Ο Λου (σ.σ. Ριντ) είχε γράψει, ξέρετε, ένα τραγούδι ειδικά για μένα, το «The Power of Love». Είναι πραγματικά υπέροχο, γιατί έχει πολλές προσωπικές λεπτομέρειες, αλλά είναι κι ένα μεγάλο τραγούδι για το τι μπορεί να συμβεί εάν ανοίξεις πραγματικά την καρδιά σου, αν προσπαθήσεις να ξεπεράσεις τον εγωισμό σου και να δεις πόσα θαυμαστά πράγματα μπορείς να κάνεις με μόνο κίνητρο την αγάπη. Laurie Anderson by Kennefick © Laurie Anderson
Ο Λου (σ.σ. Ριντ) είχε γράψει, ξέρετε, ένα τραγούδι ειδικά για μένα, το «The Power of Love». Είναι πραγματικά υπέροχο, γιατί έχει πολλές προσωπικές λεπτομέρειες, αλλά είναι κι ένα μεγάλο τραγούδι για το τι μπορεί να συμβεί εάν ανοίξεις πραγματικά την καρδιά σου, αν προσπαθήσεις να ξεπεράσεις τον εγωισμό σου και να δεις πόσα θαυμαστά πράγματα μπορείς να κάνεις με μόνο κίνητρο την αγάπη. Laurie Anderson by Kennefick © Laurie Anderson

 

Την πρωτάκουσα στα είκοσί μου χρόνια κι εντυπωσιάστηκα – οι ηλεκτρονικοί μουσικοί πειραματισμοί της ήταν ήδη πολύ μπροστά από την εποχή της, καθώς διαπίστωνα χρόνια αργότερα. Στην πορεία έμαθα ότι η 69χρονη σήμερα Λόρι Άντερσον, πέρα από συνθέτρια και μουσικός, είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, προικισμένος με πολλά ταλέντα, αξιοσύνες, ιδιότητες (εικαστικός, περφόρμερ, εφευρέτρια μουσικών οργάνων, αφηγήτρια ιστοριών προπάντων, όπως η ίδια προτιμά να χαρακτηρίζεται), αλλά κι εξίσου πολλές ευαισθησίες. Υπήρξε σύζυγος του Λου Ριντ –αυτό κι αν είναι από μόνο του μύθος!–, με τον οποίο και συνεργάστηκε μουσικά, όπως επίσης και με τους Ουίλιαμ Μπάροουζ, Πίτερ Γκάμπριελ, Μπράιαν Ίνο, Τζον Ζορν, Τζον Κέιτζ, Ζαν Μισέλ Ζαρ, Φίλιπ Γκλας, Ρουίτσι Σακαμότο. Έβγαλε άλμπουμ-διαμαντάκια, όπως τα «Big Science» (1982), «Home of the Brave» (1986, το έκανε και ταινία), «Strange Angels» (1989), «Life on a string» (2001), «Homeland» (2010), ενώ αίσθηση έκανε και η τελευταία της ταινία «Heart of a dog» (2015) που θα δούμε και στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μαζί με μια μουσική περφόρμανς, δουλεμένη ειδικά για το Metamorphosis Project. Παιδί των '60s, που δεν απεμπόλησε ποτέ, καθώς λέει, τα ιδανικά της γενιάς της. Πιστεύει, μάλιστα, ότι η «άλλη» Αμερική που οραματίστηκε τότε θα κερδίσει στο τέλος, παρά τις αντιξοότητες και τα αντιδραστικά πισωγυρίσματα που σήμερα αντιπροσωπεύει ο «εφιάλτης» του Ντόναλντ Τραμπ. Και αν κάτι θα σώσει, εν τέλει, τον κόσμο, αυτό θα είναι, λέει, η μακροθυμία και η αγάπη, είτε με τη βουδιστική έννοια που η ίδια ασπάζεται, είτε με όποια άλλη μοιράζεται τα ίδια ιδανικά. Ενδιαφέρεται για την πολιτική, την οικονομία και την τεχνολογία της επικοινωνίας σχεδόν εξίσου με τη μουσική, για την εξέλιξη της οποίας δηλώνει απέραντα αισιόδοξη. Έμαθε «έστω αργά» να εμπιστεύεται το ένστικτό της και από τα όσα θαυμαστά έζησε κι έκανε ως τώρα κρατά, λέει, το ότι κατάφερε να σταθεί σε κοντινούς της ανθρώπους όταν τη χρειάστηκαν.

 

— Είστε η καλλιτεχνική διευθύντρια του πρότζεκτ Metamorphosis στο Κέντρο Πολιτισμού - Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Πώς υποδεχτήκατε την πρόταση και τι θα δούμε στην περφόρμανς που θα δώσετε;

Όταν μου ζητήθηκε να γίνω καλλιτεχνική διευθύντρια, ενθουσιάστηκα πραγματικά, γιατί μπορώ έτσι να συμβάλω στη διαμόρφωση ενός συμβάντος. Για να είμαι ειλικρινής, είμαι λίγο μπερδεμένη με το τι συμβαίνει στον κόσμο αυτό τον καιρό, επειδή όλα αλλάζουν τρομερά γρήγορα. Επομένως, δεν υπάρχει κάποια σταθερή θεματική, πρόκειται για κάτι που δίνει έμφαση στην αστάθεια και αυτό μου αρέσει πολύ, μια αίσθηση που διατρέχει και την περφόρμανς που πρόκειται να κάνω... Όχι, δεν έχω βρει ακόμα τίτλο γι' αυτήν, σκέφτομαι κάτι σε «Αλλαγή» ή ίσως «Μεταμόρφωση στην Αθήνα». Ουσιαστικά, είναι μια σειρά από ντουέτα – εδώ και καιρό συνεργάζομαι, ξέρετε, με έναν πραγματικά εκπληκτικό τσελίστα, τον Ρούμπιν Κοντέλι, τον οποίο συνάντησα πέρσι, όταν έπαιζε, όπως κι εγώ, σε μια φιλανθρωπική βραδιά. «Έι, για μισό λεπτό! Ποιος είναι αυτός ο τύπος;», αναφώνησα εντυπωσιασμένη σαν τον άκουσα. Κι έτσι απλά του είπα: «Δεν έρχεσαι να παίξουμε μαζί, έτσι, για πλάκα;». Υπόψη πως είμαι άνθρωπος που πάντα κάνει σχέδια, θέτει συγκεκριμένους στόχους και κινείται βάσει προγράμματος, δεν συνηθίζω να κάνω κάτι «για πλάκα». Αυτό, όμως, ακριβώς συνέβη και για κάποιους μήνες παίζαμε απλώς για την απόλαυση της στιγμής, αφού μας προέκυπτε ένας πραγματικά πολύ ενδιαφέρων ήχος!

 

Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ δεν οφείλεται τόσο στην απήχηση των ιδεών του, όσο στο ότι πολλοί Αμερικανοί είναι πραγματικά πολύ φτωχοί – και απελπισμένοι. Το μέσο μηνιαίο εισόδημα της πλειονότητας των συμπατριωτών μου είναι 500 δολάρια.


— Ώσπου αποφασίσατε να παίξετε και για το κοινό...

Ακριβώς! Κάναμε ένα μικρό δρώμενο κι αυτή θα είναι η πρώτη μας μεγάλη περφόρμανς μπροστά σε κοινό. Χαίρομαι πολύ γι' αυτό, γιατί είναι σχεδόν σαν να έχουμε εφεύρει ένα καινούργιο όργανο. Το τσέλο μαζί με τον ηλεκτρονικό ήχο του βιολιού μου είναι σχεδόν παράδοξα ορχηστρικά και είναι σε μεγάλο βαθμό ένας ηχητικός αυτοσχεδιασμός. Είναι σαν να χτίζουμε πολλές πραγματικά παράξενες δομές, φτιαγμένες με αρμονικές συχνότητες, μελωδίες και ρυθμούς. Εντάσσεται στα πράγματα εκείνα που είναι τόσο τέλεια και διασκεδαστικά, ώστε θα έπρεπε να απαγορεύονται! Συνδυάσαμε μικρές και μεγάλες ιστορίες για την αρχιτεκτονική, τη μνήμη κ.λπ., προσθέτοντας μια σειρά από μικρές ταινίες που θα έχουν σχεδόν την ίδια λειτουργία με τη μουσική, χωρίς πλοκή ή χαρακτήρες. Είναι ένας τρόπος να χτίζεις ένα κάποιο αντίβαρο στη μουσική, γιατί βλέπεις ένα είδος ρυθμού, ακούγοντας ταυτόχρονα ένα άλλο είδος ρυθμού, κάτι που σου κεντρίζει διαρκώς το ενδιαφέρον. Ως καλλιτέχνις, δουλεύω με πολλούς τρόπους, με τα μάτια, τα αυτιά, την αφή ακόμα. Προσπαθώ να φτιάξω ένα είδος ρυθμικής πολυπλοκότητας. Είναι, λοιπόν, η περφόρμανς αυτή ένας συνδυασμός αυτοσχεδιασμών με το τσέλο, την εικόνα και πολλά διαφορετικά είδη γλώσσας, όλα μεταφρασμένα με υπότιτλους.


— Συγκαταλέγεστε στους σημαντικότερους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής μουσικής. Πώς βλέπετε το παρόν και το μέλλον της; Υπάρχει, άραγε, προοπτική για ένα νέο μεγάλο μουσικό και πολιτιστικό κίνημα, όπως συνέβη με το ροκ, το πανκ, το new wave, το rave πιο πρόσφατα, ή απλώς ανακυκλώνουμε πράγματα πλέον;

Νομίζω ότι υπάρχει μέλλον, και μάλιστα λαμπρό. Σε αρκετά από τα φεστιβάλ στα οποία παίζω τώρα τελευταία ακούω κάποιες καταπληκτικές μουσικές από ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται όχι συνθέτες αλλά remixers, DJs ή samplers και δημιουργούν απίστευτα πολύπλοκα και όμορφα ηλεκτρονικά έργα μέσα από αυτά τα μικρά κομμάτια ήχου. Οπότε, ναι, είμαι πολύ αισιόδοξη, νομίζω ότι στις μέρες μας γράφονται και παίζονται συναρπαστικά πράγματα. Σκέφτομαι ανθρώπους σαν τον Ισλανδό Ben Frost, τον Καναδό Tim Hecker και πολλούς άλλους από πολλές διαφορετικές σκηνές, Αγγλία, Γερμανία, Αμερική... Νομίζω ότι, παρότι η παραδοσιακή μουσική βιομηχανία που βασιζόταν σε έναν συγκεκριμένο μουσουργό καταρρέει, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι πολύ εντυπωσιακό, πολύ δημιουργικό. Σε αυτά συγκαταλέγω και κάποιους ενδιαφέροντες πειραματισμούς με ηλεκτρικές κιθάρες κι ενισχυτές που κάναμε με τον Λου Ριντ... Νομίζω, επίσης, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν συνηθίσει σε έναν ήχο πολύ χαμηλής πιστότητας (low-fi), επειδή κατά κανόνα ακούνε πλέον μουσική από ακουστικά. Δεν ξέρω για την Ελλάδα, αλλά πολλοί Αμερικανοί δεν έχουν πια ηχητικά συστήματα στα σπίτια τους. Δεν είναι όπως παλιότερα, που όλοι ήθελαν ένα πικάπ κι αργότερα ένα στέρεο για να παίζουν τις νέες κυκλοφορίες! Δεν το θεωρώ αυτό απαραίτητα κακό, όταν όμως γίνονται αυτές οι τεράστιες συναυλίες, με τα εξελιγμένα συστήματα ήχου, η μουσική ακούγεται πραγματικά απίθανη σε όλο της το εύρος κι αυτό συναρπάζει τον κόσμο.


— Ακούμε πολλές φορές ότι η μουσική των κομπιούτερ «χάνει» σε συναίσθημα και αυθεντικότητα, άποψη με την οποία, προσωπικά τουλάχιστον, δεν συμφωνώ...

Μα ούτε κι εγώ, τη θεωρώ γελοία! Το συναίσθημα είναι εκεί –πώς αλλιώς;–, εφόσον άνθρωποι φτιάχνουμε τη μουσική. Πιστεύω, ωστόσο, ότι ένας λόγος που κάποιοι θεωρούν τον ηλεκτρονικό ήχο πιο «ψυχρό» είναι ότι δεν τον προσλαμβάνουν μέσα από τον αέρα, καθότι μεγάλο μέρος του παράγεται ψηφιακά, δεν ηχογραφείται με κάποιο μικρόφωνο σε κάποιο δωμάτιο, όπως γινόταν κάποτε. Δεν ακούς πια δωμάτια στη μουσική, ούτε χώρους, βλέπεις μόνο αριθμούς – αν είσαι προσκολλημένος στην αίσθηση των σπιτιών, των χώρων και των δωματίων στη μουσική, τότε όντως σου μοιάζει ψυχρό το να περνούν οι νότες από ένα μηχάνημα σε ένα άλλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει το συναίσθημα, εκτός κι αν ο ίδιος δεν καταφέρνεις να το εκφράσεις, γιατί δεν έχεις εξοικειωθεί ακόμα με τα νέα μέσα και τις νέες τεχνολογίες.

 

Εγώ, ούσα βουδίστρια, πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι καταρχάς τέλειοι έτσι όπως είναι, ακόμα κι όταν κάνουν τη ζωή τους ένα χάλι. November 2006 © Laurie Anderson
Εγώ, ούσα βουδίστρια, πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι καταρχάς τέλειοι έτσι όπως είναι, ακόμα κι όταν κάνουν τη ζωή τους ένα χάλι. November 2006 © Laurie Anderson


— Συνθέτρια, μουσικός, περφόρμερ, καλλιτέχνις, σκηνοθέτις, πάνω απ' όλα, όμως, μια «αφηγήτρια ιστοριών», όπως το έχετε θέσει. Ποια από αυτές σας τις δεξιότητες θεωρείτε σημαντικότερη και γιατί;

Μάλλον το να λέω ιστορίες. Όσο περνά ο καιρός, μάλιστα, η δομή γίνεται λιγότερο σημαντική για μένα. Πλέον αυτοσχεδιάζω κυρίως. Υπάρχει η κλασική μορφή του έργου τέχνης που μπορούμε να περπατήσουμε γύρω του, παρατηρώντας το και αναλύοντάς το. Το να μη μένει όμως αδρανές αλλά συνεχώς να κινείται και να αλλάζει μου φαίνεται πραγματικά εξαιρετικό! Έτσι, όλο και περισσότερο με έλκουν πράγματα άνευ δομής. Όχι πως δεν υπάρχει δομή σε ένα έργο τέχνης, αλλά το να τη χτίζεις καθ' οδόν και μετά όλο αυτό να καταρρέει επίσης στην πορεία είναι κάτι που μου πάει, ταιριάζει πολύ με το πώς βλέπω τον κόσμο, τον χρόνο και το πέρασμα μέσα από αυτόν. Δεν με ενδιαφέρει πια να δημιουργήσω ένα τέλειο, απαστράπτον προϊόν που να το μετράω, να το διαμορφώνω, να του βάζω τέλος κι έναν φιόγκο επάνω και να το σερβίρω. Προτιμώ να θέτω ενδιαφέροντα ερωτήματα, προτάσεις και πράγματα που σου έρχονται στο μυαλό και το ανοίγουν σαν ένα μεγάλο κουτί...


— Η αφήγηση ιστοριών δεν είναι μια τέχνη από μόνη της, παλιά όσο κι ο άνθρωπος;

Ναι, και δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, αφού όλοι μας αγαπάμε να μας διηγούνται καλές ιστορίες, κάτι που σήμερα κάνει όχι τόσο το σινεμά, αφού λίγα είναι πια τα blockbusters, αλλά τα σίριαλ. Πολλοί αξιόλογοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί εργάζονται σε αυτά γιατί οι τηλεοπτικές σειρές είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να αφηγείσαι σταδιακά μια πολύ, πολύ, πολύ μεγάλη ιστορία. Νομίζω ότι αυτό που εκτιμά περισσότερο ο κόσμος είναι ότι μπορεί να συζητά και να μοιράζεται απόψεις γι' αυτές με τους φίλους, γνωστούς, συγγενείς, να πιάνει ακόμα και κουβέντα με έναν άγνωστο με αυτή την αφορμή – είναι ενδιαφέρον. Όμως και το κοινό τους είναι πιο «ψαγμένο», δεν είναι απλώς άνθρωποι καθισμένοι στα σαλόνια τους που κουτσομπολεύουν παθητικά αλλά κομμάτια ενός ευρύτερου κόσμου που αλλάζει και μεταβάλλεται δυναμικά. Είναι σχεδόν σαν να διαβάζεις διηγήματα, έχεις μια μεγάλη παλέτα για να διηγηθείς μια ιστορία. Μπορεί να είναι κάτι υπερβολικά μεγάλο, επικό, μπορεί να είναι η Οδύσσεια, μπορεί να είναι μια ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ και δεν είσαι ακριβώς σίγουρος πού πηγαίνει, σαν κάποιους ανθρώπους που ψάχνουν για περάσματα που δεν βρίσκουν ποτέ... Δεν χρειάζεται να «κλείσει» τόσο καθαρά όσο οι ταινίες. Νομίζω ότι το ίδιο ισχύει και με τα μπλογκ. Υπάρχουν σήμερα πολύ περισσότεροι μπλόγκερ απ' ό,τι μία δεκαετία πριν και καθένας έχει το προσωπικό του στυλ. Ο ίδιος ο τρόπος που εκφραζόμαστε αλλάζει, υπάρχει πια η τάση να στέλνουμε μηνύματα αντί να παίρνουμε τηλέφωνο, να επικοινωνούμε περισσότερο μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα παρά διά ζώσης...

 

Οι ΗΠΑ, ξέρετε, είναι μια βαθιά ρατσιστική χώρα. Πάντα ήταν, χτίστηκε πάνω στη δουλεία, ο ρατσισμός είναι ριζωμένος στο πολιτιστικό μας υπόβαθρο. Από την άλλη, υπάρχει σαφής πρόοδος. Τη δεκαετία του '60 θα ήταν αδιανόητο π.χ. να έχουν εκλεγεί τόσοι έγχρωμοι δήμαρχοι, πόσο μάλλον ένας μαύρος Πρόεδρος όπως ο εξαιρετικός Μπάρακ Ομπάμα. Ωστόσο, αυτοί που κυβερνούν πραγματικά τη χώρα παραμένουν λευκοί και δεν θέλουν με τίποτα να μοιραστούν το χρήμα και την εξουσία τους.


— Έχετε βρεθεί πλάι σε ιστορικές μορφές της αντικουλτούρας, όπως οι Ουίλιαμ Μπάροουζ (με τον οποίο συνεργαστήκατε κιόλας), Τίμοθι Λίρι, Φρανκ Ζάππα, Άλεν Γκίνσμπεργκ, υπήρξατε σύζυγος του Λου Ριντ. Ούσα «παιδί των '60s», πιστεύετε ότι το κίνημα της αμφισβήτησης και των πολιτικών δικαιωμάτων πέτυχε να περιορίσει τουλάχιστον το «τέρας», καθώς χαρακτήριζαν το σύστημα οι Steppenwolf, ή μήπως κατέληξε επίσης μέρος του;

Θα έλεγα ότι και πέτυχε και απέτυχε. Οι ΗΠΑ, ξέρετε, είναι μια βαθιά ρατσιστική χώρα. Πάντα ήταν, χτίστηκε πάνω στη δουλεία, ο ρατσισμός είναι ριζωμένος στο πολιτιστικό μας υπόβαθρο. Από την άλλη, υπάρχει σαφής πρόοδος. Τη δεκαετία του '60 θα ήταν αδιανόητο π.χ. να έχουν εκλεγεί τόσοι έγχρωμοι δήμαρχοι, πόσο μάλλον ένας μαύρος Πρόεδρος όπως ο εξαιρετικός Μπάρακ Ομπάμα. Ωστόσο, αυτοί που κυβερνούν πραγματικά τη χώρα παραμένουν λευκοί και δεν θέλουν με τίποτα να μοιραστούν το χρήμα και την εξουσία τους. Οι ΗΠΑ μοιάζουν, δυστυχώς, περισσότερο με εταιρεία παρά με χώρα κι έτσι κυβερνιούνται ακόμα, παρότι η δεκαετία του '60 ήταν γεμάτη ιδέες υπέρ της ισότητας, της ισονομίας και της ελευθερίας. Τα θυμάμαι πολύ καλά όλα αυτά και πιστεύω ότι ο κόσμος σήμερα έχει αλλάξει πολύ ακριβώς λόγω αυτής της πολύ σπάνιας ιστορικά στιγμής, κατά την οποία οι άνθρωποι κάτσανε και είπανε: «Ρε σεις, γιατί να μην προσπαθήσουμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλο, να κάνουμε όμορφη μουσική και να γουστάρουμε, να γίνουμε δικαιότεροι, πραότεροι, να το πάρουμε αλλιώς...». Και η εξέλιξη αυτή προήλθε από πολλές μεριές, από τις εκστατικές εμπειρίες ανθρώπων με μουσικές, με ουσίες, με καλλιτεχνικές δημιουργίες που πυροδότησαν νέες πνευματικές αναζητήσεις. Αυτά, μαζί με μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας ότι μπορούσαμε να κάνουμε οτιδήποτε θέλαμε και, φυσικά, δεν θέλαμε να κάνουμε τίποτα. Δεν μας ενδιέφερε καθόλου να πιάσουμε μια «νορμάλ» δουλειά, να κάνουμε καριέρα, να «αποκατασταθούμε». Εξαιτίας, μάλιστα, των καταβολών αυτών, δεν υπήρξα ποτέ φιλόδοξη!


— Δεν πήγαν, βέβαια, όλα κατ' ευχήν...

Σίγουρα όχι. Κάποιοι χάθηκαν στην πορεία, σπουδαία πνεύματα ανάμεσά τους, άλλοι πέρασαν απέναντι, νομίζω όμως ότι υπάρχουν αρκετοί που δεν έχουν ξεχάσει όλο αυτό που συνέβη τότε. Παράδειγμα ο υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος μπορεί να μην είναι «πρακτικός», αλλά έχει κάποιες ιδέες για τη δημοκρατία που είναι πολύ σημαντικό να τις θυμόμαστε σε έναν κόσμο όπου κουμάντο κάνουν οι μεγάλες εταιρείες. Υπάρχουν, εξάλλου, πολλοί νέοι άνθρωποι που τους έλκει αυτή η παράδοση, την κατανοούν και την τιμούν – κληρονομιά της, εξάλλου, ήταν και το κίνημα Occupy. Όχι, δεν χάνω την ελπίδα μου στους ανθρώπους. Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ δεν οφείλεται τόσο στην απήχηση των ιδεών του όσο στο ότι πολλοί Αμερικανοί είναι πραγματικά πολύ φτωχοί – και απελπισμένοι. Το μέσο μηνιαίο εισόδημα της πλειονότητας των συμπατριωτών μου είναι 500 δολάρια. Ένα σπάσιμο χεριού ή ένα αυτοκινητικό ατύχημα μπορεί να σε πετάξει κυριολεκτικά στον δρόμο. Δεν έχουμε πια μεσαία τάξη, έχουμε πολύ πλούσιους και πολύ φτωχούς. Κι αυτοί οι τελευταίοι, οι καταδικασμένοι να ζουν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, είναι πραγματικά θυμωμένοι. Έχω, δε, την αίσθηση ότι παρόμοιες καταστάσεις επικρατούν σε πολλά μέρη του πλανήτη...


— Η Ελλάδα είναι σίγουρα ένα από αυτά.

Ναι, το έχω υπόψη! Γνωρίσατε από πρώτο χέρι πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να διαλύσει μια οικονομία. Ένα εκπληκτικό πράγμα που έγινε πρόσφατα εδώ στην Αμερική και το θεωρώ παράδειγμα ελπιδοφόρο έχει να κάνει ακριβώς με το χρέος. Ένας δημοφιλής τηλεπαρουσιαστής μας, ο Τζον Όλιβερ, αγόρασε για μόλις 60.000 δολάρια χρέη 9.000 νοικοκυριών συνολικού ύψους 50 εκατ. δολαρίων, χρησιμοποιώντας τα ίδια τα κόλπα του συστήματος, ώστε να αποδείξει, ταυτόχρονα, πόσο βρόμικο κόλπο είναι η διαχείριση του χρέους. Υπήρχαν άνθρωποι στην ανέχεια που θα πλήρωναν χρέη μέχρι να πεθάνουν και αυτός απλώς είπε: «Ορίστε, ξοφλήσατε, δεν χρωστάτε πια, δεν είναι τελικά τόσο δύσκολο». Μπίνγκο! Ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι κάπως έτσι θα μπορούσαμε να φρενάρουμε αυτή την παρανοϊκή μηχανή παραγωγής χρεών και αργών, καθημερινών θανάτων...


— Στο φινάλε της τελευταίας ταινίας σας «Η καρδιά ενός σκύλου», που επίσης προβάλλεται στο πλαίσιο του Metamorphosis Ρroject, λέτε ότι ο σκοπός του θανάτου είναι να απελευθερώνει από τον έρωτα. Αλλά, τότε, ποιος ο σκοπός του έρωτα, εάν όχι να απελευθερώνει από τον θάνατο;

Ο σκοπός του έρωτα εμπεριέχεται, θα έλεγα, σε αυτόν. Σχετίζεται με την εγγενή χαρά, το ότι γεννιόμαστε χάρη σε αυτόν και είναι ο φυσικός μας προορισμός... Νομίζω ότι το μίσος, ο φόβος και όλα αυτά προέρχονται από τα διδάγματά μας. Εγώ, ούσα βουδίστρια, πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι καταρχάς τέλειοι έτσι όπως είναι, ακόμα κι όταν κάνουν τη ζωή τους ένα χάλι. Όλοι μπορούν να γίνουν «Βούδες». Αυτό, βέβαια, είναι κάτι καθαρά προσωπικό, τουλάχιστον όμως έτσι προσπαθώ να ζω, διαισθανόμενη την ικανότητα των ανθρώπων για αυτοπραγμάτωση και αγάπη. Γιατί αυτό το τελευταίο νομίζω ότι είμαστε, έτσι κι αλλιώς – δεν είναι κάτι στο οποίο «πρέπει» να προσβλέπουμε... Ο Λου (σ.σ. Ριντ) είχε γράψει, ξέρετε, ένα τραγούδι ειδικά για μένα, το «The Power of Love». Είναι πραγματικά υπέροχο, γιατί έχει πολλές προσωπικές λεπτομέρειες, αλλά είναι κι ένα μεγάλο τραγούδι για το τι μπορεί να συμβεί εάν ανοίξεις πραγματικά την καρδιά σου, αν προσπαθήσεις να ξεπεράσεις τον εγωισμό σου και να δεις πόσα θαυμαστά πράγματα μπορείς να κάνεις με μόνο κίνητρο την αγάπη.


— Ζούμε, ωστόσο, και σε μια σούπερ εγωιστική εποχή.

Χα, μακάρι να ήταν όντως σούπερ εγωιστική με την καλή έννοια, θαρρώ όμως ότι είναι απλώς σούπερ φοβική... Αν προσπαθείς να εντυπωσιάσεις τους άλλους με το μέγεθός σου, μάλλον είναι επειδή φοβάσαι πολύ, όχι επειδή διαθέτεις αυτοπεποίθηση. Εάν πράγματι την έχεις, δεν χρειάζεται να το φωνάζεις. Είμαι πάντα διστακτική απέναντι σε ανθρώπους με υπερτροφικά Εγώ, γιατί συνήθως είναι υπερβολικά ανασφαλείς, άρα αναξιόπιστοι.


— Η επόμενη δουλειά σας;

Αυτήν τη στιγμή γράφω πολύ. Θα πρέπει να δω προς τα πού θα πάει, γιατί άλλοτε εξελίσσεται σε βιβλίο, άλλοτε σε ταινία, μερικές φορές πάλι μπορεί να γίνει ένας πίνακας. Πρόκειται για περιπέτεια, δεν ξεκινάω πάντα κάτι γνωρίζοντας τι θα το κάνω. Μπορεί να είναι μια παρόρμηση, να προσπαθώ απλώς να βρω έναν δρόμο. Πρέπει να εμπιστεύεται κανείς το ένστικτό του και μαθαίνω, επιτέλους, να το κάνω αυτό, έστω και προς το τέλος της ζωής μου!


— Για τι απ' όσα κάνατε και ζήσατε θα μακαρίζατε τον εαυτό σας;

Για το ότι στάθηκα καλή φίλη σε κάποιους δικούς μου ανθρώπους, όταν με χρειάστηκαν. Είναι κάτι που δεν το πετυχαίνω πάντα, αλλά τουλάχιστον το προσπαθώ κι όταν το καταφέρνω, νιώθω στ' αλήθεια χαρούμενη.

 

Ιnfo:
Η περφόρμανς της Laurie Anderson «Ξέφωτο» θα γίνει το Σάββατο 25 Ιουνίου στις 21:30 στο Κέντρο Πολιτισμού - Ίδρυμα Νιάρχος, στο πλαίσιο του Metamorphosis Ρroject, με ελεύθερη είσοδο. Το ίδιο βράδυ θα προβληθεί και η ταινία της «Η καρδιά ενός σκύλου» στις 12 τα μεσάνυχτα. Νωρίτερα, στις 18:30 , η Laurie Anderson και η Limor Tomer, γενική διευθύντρια συναυλιών και διαλέξεων του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης συζητούν δημόσια για το concept του Metamorphosis.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη LIFO.