Το 1968, χρονιά που οι «άνεμοι της αλλαγής» φυσούσαν μανιασμένοι σε Αμερική κι Ευρώπη, αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, την ομοφυλόφιλη απελευθέρωση, στην αστυνομοκρατούμενη Αθήνα των συνταγματαρχών συνέβη μια πρωτοφανής «επιχείρηση αρετής» σε ιδιωτικό πάρτι. Κανείς από τους συλληφθέντες δεν καταδικάστηκε για κάτι, η διαπόμπευση όμως τους στιγμάτισε.


Ένα σκανδαλοθηρικό δημοσίευμα ολκής δέσποζε πρωτοσέλιδο στις κυριακάτικες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης στις 3/11/1968: «Εξηρθρώθη άντρον ανωμάλων!» ήταν ο πλέον εντυπωσιακός τίτλος. Από κάτω ο αναγνώστης διάβαζε ότι τριάντα τέτοιοι «ανώμαλοι τύποι» είχαν συλληφθεί σε ιδιωτικό σπίτι στην Καλογρέζα, καθώς «ετοιμάζοντο να προβούν σε όργια», πράγμα που απέτρεψε η «έγκαιρη επέμβαση» της αστυνομίας: «Μερικοί μάλιστα απ' αυτούς, οι οποίοι σημειωτέον έκαναν θεραπεία με ορμόνες, παρουσίαζαν γυναικεία χαρακτηριστικά και κατά τη διάρκεια του πάρτι θα εχόρευαν μοντέρνους χορούς προς... ικανοποίηση των προσκεκλημένων» ανέφερε το «Βήμα».

 

Ο ίδιος, μάλιστα, ο χουντικός γ.γ. του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως Ιωάννης Λαδάς (ο ίδιος που είχε προστάξει να κουρεύονται με την ψιλή όσοι νεαροί διατηρούσαν μακριά μαλλιά και ανησυχούσε για το μήκος της γυναικείας φούστας) είχε καλέσει όλο καμάρι τους δημοσιογράφους να τους ενημερώσει σχετικά: «Η ανηθικότης θα παταχθεί προς όλας τας κατευθύνσεις. Και ουδείς θα διαφύγη. Τα αντικοινωνικά αυτά στοιχεία (σεξουαλικώς ανώμαλοι τύποι κ.λπ.) τα φέρω εις την περιφρόνησιν της κοινής γνώμης. Συνιστώ και πάλιν εις τους γονείς να προσέχουν και να ελέγχουν τας εξόδους των τέκνων των διότι τότε μόνον είναι δυνατόν να διασωθούν από τον βούρκον και τον κατήφορον της καταστροφής και του ολέθρου...» κόμπαζε, απειλώντας τους «αμελείς» γονείς με ποινικές κυρώσεις! Υπόψη ότι την ίδια χρονιά ο κύριος γενικός είχε ξυλοκοπήσει μέσα στο γραφείο του τους δημοσιογράφους Κ. Ψύχα και Τ. Λαμπρία επειδή δημοσίευσαν άρθρο για την ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα στο περιοδικό «Εικόνες».

 

Όλοι οι προσαχθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι, για να τους «ξαναμαζέψουν» εσπευσμένα δύο μέρες αργότερα και να τους ξανανακρίνουν παρόντος του Λαδά, που τους χλεύαζε και τους προσέβαλε με κάθε ευκαιρία, όπως άλλωστε και αρκετοί υφιστάμενοί του.


Το «σπίτι των οργίων» είχε μπει από μέρες στο στόχαστρο του (όνομα και πράμα) διοικητή Ασφαλείας Προαστίων Καραμπάτσου κατόπιν υποδείξεως του Λαδά. Κάποιος ρουφιάνος γείτονας ‒είδος εν αφθονία τότε‒ ήταν προφανώς ο πληροφοριοδότης. Το «ντου» έγινε Σάββατο βράδυ, παραμονές 28ης Οκτωβρίου. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο Ξανθιώτης συγγραφέας και μεταφραστής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκ των ιδρυτών του ΑΚΟΕ εννιά χρόνια αργότερα, οι δε μαρτυρίες για τη γνωστότερη χουντική «επιχείρηση αρετής» περιέχονται στο βιβλίο του Ο Καιάδας - Το χρονικό μιας πολιορκίας (α' έκδοση Εξάντας, 1976, β' έκδοση Πολύχρωμος Πλανήτης, 2004). Το βιβλίο ονομάστηκε έτσι εξ αφορμής μιας φράσης του Λαδά που αξίωνε για τους ομοφυλόφιλους: «Όλοι στον Καιάδα!».


Οι ασφαλίτες είχαν μπουκάρει ήδη όταν κατέφθασε ο 43χρονος τότε Λουκάς με δύο φίλους του στο εν λόγω σπίτι και αυτοί τους «υποδέχτηκαν». Οι παριστάμενοι κάθονταν και υπέμεναν μια γεμάτη υπαινιγμούς και περιπαικτικά σχόλια πρώτη «ανάκριση» με σκυμμένο κεφάλι, τρέμοντας στην ιδέα του δημόσιου εξευτελισμού, παρ' ότι δεν είχαν καν προλάβει να «προσβάλουν τη δημόσια αιδώ», ακόμα κι αν το ήθελαν (μια τέτοια κατηγορία επιδίωκαν να τους φορτώσουν, καθώς οι ομοφυλόφιλες σχέσεις καθαυτές ήταν νόμιμες στην Ελλάδα ήδη από το 1951). Ανάμεσά τους ένας παπάς με πολιτικά κι ένας λοχαγός που αργότερα αφέθηκε να φύγει.

 

Τα μεσάνυχτα οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην Ασφάλεια, όπου ακολούθησε μια δεύτερη «ανάκριση» στο ίδιο μήκος κύματος και μια πιο εντατική την επομένη, οπότε τους φακέλωσαν, τους πήραν δακτυλικά αποτυπώματα και οδήγησαν πέντε εκ των «κατηγορουμένων», ανάμεσά τους τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και τον θετό του γιο στα κρατητήρια. Στα «επιβαρυντικά» στοιχεία περιλαμβανόταν η «τάση για ομοφυλοφιλία».

 

Εν τέλει, όλοι οι προσαχθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι, για να τους «ξαναμαζέψουν» εσπευσμένα δύο μέρες αργότερα και να τους ξανανακρίνουν παρόντος του Λαδά, που τους χλεύαζε και τους προσέβαλε με κάθε ευκαιρία, όπως άλλωστε και αρκετοί υφιστάμενοί του. Υποχρεώθηκαν, επιπλέον, να «ποζάρουν» σε ομαδική φωτογραφία για τις εφημερίδες που τελικά δεν δημοσιεύτηκε, παρατέθηκαν όμως κανονικά το ονοματεπώνυμο και η ηλικία των συλληφθέντων – μια διαπόμπευση που τους στοίχισε. Εφόσον αφενός η ομοφυλοφιλία δεν διωκόταν ποινικά και αφετέρου δεν είχαν έτσι κι αλλιώς «πιαστεί» να κάνουν το οτιδήποτε, το αιτιολογικό της μήνυσης εναντίον των οικοδεσποτών ήταν «μαστροπεία και παροχή ασύλου δι' αλλοτρίαν ακολασίαν». Αρκετοί παριστάμενοι, ανάμεσά τους και ο Λουκάς, κλήθηκαν ως μάρτυρες.


Ένα εξάμηνο αργότερα η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, όπου ουδείς εκ των 18 αστυνομικών που είχαν δηλωθεί ως μάρτυρες κατηγορίας εμφανίστηκε. Ούτε στην πρώτη δίκη που εξ αυτού αναβλήθηκε ούτε και στη δεύτερη. Στην τρίτη και τελευταία δικάσιμο στις 16/7/1970, που θύμιζε περισσότερο παρωδία, όπως γράφει ο Λουκάς, που επίσης κατέθεσε σε αυτήν, πρόεδρος και εισαγγελέας παραιτήθηκαν από τις αγορεύσεις τους και άπαντες οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν με την αιτιολογία πως «το δικαστήριο αμφιβάλλει...».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO