Δεν χρειάζεται να είσαι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής για να βρεθείς να παίζεις σε ένα διεθνές τουρνουά στην Πορτογαλία. Μερικές φορές αρκεί μια ομάδα με μια καλή ιδέα και άνθρωποι που πιστεύουν ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το αποτέλεσμα ενός αγώνα.
Πέρυσι, οι προπονητές του Άμπαλου, μιας ερασιτεχνικής ομάδας από την Αθήνα που έχω την τρελή τύχη να είμαι μέλος της, αποφάσισαν να δοκιμάσουν αυτή την ιδέα στην πράξη και δημιούργησαν το πρώτο Mini Euros στην Αθήνα. Κάλεσαν άλλες ερασιτεχνικές ομάδες ποδοσφαίρου από την Αγγλία, τη Γαλλία και την Πορτογαλία και έφτιαξαν ένα διήμερο που συνδύαζε ποδόσφαιρο, μουσική, φαγητό και πάρτι. Το τουρνουά είχε επιτυχία όχι μόνο επειδή πραγματοποιήθηκαν αγώνες, αλλά επειδή κατάφερε να φέρει κοντά ανθρώπους από διαφορετικές χώρες που μοιράζονταν την ίδια αγάπη για το παιχνίδι. Έναν χρόνο αργότερα, η ιδέα ταξίδεψε στην Πορτογαλία, με τη FOCA FC να παίρνει τη σκυτάλη και να διοργανώνει τη δική της εκδοχή του τουρνουά.
Έτσι βρέθηκα κι εγώ για τέσσερις ημέρες στην Πορτογαλία μαζί με τον Άμπαλο. Μείναμε στο Κασκάις, σε σπίτια Πορτογάλων που άνοιξαν τις πόρτες τους και μας φιλοξένησαν σαν να ήμασταν φίλοι τους. Από την πρώτη στιγμή ήταν ξεκάθαρο ότι το ταξίδι αυτό δεν θα ήταν απλώς μια ποδοσφαιρική εκδρομή.
Εκείνη την ημέρα παίξαμε τέσσερα παιχνίδια. Τέσσερις αγώνες κάτω από τον ήλιο, με κούραση, γέλια, λάθη, καλές στιγμές – και οι άλλες ομάδες να προσπαθούν να προφέρουν το σύνθημά μας: «Άμπαλέ μου, βάλε ένα γκολάκι, λουκουμάκι, λουκουμάκι».
Η πρώτη μέρα του τουρνουά ξεκίνησε με έναν ήλιο που έκαιγε. Από εκείνους τους ήλιους που σε κάνουν να καταλαβαίνεις από νωρίς ότι κάθε λεπτό μέσα στο γήπεδο θα χρειαστεί σωστή διαχείριση δυνάμεων. Εμείς είχαμε ένα μικρό επιπλέον πρόβλημα: ο Άμπαλος παίζει συνήθως 7x7, ενώ το τουρνουά ήταν 5x5. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να προσαρμοστούμε, να αλλάξουν λίγο οι ρόλοι και να μάθουμε να λειτουργούμε με περισσότερο χώρο και λιγότερες παίκτριες.
Λίγο προτού ξεκινήσουμε, ο προπονητής μας εμφανίστηκε με ένα χαρτί στο χέρι. Είχε σημειώσει το σύστημα, τις θέσεις και τις οδηγίες για την καθεμία. Μπορεί να έμοιαζε με κάτι απλό, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν μια υπενθύμιση ότι όσο χαλαρό κι αν είναι το κλίμα ενός τέτοιου ταξιδιού, όταν μπαίνεις στο γήπεδο θέλεις να προσπαθήσεις.
Ατελείωτο ποδόσφαιρο και ο ήλιος συνέχιζε να καίει, τα πόδια βαριά από τη ζέστη και την αλλαγή στο σύστημα. Από την άκρη του γηπέδου ο προπονητής μας προσπαθούσε συνεχώς να μας θυμίζει ένα πράγμα: να μην αγχωθούμε για το αποτέλεσμα. Να παίξουμε όσο καλύτερα μπορούμε, να εμπιστευτούμε η μία την άλλη και κυρίως να απολαύσουμε την εμπειρία.
Αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του ταξιδιού. Δεν πήγαμε στην Πορτογαλία με την πίεση ότι πρέπει να αποδείξουμε κάτι. Πήγαμε για να παίξουμε, να γνωρίσουμε άλλες ομάδες και να χαρούμε που βρισκόμασταν εκεί. Εκείνη την ημέρα παίξαμε τέσσερα παιχνίδια. Τέσσερις αγώνες κάτω από τον ήλιο, με κούραση, γέλια, λάθη, καλές στιγμές – και οι άλλες ομάδες να προσπαθούν να προφέρουν το σύνθημά μας: «Άμπαλέ μου, βάλε ένα γκολάκι, λουκουμάκι, λουκουμάκι».
Μετά το τέλος των αγώνων ήρθε η ώρα να χαλαρώσουμε. Παρακολουθήσαμε μαζί το Μουντιάλ και κάποια στιγμή, στο ημίχρονο, η μουσική άρχισε να δυναμώνει. Στην αρχή διακριτικά. Κάποιος άρχισε να χορεύει, κάποιος άλλος ακολούθησε, μετά μπήκαν κι άλλοι. Χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό, σχεδόν αυθόρμητα, ξεκίνησε ένα μικρό πάρτι. Κι αυτή ήταν ίσως η καλύτερη εικόνα της ημέρας: ομάδες που λίγες ώρες νωρίτερα έπαιζαν αντίπαλες, τώρα χόρευαν μαζί.
Η FOCA FC είχε φροντίσει ώστε το τουρνουά να είναι κάτι περισσότερο από αγώνες. Υπήρχε φαγητό για όλους, με ένα εξαιρετικό πιάτο από ρεβίθια, ρύζι, λαχανικά και κρέας, αλλά και vegan εκδοχή. Υπήρχαν μουσικές, συζητήσεις και μικρές στιγμές που έκαναν τη διαφορά. Όπως το αυτοσχέδιο kissing photo booth από παπιέ μασέ που κυκλοφορούσε ανάμεσα στον κόσμο και δημιουργούσε γέλια και φωτογραφίες.
Στον τελικό δοκιμάσαμε και έναν απίθανο μεζέ: μικρά σαλιγκάρια με αλάτι και μυρωδικά, ένα πιάτο που δεν περιμένεις απαραίτητα να συναντήσεις, αλλά τελικά αποδεικνύεται εξαιρετικό.
Το ταξίδι έκλεισε στον Ατλαντικό. Οι περισσότερες δοκίμασαν να κάνουν σερφ, εγώ όμως έμεινα στην παραλία, καθώς η φλεγμονή στο πόδι μου έκαιγε σαν να είχε πυρετό και μια απότομη κίνηση θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα χειρότερα.
Τελικά, αυτό που μένει από την Πορτογαλία δεν είναι κάποιο αποτέλεσμα ή κάποιο κύπελλο – το οποίο σήκωσαν οι Medussa, που πέρυσι έφτασαν μαζί μας στον τελικό. Είναι ο ήλιος, τα παιχνίδια, οι άνθρωποι, το πάρτι που ξεκίνησε χωρίς πρόγραμμα, η χαρά τού να βλέπεις τους φίλους σου να παίζουν, ένας μεζές με σαλιγκάρια και η αίσθηση ότι μια μπάλα μπορεί να σε οδηγήσει σε μέρη που δεν περίμενες ποτέ.