Όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία του Μπαράκ και της Μισέλ Ομπάμα με το Netflix το 2018, πολλοί είχαν αναρωτηθεί τι είδους τηλεοπτικά προϊόντα θα μπορούσε να προσφέρει η εταιρεία παραγωγής του λαμπρού ζεύγους στην πλατφόρμα. Πολιτικό talk-show; Ντοκιμαντέρ (και με ποια ακριβώς θεματολογία); Μυθοπλασία κάποιου τύπου; Άγρια σάτιρα εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ; Το τελευταίο ήταν και το πιο απίθανο σενάριο μάλλον, αφού δεν συνάδει με το ύφος, την κουλτούρα και την δημόσια εικόνα με την οποία έχει συνδεθεί το πρώην προεδρικό ζεύγος.

 

Δύο χρόνια αργότερα, η εταιρεία παραγωγής τους (Higher Ground) έχει ήδη προσφέρει στους συνδρομητές του streaming μεγαθηρίου δύο εξαιρετικά κοινωνικοπολιτικά ντοκιμαντέρ – το American Factory που κέρδισε επάξια και το φετινό Όσκαρ, και το πιο πρόσφατο και εξίσου ισχυρό και αξιέπαινο Crip Camp (A Disability Revolution) για την ιστορία του κινήματος των ατόμων με ειδικές ανάγκες – στα οποία δεν εμφανίζεται ούτε δευτερόλεπτο ούτε ο Μπαράκ ούτε ο Μισέλ. Σεβασμός και μπράβο τους.

 

«Μπορώ να κατανοήσω τους ανθρώπους που ψήφισαν τον Τραμπ», λέει. «Αλλά όσους δεν πήγαν καθόλου να ψηφίσουν; Μετά από τόσες προσπάθειες και τόση δουλειά, να μην κάνουν ούτε καν τον κόπο να πάνε στις κάλπες; Αυτό είναι το τραύμα μου».

 

Υποθέτει όμως κανείς ότι θα έπρεπε να υπάρχει και κάποιο «αντάλλαγμα» που να στηρίζει με κάποιον τρόπο τη μυθική σχεδόν υπόσταση του ζεύγους στην τρέχουσα κουλτούρα, και κάπως έτσι αναπόφευκτα μοιάζει, αν επιτρέψει κανείς στον εαυτό του να γίνει λίγο κακοπροαίρετος, αυτό το ντοκιμαντέρ που μοιράζεται τον τίτλο με την πρόσφατη αυτοβιογραφία της Μισέλ Ομπάμα.

 

Με τον Μπαράκ Ομπάμα, νιόπαντροι στο Σικάγο.
Με τον Μπαράκ Ομπάμα, νιόπαντροι στο Σικάγο.

 

Στο πρώτο μισό της ταινίας παρακολουθούμε ως προνομιούχοι θεατές με απεριόριστη πρόσβαση στα παρασκήνια, την Μισέλ Ομπάμα και την ομάδα της κατά την περιοδεία προώθησης του βιβλίου και τις διάφορες στάσεις ανά την αμερικανική επικράτεια, με το πλήθος να συγκεντρώνεται σε τεράστιες κλειστές αρένες και στη συνέχεια να κάνει ουρές για μια υπογραφή και έναν καλό / γλυκό / ενθαρρυντικό λόγο από την γυναίκα-πρότυπο. Επί σκηνής, την συνοδεύουν στην συνέντευξη-παρουσίαση, μια σειρά από διαφορετικές επώνυμες και επιφανείς συντονίστριες της συζήτησης, ανάμεσά τους και η Όπρα Γουίνφρι που την παρουσιάζει στο ενθουσιώδες κοινό του Σικάγο, της πατρίδας της.

 

Κάθε τόσο εισέρχονται στην αφήγηση διάφορα φλασμπάκ, καταρχάς από τα παιδικά της χρόνια σε ένα περιβάλλον μικρομεσαίας τάξης, όταν η μικρή Μισέλ κοιτούσε πάντα μπροστά και είχε πικραθεί πολύ όταν κάποιοι της έλεγαν ότι δεν ήταν αρκετά καλή για να γίνει δεκτή στο Πανεπιστήμιο του Princeton και θα ήταν μάλλον καλό να ρίξει τον πήχη. Εννοείται ότι εισήχθη ως αριστούχος στο Princeton και μετά στη Νομική του Harvard, σχολή από την οποία βεβαίως αποφοίτησε και ο μέλλων σύζυγός της.

 

Είχε πικραθεί πολύ επίσης, όπως μαθαίνουμε, στην πρώτη φάση της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα το 2008, όταν είχε δεχτεί μια σειρά από ενορχηστρωμένες συκοφαντικές επιθέσεις από τα συντηρητικά (αλλά όχι μόνο) μέσα, τα οποία την παρουσίαζαν ως επιθετική, ξινή και ριζοσπαστική προσωπικότητα. Με βαριά καρδιά, είχε υποχρεωθεί να αλλάξει ρότα σ' εκείνη την πολλαπλώς κρίσιμη κούρσα για την προεδρία και να περιορίσει στο ελάχιστο τον πηγαίο δυναμισμό της.

 

Μικρή με τον πατέρα της που έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας.
Μικρή με τον πατέρα της που έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας.

 

Η ταινία της ανήκει δικαιωματικά και δεν θα μπορούσε φυσικά ο σύζυγός της να λειτουργήσει ως αντιπερισπασμός, τραβώντας πάνω του τους προβολείς. Κάνει όμως την εμφάνιση του ως απροσδόκητος γκεστ σταρ σε μία από τις παρουσιάσεις του βιβλίου, όταν εμφανίζεται ξαφνικά επί σκηνής, ακριβώς την στιγμή που εκείνη αναπολεί την γνωριμία τους και τα πρώτα συζυγικά χρόνια. Χαριτολογώντας μάλιστα, o Ομπάμα συγκρίνει την παρουσία του με την ξαφνική εμφάνιση του Jay-Z στη σκηνή σε μια συναυλία της Beyoncé.

 

Όσον αφορά στο τρέχον πολιτικό κλίμα – πριν από την έλευση της πανδημίας που έχει αναστατώσει ακόμα περισσότερο την εύφλεκτη προεκλογική ατμόσφαιρα – το μόνο που θα μπορούσε να εκλάβει ο θεατής του ντοκιμαντέρ ως έμμεσο έστω σχόλιο είναι η δυσαρέσκεια και η θλίψη που εκφράζει η Μισέλ Ομπάμα προς το ακροατήριό της για την χαμηλότερη (από τις προηγούμενες αναμετρήσεις) προσέλευση στις κάλπες μαύρων και γυναικών ψηφοφόρων στις εκλογές του 2016, ελπίζοντας να μην επαναληφθεί:

 

«Μπορώ να κατανοήσω τους ανθρώπους που ψήφισαν τον Τραμπ», λέει. «Αλλά όσους δεν πήγαν καθόλου να ψηφίσουν; Μετά από τόσες προσπάθειες και τόση δουλειά, να μην κάνουν ούτε καν τον κόπο να πάνε στις κάλπες; Αυτό είναι το τραύμα μου».

 

Πάντως, μετά το τέλος της ταινίας και παρά τον τίτλο της, η απορία παραμένει: Τελικά, γίνεσαι ή γεννιέσαι Μισέλ Ομπάμα;