Edward Hopper, Ζευγάρι που πίνει (1906-07)
Edward Hopper, Ζευγάρι που πίνει (1906-07)

 

Μαγειρεύοντας για αυτούς που αγαπάς το 2020

Φέτος που τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο έχουν και οι σπιτικοί μάγειρες τα προβλήματά τους.

 

Αμάν κάνουν οι γαστρονομικοί γραφιάδες δεκαετίες τώρα για τις μαντλέν του καθενός. Είναι μια γερή θεωρία. Όσα έκανες στο σβησμένο σου παρελθόν θα έρθουν μια στιγμή που δεν το περιμένεις, με μια ασήμαντη αφορμή, να σου φωτίσουν με τεράστιους προβολείς τα πάντα και θα σε βοηθήσουν να εξηγήσεις τα ανεξήγητα. Μπορεί να μην είναι η μαντλέν που θα βούταγες σε λίγο φλαμούρι, όπως έτυχε στον Μαρσέλ Προυστ, μπορεί να είναι κάτι άλλο, η γεύση, πάντως, έχει τον τρόπο της να σε συγκλονίσει, όλοι το ξέρουν αυτό.

 

Κι εκεί που τα είχες όλα τακτοποιημένα, πως για σένα μαντλέν είναι πέντε-δέκα πράγματα της παιδικής σου ηλικίας, άντε κι άλλα τόσα τραπέζια της ενήλικης ζωής σου, έρχεται η πραγματικότητα να μοιράσει ξανά την τράπουλα της μνήμης.

 

Και είναι Κυριακή και έχεις βαρεθεί να μαγειρεύεις κάθε μέρα και οι σχέσεις σου με το πλυντήριο πιάτων είναι τεταμένες και αποφασίζεις να παραγγείλεις ντελίβερι από το αγαπημένο σου εστιατόριο, που το γύρισε κι αυτό για να επιβιώσει.

 

Ανοίγεις τα κουτιά, βάζεις τα φαγητά στα πιάτα, θες να μη ρίξεις το επίπεδο τόσο ώστε να τρως μέσα από τα χαρτόκουτα, κάθεσαι και δοκιμάζεις λίγο από ένα από τα αγαπημένα σου φαγητά. Και να σου οι μαντλέν του 2020. Λίγο ακόμα μοσχαράκι με πουρέ και θυμάσαι όχι τα παιδικά σου χρόνια, ούτε το κοκκινιστό της γιαγιάς σου. Θυμάσαι κάτι βράδια που «πηγαίναμε για φαΐ» με φίλους στα εστιατόρια. Θυμάσαι τα φωτισμένα δωμάτια, τα κεριά στα τραπέζια, τα λευκά τραπεζομάντιλα, το βουητό από τις παρέες, θυμάσαι τα πιάτα, τα φαγητά, τους μάγειρες. Τη μαγική ιστορία που είναι τα εστιατόρια, που δεν την αντικαθιστά καμιά κουζίνα, γιατί τα σπίτια αφαιρούν την αίσθηση ότι είσαι κομμάτι κι εσύ της μεγάλης πόλης. Θυμάσαι ομηρικούς καβγάδες και γέλια, θυμάσαι την περιπέτεια του να δοκιμάζεις κάτι καινούργιο. Θυμάσαι τους φίλους σου που αγάπησες και μαζί τους γλέντησες γύρω από ένα τραπέζι και το φρικτό, δυστυχώς, ρητό «μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται».

 

Μαγειρεύω κάθε μέρα. Έτσι μαγείρευα και στο πρώτο lockdown. Όποιος κάνει ό,τι κάνω, ξέρει πως όλοι οι μύθοι του foodie «σπιτικού μάγειρα» που είχαμε παλιότερα έχουν κι αυτοί συντριβεί μαζί με τόσα και τόσα που έχουμε χάσει φέτος (και λέμε, βέβαια, «αμήν» που είμαστε ακόμα ζωντανοί και υγιείς). Άλλο να μαγειρεύεις «διακοσμητικά» μια-δυο φορές την εβδομάδα, άλλο να «κρατάς» μια σπιτική κουζίνα. Έχω χάσει τη δημιουργικότητά μου εδώ και καιρό, καταφεύγω σε σιγουράκια, μαζεύω τα πιάτα του μεσημεριανού κρατώντας την ταλαιπωρημένη μου μέση. Έχω άγχος να μην πετάμε φαγητά και «τα έχω μαζεμένα» στους ακατάστατους που δεν εκτιμούν πόση ώρα χρειάζεται για να στήσεις ένα τραπέζι και να το μαζέψεις μετά. Έχω, εν ολίγοις, γίνει η μάνα μου και κανένα βιβλίο μαγειρικής και κανένας celebrity chef δεν θα με πείσει να κάνω περισσότερα απ’ όσα αντέχω για να περάσουμε και σήμερα καλά και υποφερτά, χωρίς υπερβολές. Λέγοντας, βέβαια, όλα αυτά, δεν έχω χάσει το μέτρο, ξέρω πως αν μας αφήσω να μιζεριάσουμε δεν θα υπάρξει γυρισμός και τα Χριστούγεννα θα μας βρουν βυθισμένους σε μεγαλύτερη απόγνωση από αυτήν που βρισκόμαστε ήδη. Ξέρω πως όσο έχω ακόμα έστω και λίγη ενέργεια θα τη δίνω να φωτίζονται οι τέσσερις τοίχοι όπου έχουμε κλειστεί. Αυτό ξέρω, αυτό κάνω.

 

 

Μεταφράζω ένα στάτους της μοναδικής Samin Nοsrat: «Κόντευα σήμερα να τρελαθώ, ψάχνοντας να βρω τι καινούργιο θα γράψω. Τα παράτησα όλα και κατέβηκα στον φούρνο της γειτονιάς. Η φουρνάρισσα μου έδωσε ένα καρβέλι από δανέζικη σίκαλη. Το έφερα σπίτι και άλειψα μια φέτα με φιστικοβούτυρο. Αν οι άνθρωποι ήταν δέντρα και με έκοβε κάποιος, θα έβλεπε ότι το δαχτυλίδι του 2020 θα έγραφε “ψωμί και φιστικοβούτυρο”. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ανεβάζω πολλές φωτογραφίες από τις μαγειρικές μου φέτος. Ειλικρινά, δεν έχουν υπάρξει πολλές. Ψωμί με φιστικοβούτυρο, φασόλια με ρύζι, ρύζι με μπρόκολο, αυτά. Ακόμα και όταν είχα την ενέργεια να μαγειρέψω κάτι αξιοσημείωτο, ένιωθα άβολα να ανεβάζω φωτογραφίες, όταν γνώριζα πόσος κόσμος εκεί έξω δεν έχει να φάει και παλεύει να τα καταφέρει. Δεν ξέρω, ρε παιδιά, αυτός ο χρόνος μοιάζει με ένα βουνό από κοπριά. Αυτή η εβδομάδα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, εύχομαι όλοι να προσέχετε τους εαυτούς σας και τους αγαπημένους σας». Προσπαθούμε, αγαπημένη Samin, και έχεις δίκιο για τις φωτογραφίες. Όμως τα πράγματα είναι δύσκολα και ας κάνει ο καθένας ό,τι καταλαβαίνει.

 

Τα χρυσάνθεμα δεν καταφέραμε να τα δούμε φέτος. Γεμίζουμε, όχι πια βάζα, αλλά μικρά ποτηράκια με κλαράκια βασιλικού, σάλβιες, που είναι ακόμα ανθισμένες, λίγα κόκκινα φύλλα από την αμπέλοψη. Τα φαγητά του χειμώνα εύχομαι να γεμίσουν με υδρατμούς τα τζάμια της κουζίνας και να κρύψουν όσο πιο καλά μπορούν όλα όσα γίνονται εκεί έξω. Το σπίτι σε σώζει όταν δεν το έχεις απαρνηθεί. Στον Τολστόι που διαβάζω ο πρωτάρης στρατιώτης, που μόλις έχει αντικρίσει τον θάνατο, στρέφει το κεφάλι μακριά από τη φρίκη του πολέμου προς τα όμορφα ποτάμια και τα μακρινά χωριά που δεν τα άγγιξε ο πόλεμος και αναρωτιέται αν θα ξαναβρεθεί ποτέ εκεί. Όσο μπορούμε κι εμείς ας κάνουμε το ίδιο. Σας φιλώ.