Μαγειρεύοντας για να φάνε οι φίλοι σου. Και όχι για να γράφεις πια.



 



Δεν μαγειρεύω για να γράφω πια. Εδώ και πολλά χρόνια δεν μου βγαίνει. Σε αυτόν τον ανεμοστρόβιλο της καθημερινότητάς, ο καθένας από εμάς επιλέγει ποιος θα είναι ο μυστικός του κήπος. Πού θα τρέχει να κρυφτεί όταν αυτό που ζει δεν θα αντέχεται. Για μένα διαχρονικά ήταν οι κουζίνες, τα τραπέζια μου και ο κήπος, το μπαλκόνι με τις πολλές γλάστρες και τα αναρχικά φυτά. Αυτή η δουλειά που πρέπει να γίνει μόνο από έναν για να την απολαύσουν πολλοί. 

 

Δεν σταμάτησα να μαγειρεύω, σταμάτησα να γράφω για το φαγητό. Γράφουν τόσοι πολλοί, τόσο καλύτερα από μένα, είναι η δουλειά τους, δεν υπάρχει λόγος για άλλο ένα κείμενο με συνταγές, άλλο ένα συναισθηματικό κείμενο για ένα εστιατόριο που αγαπάς. Ο κόσμος έχει κορεστεί και έχει κουραστεί να κρυφοκοιτάζει στους κόσμους των δημοσιογράφων που καταγράφουν εμεπειρίες όπως το φαγητό. Έχει απογοητευτεί πολύ γιατί οι εμπειρίες του ενός, δύσκολα περνάνε στον αναγνώστη. 

 

Κι έτσι ανενόχλητος, τα Σάββατα και τις Κυριακές και τις γιορτές, βγαίνω στους μπακάληδες και τους μανάβηδες, κουβαλάω κρασιά, διαλέγω κεριά, στολίζω τα βάζα μου, βάζω μουσικές και μαγειρεύω για φίλους πολλούς ή για δύο άτομα. Και δεν το κάνω θέμα.  Όλοι με ρωτάνε πώς αντέχω, αν κουράζομαι, πώς δεν βαριέμαι, εμένα όμως μου αρέσει. Είναι οι μόνες ώρες που βγαίνω από το ίντερνετ, που δεν σκέφτομαι όλα τα «χαμηλά» της ζωής μας. Θεωρώ τη μαγειρική, την κηπουρική και το διάβασμα, το πλυντήριο της ψυχής και του μυαλού μου. 

 

Σήμερα σε ένα μανάβικο, εκεί που ψώνιζα για το τραπέζι της μέρας, ένας κύριος με ρώτησε τι μαγείρεψα τις γιορτές και γιατί δεν γράφω πια. Με ξάφνιασε. Όλους τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω δεν τους είχα σκεφτεί ξανά. Ενστικτωδώς χώρισα τα «χωραφάκια» μου και άφησα την κουζίνα μου για όσους αγαπώ και μόνο. Τι μαγείρεψα; Τι φάγαμε; Πώς περάσαμε; Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

 

Άλλαξε πολύ ο τρόπος μου. Ωρίμασα κι εγώ μεγαλώνοντας. Το αχόρταγό μου μάτι έμαθε να εκτιμά την ομορφιά και την ποιότητα. Τόσα και τόσα διαβάσματα για το φαγητό, τόση λογοτεχνία και ταινίες με τραπέζια και τέχνη, κάτι σε μαθαίνουν. Και δεν θες πολυτέλεια. Θες μέτρο, θες γούστο. Φαντασιώνεσαι το τραπέζι στο Γατόπαρδο και αναρωτιέσαι «τι μπορώ να φέρω σήμερα στο δικό μου τραπέζι από αυτό το θαύμα;» Πώς μεταφέρεις στη γιορτή το κόκκινο τραπέζι των Έκνταλ. Τι σου έμαθε η Ruth Reichl με τα κείμενά της, ποια συνταγή από τις χιλιάδες που διάβασες πιστεύεις ότι μπορείς να προσθέσεις στο δικό σου βιβλίο συνταγών, που δεν μετρά πολλές συνταγές. Καμιά εικοσαριά. Το βαρύ πυροβολικό!

 

Ο μεγαλύτερος φόβος, η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει μέχρι και σήμερα μετά από τόσα και τόσα η γνώση. Πώς θα επιλέξεις τις σωστές πρώτες ύλες, τα σωστά υλικά. Εγώ λοιπόν που φοβόμουν τον ίσκιο μου (και ακόμα φοβάμαι) έμαθα να ρωτάω, ξεκάθαρες ερωτήσεις, να λαμβάνω τις σωστές πληροφορίες πριν πάρω κάτι στο καλάθι μου. Ρώτα, ξανά και ξανά, μέχρι να είσαι σίγουρος ότι το έχεις, ότι ξέρεις!

 

Το κάθε τραπέζι είναι μια πασαρέλα από φαγητά και ποτά. Θα κάνεις λίγα και καλά, θα κοιτάξεις τον διάλογο μεταξύ τους να είναι ένα τραγούδι χωρίς κραυγές, ο κόσμος θέλει να φάει λιγότερα απ’ όσα νομίζεις. Τα θέλει να είναι ωραία και δεν θέλει να αισθάνεται το άγχος του μάγειρα που τον θέλει χαμογελαστό, μεθυσμένο με ροδομάγουλα να απολαμβάνει το κατσικάκι με την ίδια έκπληξη και απόλαυση που έχεις εσύ, ο καλεσμένος. 

 

Σπάνιο στις μέρες μας πια, αλλά για κάποιους υπάρχει ακόμα η επιθυμία, ένα τραπέζι να ξεφύγει και να γίνει ένα γλέντι από μουσικές, χαμόγελα, φωνές και χορούς. Από αυτά που μέχρι πριν δέκα χρόνια τα είχαμε στο τσεπάκι μας αλλά τώρα πια έγιναν σπάνια, ένα μακρινό όνειρο για τους περισσότερους. Αν θες να είσαι καλός στα τραπέζια σου να είσαι πάντα έτοιμος, να έχεις πάντα την ελπίδα ότι μέσα από τις συζητήσεις, μπορεί μια σπίθα να ανάψει και πάνω από το τραπέζι να αρχίσουν οι χοροί, τα τραγούδια, να καούν όσα μας καίνε μέχρι τη Δευτέρα. Αυτό είναι το απόλυτο. Το εύχομαι σε φίλους και εχθρούς για το 2020. Σας φιλώ.