεχνικής πλευράς, καταφέρνει και τραγουδάει αυτά τα πεζά στιχάκια ο Άσιμος, καθότι δεν υπακούουν σε κάποια συγκεκριμένη ροή.

 

Το επόμενο είναι το «Μην καρτεράτε», που επέχει θα έλεγα ρόλο μανιφέστου. Ο Άσιμος βιώνει σφοδρή αριστερή/ ακροαριστερή φάση, καθώς τα λέει απλά, λαϊκά και... μη-ορθόδοξα κομμουνιστικά με το ζουμί να περικλείεται στους στίχους: «Να φύγει ο Αβέρωφ και να 'ρθει ο Αγγέλωφ» και «Θέλεις το λες κομμουνισμό, δεν θέλεις αναρχία».

 

Τελευταίο κομμάτι της κασέτας (αλλά όχι του LP) το «Παράτα τα». Ανεκτό λαϊκό άσμα (μουσικώς), με σαφή αντι-ΚΚΕ στάση (στιχουργικώς). Φαίνεται πως γράφτηκε στο μεταίχμιο από το... ακροαριστεριλίκι προς το αναρχιλίκι, καθώς στο τραγούδι ακούγονται στίχοι σαν και τούτους:

 

Παράτα τη δουλειά, παράτα τη τη σκρόφα
Και κοίτα πώς εσύ θ' αποφασίζεις πρώτα
Χιλιάδες σουπερμάρκετ γεμάτα πράματα
Γιατί δεν τα βουτάμε για τα γεράματα;

 

Ο Άσιμος, όπως οι Εγγλέζοι Devinats, που τραγουδούσαν το '68 "Let's loot the supermarket", βλέπει την απαλλοτρίωση των μπακάλικων σαν μια λύση στο πρόβλημα της εκμετάλλευσης... ανθρώπου από άνθρωπο. Η «αγωνία αυτού του τόπου για ζωή» ευτελίζεται, εγώ θα πω, σε φτηνούς εντυπωσιασμούς.

 

Το άλμπουμ (LP) θα ολοκληρωθεί με την πρώτη εκδοχή του τραγουδιού «Το φανάρι του Διογένη», που έγινε γνωστό αργότερα με τη φωνή της Σωτηρίας Λεονάρδου (και του Άσιμου). Οι πρωτότυποι στίχοι, να το πούμε, είναι διαφορετικοί (καθώς ακούγεται μια άλλη αντιπολεμική στροφή).

 

 

 

Και κάτι ακόμη...

Στο ένθετο του LP της B-otherSide υπάρχει ένα κείμενο του Άσιμου (γραμμένο προς τα μέσα των 80s), το οποίο εξηγεί χοντρικώς, γιατί εκείνη η πρώτη κασέτα ήταν για χρόνια εκτός κυκλοφορίας. Ο Άσιμος έχει αποστασιοποιηθεί εντελώς από την μαζική διεκδικητική συνείδηση των seventies (και τα αντίστοιχα τραγούδια του), έχει νοιώσει προδομένος και ουσιαστικά οικτίρει τον εαυτό του, σε σχέση με τις τότε θέσεις του.

 

Λέει κάπου:

«Το ρεφραίν του τραγουδιού... "θα το δείξει κι ο καιρός είμαι ο πιο δυνατός θνητός" ο β στίχος είναι από το '72... "θα χορεύει κι ο θεός μοναχός του και ατός θεός". Μου 'χανε πει πως αναπαράγω θεοκρατικές ιδέες κι εγώ συμβιβάστηκα και το άλλαξα σε "προλετάριος λαός". Ε! είμαι μαλάκας!!!».

 

«Είμαι Παλιάνθρωπος»

Το φθινόπωρο του 1979 ο Νικόλας Άσιμος, κάτω από τον τίτλο «Τριπλή Κασσέτα Μπέλα – Με Χωρίς Ταμπέλα», κυκλοφορεί τρεις κασέτες με τραγούδια του, μαζεμένες. Η πρώτη είχε τίτλο «Είμαι Παλιάνθρωπος», η δεύτερη «Γιατί Φοράς Κλουβί» και η τρίτη «Klaste Eleftheros». Η πρώτη απ' αυτές μετατρέπεται τώρα σε δίσκο βινυλίου από την B-otherSide Records.

 

Το άλμπουμ ανοίγει με το γνωστό «Ουλαλούμ», τη μελοποίηση δηλαδή τού φερώνυμου ποιήματος τού Γιάννη Σκαρίμπα. Το ύφος είναι ένας τύπος blues (ωραία και κάπως ελεύθερη η κιθαριστική συνοδεία από τον Νίκο Δεληγιάννη), με τον Άσιμο να τραγουδά σε δραματικούς τόνους. Υπάρχει ένας bluesman, που ανακαλώ εδώ, και αυτός δεν είναι άλλος από τον μέγιστο Robert Pete Williams. Τo τραγούδι (σύνθεση-ερμηνεία) θα το χαρακτήριζα ως «μεγάλη στιγμή» της πρώιμης κασετογραφίας τού Άσιμου.

 

Στο τελευταίο track του δίσκου (και της κασέτας) ο Άσιμος παίζοντας με τη μελωδία του Μπετόβεν από το "Für Elise" σκαρώνει το «Γιουσουρούμ». Το τραγούδι θεωρείται πλέον κλασικό. Είναι από τα ωραιότερά του και η version της κασέτας ακούγεται στ' αυτιά μου πιο καλή από εκείνη που έγινε γνωστή.

 

Στο ίδιο ύφος και το επόμενο «Σα στα παραμύθια», με τον στίχο, μάλιστα, να φαίνεται επηρεασμένος, εδώ, από την ποίηση του Σκαρίμπα. Παράξενο τραγούδι, που ρέει ελεύθερα, αλλά με εσωτερική συνοχή. Πολύ καλό και όχι πολύ γνωστό, με τις κιθάρες και το μπουζούκι (Τόλης Ζυγομαλάς) να τραβάνε άλλους δρόμους.

 

Τρίτο κομμάτι στη σειρά η γνωστή από τον «Ξαναπέ» «Σχιζοφρενοβλαβίωση», που αποδίδεται σ' ένα freaky-folk ύφος, στον τύπο των Αμερικανών Holy Modal Rounders ας πούμε. Το κομμάτι αναφέρεται στα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Άσιμος με τον στρατό, στην προσπάθειά του να απαλλαγεί, και είναι φυσικά από τα διαχρονικά καλύτερά του.

 

Η πρώτη πλευρά του LP θα ολοκληρωθεί με το τραγούδι «Η γαλανόλευκος (Μάρτης '78, Κρήτη)», στο οποίον ο Άσιμος τα βάζει με τη σημαία και δευτερευόντως με τη θρησκεία. Έχει προσχωρήσει πλέον στην αναρχο-αυτονομία κι αυτό καταγράφεται με στίχους σαν και τούτους:

 

Δεν θέλω να 'μια υπήκοος, δεν θέλω να 'χω χρώματα
γουστάρω να 'μαι άνθρωπος να κολυμπώ στα χώματα
το παιδικό μου σύμβολο είναι γεμάτο πτώματα.

 

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ξεκινά με το «Είμαστε τρομοκράτες», ένα παντελώς freaky-θεατρικό κομμάτι με σκετς και τραγούδι, σε στυλ (το τραγούδι) «Κορόιδο Μουσολίνι». Ο Άσιμος τα χώνει σε εκκλησία, στρατό, αστυνομία, βουλή, κόμματα (και βασικά στο ΚΚΕ). Κουραστικό, καθώς διαρκεί πάνω από 6 λεπτά.

 

Στο ψευτοζεϊμπέκικο «Κουρδιστέ χαμάλη», που ακολουθεί, τα ίδια. Χοντρά χωσίματα κι εδώ στους εργάτες, τους οποίους, κατά τον Άσιμο, παραμυθιάζει το ΚΚΕ και ο τότε Γ.Γ. του Χαρίλαος Φλωράκης.

 

Το 5λεπτο «Να μην αρχίσεις να ξεφτάς» ξεκινά με μια κάπως μακριά εισαγωγή (μπουζούκι, κιθάρα) και θυμίζει... ψαλμωδία. Το τραγούδι έχει συγκινητικούς στίχους:

 

Να μην αρχίσεις να ξεφτάς βλαστάρι μου θρεμμένο
Εισ' η στερνή παρηγοριά για με τον κουρασμένο
Εισ' η στερνή αναπνοή τα χρόνια που σωπαίνω

 

 

αλλά κυλάει κάπως... τυχαία.

 

Ευτυχώς, όμως, στο τελευταίο track του δίσκου (και της κασέτας) ο Άσιμος βρίσκει ξανά τη φόρμα του, καθώς παίζοντας με τη μελωδία του Μπετόβεν από το "Für Elise" σκαρώνει το «Γιουσουρούμ». Το τραγούδι θεωρείται πλέον κλασικό. Είναι από τα ωραιότερά του και η version της κασέτας ακούγεται στ' αυτιά μου πιο καλή από εκείνη που έγινε γνωστή.

 

Μια δηθενιά θα ήθελε αυτές οι δύο πρώτες κασέτες του Άσιμου να επανεκδοθούν σε... κασέτα. Ευτυχώς, εδώ πιάνουμε στα χέρια μας βινύλια (που περιέχουν ένθετο και CD), λευκά, βαριά και με καλό ήχο (μην λησμονούμε πως οι πρωτότυπες εγγραφές ήταν ερασιτεχνικές), προκειμένου να καταδειχθεί, για μιαν ακόμη φορά, κάτι γνωστό από χρόνια.

 

Πως ο Νικόλας Άσιμος στις μεγάλες στιγμές της έμπνευσής του δύσκολα εύρισκε αντίπαλο – κοντολογίς έγραφε τραγουδάρες. Κι εδώ υπάρχουν κάμποσες...

 

Επαφή: www.b-otherside.gr