Η αλήθεια, που βρίσκεται πάντα εκεί έξω, πέρα από την πέμπτη διάσταση, είναι πως η Ζώνη του Λυκόφωτος του 2019 αστράφτει, αλλά δεν βροντάει.

 

Ο Τζόρνταν Πιλ εγγυάται, δίκην πνευματικής υιοθεσίας, την τέταρτη επιστροφή της θρυλικής σειράς στην τηλεόραση, εμφανίζεται έξυπνα μέσα στα σκηνικά κάθε επεισοδίου, περίπου στην αρχή και πάντα στο φινάλε, εκτελεί χρέη παραγωγού, αλλά δυστυχώς δεν γράφει σενάρια και δεν σκηνοθετεί – ο Γκρεγκ Γαϊτάνις, παιδί μεταναστών με έντονη ελληνική συνείδηση, κατά δικές του δηλώσεις, διευθύνει με σβελτάδα και τεχνική κατάρτιση που φανερώνει την πολυετή πείρα του.


Τα δύο πρώτα δείγματα, που μεταδόθηκαν στις ΗΠΑ ανήμερα την Πρωταπριλιά, ανασταίνουν ένα πρωτοπόρο φορμάτ έκπληξης που άργησε λίγο να εδραιωθεί, αλλά λίγους μήνες μετά τη μετάδοση του πρώτου επεισοδίου, τον Οκτώβριο του 1959, καθήλωσε το κοινό και κράτησε 5 υπέροχες σεζόν, με ιλιγγιώδη για τα σημερινά δεδομένα παραγωγή που ξεπερνούσε τα 30 ημίωρα καθεμίας από τις πέντε πρώτες και καλύτερες σεζόν.

 

Το πραγματικό πρόβλημα της νέας Ζώνης είναι πως στα 60 χρόνια που τη χωρίζουν από τη «μητέρα» της έχουν μεσολαβήσει πολλά παιδιά, στο σινεμά και κυρίως στην τηλεόραση.

 

Ο Ροντ Σέρλινγκ πολύ έξυπνα ενσωμάτωσε τον εσωτερισμό στη μικρή οθόνη, χωρίς να χρειαστεί να ξοδεύει πολλά χρήματα ή να ξοδεύεται σε περιττά εφέ. Φαντασία και σασπένς, μαζί με αυτό το κάτι αλλόκοτο που έκανε το Twilight Zone να ξεχωρίζει και να συζητιέται (και μερικές φορές να ανατριχιάζει), ήταν τα συστατικά μιας συμπαγούς αφηγηματικής ψυχαγωγίας με το οξύμωρο της ανατροπής που όλοι περίμεναν, το σήμα κατατεθέν.

 

Το δε μουσικό θέμα που έγραψε ένας αβανγκάρντ Γάλλος συνθέτης, ο Μαριούς Κονστάν, πλαισίωνε ιδανικά και έμεινε στην ιστορία ως ενδεχομένως το απόλυτο συνώνυμο του απόκοσμου φόβου, πριν καν σχηματιστεί η εικόνα του θρίλερ στο μυαλό.

 

 

Το διάσημο μουσικό θέμα της σειράς.

 

Αυτό ακριβώς λείπει από την αναβίωση του 2019: ο σχηματισμένος φόβος, ο σκοπός και η χρησιμότητα, πέρα από την προφανή, επαγγελματικά άψογα εκτελεσμένη διασκέδαση. Το ντεμπούτο έγινε με το Comedian, όπου ο άσφαιρος stand-up κωμικός (Κουμάιλ Ναντζιάνι) πουλάει την ψυχή του στον Διάβολο (ας πούμε, γιατί το αλά Φάουστ συμβόλαιο το συνάπτει με ένα είδωλό του, τον Τρέισι Μόργκαν) για να αποκτήσει γκελ και να εισπράξει χειροκρότημα και αποδοχή.

 

Άμεσα αντιλαμβάνεται ότι για κάθε φτηνό αστείο τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί στις παρλάτες του εξαφανίζονται χωρίς ίχνος. Από τη ζωή του ή γενικά; Ιδού η Ζώνη του Λυκόφωτος!

 

Το πρόβλημα είναι πως το Comedian δεν είναι αρκετά τρομακτικό, ούτε καν αστείο, περισσότερο μια πραγματεία για την Τέχνη, την τραμπάλα της τραγωδίας με τη γελοιότητα και το προσωπικό κόστος, με ένα μίνιμουμ τέχνασμα να το στηρίζει χαλαρά, αλλά όχι επαρκώς.

 

Στο πρώτο επεισόδιο με τίτλο «The Comedian» ο άσφαιρος stand-up κωμικός (Κουμάιλ Ναντζιάνι) πουλάει την ψυχή του στον Διάβολο (Τρέισι Μόργκαν).
Στο πρώτο επεισόδιο με τίτλο «The Comedian» ο άσφαιρος stand-up κωμικός (Κουμάιλ Ναντζιάνι) πουλάει την ψυχή του στον Διάβολο (Τρέισι Μόργκαν).


Ο Εφιάλτης στα 30 χιλιάδες πόδια είναι ένα αναθεωρημένο remake του επεισοδίου του 1963 (με 10 χιλιάδες πόδια... λιγότερα) με ταλαίπωρο ήρωα έναν ρεπόρτερ που βρίσκεται στο ευάλωτο στάδιο της ανάρρωσης από νευρικό κλονισμό, ο οποίος πληροφορείται στα ακουστικά του, ενώ ταξιδεύει, την επικείμενη εξαφάνιση της πτήσης.

 

Και εδώ ο χειρισμός εναπόκειται στο λάθος του δράστη/πρωταγωνιστή, στην ντελικάτη κατάστασή του, στην παρείσφρηση του «επέκεινα» σε ένα σχετικά ρεαλιστικό σκηνικό, στην πολλαπλή παρεξήγηση και στην εφιαλτική συνειδητοποίηση. Ο Εφιάλτης είναι πιο φανταχτερός και παρακολουθήσιμος αλλά και πάλι κάτι λείπει.


Είναι το στοιχείο της έκπληξης ή του απώτερου σκοπού. Το πραγματικό πρόβλημα της νέας Ζώνης είναι πως στα 60 χρόνια που τη χωρίζουν από τη «μητέρα» της έχουν μεσολαβήσει πολλά παιδιά, στο σινεμά (και δεν μιλάω για την κινηματογραφική μεταφορά από τους Σπίλμπεργκ, Λάντις, Ντάντε, Μίλερ) και κυρίως στην τηλεόραση.

 

Το επεισόδιο με τίτλο «Εφιάλτης στα 30.000 πόδια» με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Σκοτ είναι πιο φανταχτερό και παρακολουθήσιμο αλλά και πάλι κάτι λείπει.
Το επεισόδιο με τίτλο «Εφιάλτης στα 30.000 πόδια» με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Σκοτ είναι πιο φανταχτερό και παρακολουθήσιμο αλλά και πάλι κάτι λείπει.

 

Αν ξαναδούμε τα ασπρόμαυρα chillers του Σέρλινγκ, μπορεί να πιαστούμε από μερικές ωραίες ιδέες και να απαριθμήσουμε τις αγαπημένες μας στιγμές, αλλά διαπιστώνουμε πως το τρικ είναι ορατό κάθε φορά, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Δεν έχει ξεπεραστεί ακριβώς, αλλά έχει νόημα στην εποχή του, έστω κι αν μιλούσε για μια διάσταση αχρονική.

 

Από το «X-Files» μέχρι το πρόσφατο «Black Mirror», το παράδοξο εκσυγχρονίστηκε, είτε σε αυτοτελή μορφή είτε σε παρατεταμένο κύκλο μυστηρίου.

 

Η Ζώνη του Λυκόφωτος φαντάζει ανθολογία της ανθολογίας, τόσο εγνωσμένου μηχανισμού, που οι ραφές του φαίνονται. Άδηλο το μέλλον, αν και κάποιοι Αμερικανοί κριτικοί που έχουν δει σε preview τα δύο επόμενα επεισόδια λένε πως το Replay, που θα μεταδοθεί στις 18 Απριλίου, είναι μακράν το καλύτερο.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO