ΠΡΑΓΜΑΤΑ ―2

 Οι όμορφοι ταξιδιώτες μιας άλλης εποχής, μια έκθεση και ένα εστιατόριο στην ακροθαλασσιά

 

Αριστερά: Όμορφες μέρες στο Mongibello. Η Μαρτζ και ο Ντίκι (Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζούντ Λο) απολαμβάνουν τον ιταλικό ήλιο λίγο πριν τους τα διαλύσει όλα ο Τομ Ρίπλεϊ. Δεξιά: Όμορφες μέρες στο Ναύπλιο. Η Joan Leigh Fermor και η παρέα της απολαμβάνουν τον ελληνικό ήλιο. Φωτογραφία από την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Φωτογραφική Συλλογή. Joan Leigh Fermor, Εδιμβούργο. © Joan Leigh Fermor Estate
Αριστερά: Όμορφες μέρες στο Mongibello. Η Μαρτζ και ο Ντίκι (Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζούντ Λο) απολαμβάνουν τον ιταλικό ήλιο λίγο πριν τους τα διαλύσει όλα ο Τομ Ρίπλεϊ. Δεξιά: Όμορφες μέρες στο Ναύπλιο. Η Joan Leigh Fermor και η παρέα της απολαμβάνουν τον ελληνικό ήλιο. Φωτογραφία από την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Φωτογραφική Συλλογή. Joan Leigh Fermor, Εδιμβούργο. © Joan Leigh Fermor Estate

 

Από τον Τομ Ρίπλεϊ στην Joan Leigh Fermor. Μπορεί κανείς να αγαπήσει την ταινία «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» και για άλλους λόγους, όχι μόνο για τη δαιμονική πλοκή ή τον τόσο γνώριμο σε πολλούς χαρακτήρα του Τομ Ρίπλεϊ. Το άτυχο ζευγάρι της Μαρτζ και του Ντίκι Γρίνλιφ με κρατάει μπροστά στην οθόνη αυτήν τη φορά, καθώς την ανακαλύπτω σε ένα ξεχασμένο αρχείο στα βάθη του υπολογιστή μου.

 

Αυτοί οι δύο πλούσιοι Αμερικανοί που δραπετεύουν στον αγνό ιταλικό Νότο και περνούν τις μέρες τους στο γραφικό Mongibello είναι ένα είδος ταξιδιώτη που δεν υπάρχει πια. Ανήκουν στο κύμα των «πολιτισμένων Δυτικών» που μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες έβρισκαν καταφύγιο στα «ανέγγιχτα» μέρη του κόσμου, αυτά που επέτρεπαν την ελεύθερη, μποέμικη (πόσο πιο ωραία ακούγεται το bohemian από το μποέμικη!) ζωή και τις ανακαλύψεις.

 

Πολύ συχνά θα διαβάσεις ότι «δεν χωρούσαν στον στενό και περιορισμένο κόσμο της Δύσης, ήταν ελεύθερα και ανήσυχα πνεύματα» − ίσως και να ήταν έτσι. Ίσως πάλι να ήταν απλώς πλουσιόπαιδα που είχαν την άνεση να κάνουν ό,τι γουστάρουν και τι πιο ωραίο από τα ταξίδια και τις διακοπές σε απάτητα μέρη, ειδικά όταν όλο αυτό μπορούσε να συνδυαστεί και με καλλιτεχνική δημιουργία.

 

Στην ταινία η Μαρτζ γράφει κάποιο μυθιστόρημα, ενώ ο Ντίκι περνάει τις μέρες του ακούγοντας τζαζ, κολυμπώντας ή κάνοντας απολύτως τίποτα. Οι ενδυματολόγοι Αν Ροθ και Γκάρι Τζόουνς και οι σκηνογράφοι Ρόι Γουόκερ και Μπρούνο Τσέσαρι έφτιαξαν ένα ονειρικό σύμπαν για να δράσουν οι ήρωες της Χάισμιθ. Με το ανεπιτήδευτο ντύσιμο του «αθόρυβου» πλούτου, πανέμορφοι, κοιμούνται, ξυπνούν και πίνουν ντράι μαρτίνι σε έξοχα δωμάτια με λευκές καμάρες και θέα το γραφικό λιμανάκι, έργα τέχνης στους τοίχους και παραδοσιακά κεραμικά, περίκλειστους καταπράσινους κήπους και όμορφα μπαλκόνια − ένας τέλειος κόσμος.

 

Όσο παρακολουθώ την ταινία, σκέφτομαι τόσους και τόσους που έκαναν την Ελλάδα σπίτι τους σε αντίστοιχες χρονικές περιόδους και φέρνω στο μυαλό μου τα έργα και τη ζωή του Τζον Κράξτον αλλά και τις φωτογραφίες από τη μοναδική έκθεση της Joan Leigh Fermor στο Μουσείο Μπενάκη. Ο Κράξτον, όπως η Fermor (και τόσοι άλλοι), είχε ερωτευτεί την Ελλάδα.

 

Εγκατέλειψαν τις χώρες τους και έζησαν εδώ με μια επιθυμία να ανακαλύψουν και να δουν αυτό το άσπιλο κομμάτι γης πριν τους προφτάσουν οι υπόλοιποι. Άφησαν πίσω τους ένα έργο που καταγράφει την όμορφη χώρα μιας περασμένης εποχής όπου όλα ήταν ήσυχα, φωτεινά και αγνά. Τουλάχιστον, έτσι όπως την έβλεπαν και την έζησαν εκείνοι.

 

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες της Fermor, διαπιστώνεις τον σεβασμό της απέναντι στους κατοίκους αλλά και το τοπίο της Ελλάδας. Οι φωτογραφίες προσωπικών στιγμών δεν απέχουν πολύ από τη ζωή του Ντίκι και της Μαρτζ. Η Joan και η παρέα της ήξερε να ζει καλά και είχε το γούστο να το εφαρμόσει στην εντέλεια, χωρίς να επεμβαίνει με κραυγαλέο τρόπο στο τοπίο και στον τρόπο ζωής της χώρας. Το βλέπεις στις φωτογραφίες ξεγνοιασιάς και γλεντιού στο ονειρεμένο σπίτι της Καρδαμύλης.

 

Χωρίς να λέω ότι η Μαρτζ και ο Ντίκι είναι ίδιοι με τους Φέρμορ ή τον Κράξτον, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πως η Χάισμιθ και στη συνέχεια όλοι όσοι έπρεπε να μεταφέρουν στην οθόνη αυτούς τους χαρακτήρες άντλησαν πολλά από τέτοια πρόσωπα. Και πολύ καλά έκαναν, γιατί κάτι τέτοιες άχαρες μέρες οι ζωές τους μας ανοίγουν ένα παράθυρο σε κόσμους που δεν υπάρχουν πια.

 

Η έκθεση συνεχίζεται μέχρι τις 21 Οκτωβρίου και αξίζει πραγματικά την προσοχή σας.

 

Δεξιά: χτένια με λαθολέμονο αχινού στο Ω3. Αριστερά: κάθε νύχτα είναι μια σωστή στιγμή να φωτογραφίζεις καλαμιές, όταν είσαι στο νησί.
Δεξιά: χτένια με λαθολέμονο αχινού στο Ω3. Αριστερά: κάθε νύχτα είναι μια σωστή στιγμή να φωτογραφίζεις καλαμιές, όταν είσαι στο νησί.

 

Ένα από τα αγαπημένα μου εστιατόρια. Έχουν δίκιο όλοι όσοι υποστηρίζουν πως ο Σεπτέμβρης είναι ο καλύτερος μήνας για τις Κυκλάδες. Είναι το φως που μαλακώνει; Είναι τα μέρη που έχουν όσους αντέχουν; Είναι η ένταση της προσμονής που έχει χαμηλώσει κι έτσι βλέπεις τα πράγματα γι’ αυτό που είναι; Όπως και να έχει, χθες διασχίσαμε την Πειραιώς με μηχανάκι μέσα στην καταιγίδα, μπήκαμε στο «γρήγορο» και τρεις ώρες μετά (οι μισές σε συννεφιασμένο πέλαγος, οι άλλες κάτω από έναν ροζ ουρανό που ο Τέρνερ θα εκτιμούσε δεόντως) βρεθήκαμε στην πάντα γλυκιά Σίφνο. Το μαύρο σύννεφο σταματούσε ακριβώς πάνω από το λιμάνι, το βράδυ βλέπαμε και το τελευταίο αστέρι στον καθαρό ουρανό.

 

Στη Σίφνο βρίσκεται ένα από τα αγαπημένα μου εστιατόρια στην Ελλάδα. Δεν λέω κάτι πρωτότυπο, όσοι καλοφαγάδες έχουν κάνει τη βόλτα τους από το νησί έχουν περάσει από τους πάγκους του Ω3 κι έχουν δοκιμάσει τα απίθανα πιάτα του που ισορροπούν στην εντέλεια τη δημιουργικότητα με τη νοστιμιά και τη σιγουριά στις γεύσεις και την τεχνική.

 

Τον Σεπτέμβριο «ησυχάζει» και το Ω3 από τον πανικό του Αυγούστου, βρίσκει κανείς πιο εύκολα θέση στους πάγκους και μπορεί να απολαύσει τα πιάτα του σεφ Γιώργου Σαμοΐλη όπως τους αξίζει. Κι αν συνήθως βαριέμαι να διαβάζω μακροσκελείς καταλόγους εστιατορίων, εδώ όλα μου φάνηκαν τόσο ενδιαφέροντα που τον μελέτησα ξανά και ξανά, αφού κάθε πρόταση έμοιαζε καλύτερη από την προηγούμενη.

 

Άψογα σεβίτσε διαδέχονται τα βλίτα με το γαύρο, τον βασιλικό κάβουρα σε κονσομέ κωλοχτύπας, το κριθαράκι με την καραβίδα, ενώ τα χτένια με το λαδολέμονο αχινού και τα τσιπς παντζαριού είναι με διαφορά ένα πιάτο που θα κάνω πολύ καιρό να ξεχάσω. Το σορμπέ φραγκόσυκου (η μία από τις τρεις προτάσεις για γλυκά) είναι η αποθέωση της ιδέας που λέει πως, για να μαγειρέψεις, πρώτα κοιτάς να το κάνεις με ό,τι έχεις γύρω σου.

 

Γράφοντας αυτά, σκέφτομαι για άλλη μια φορά πως οι σωστές, προσγειωμένες ιδέες δεν θα πάψουν ποτέ να βρίσκουν φανατικό κοινό. Θα ερχόμουν σε αυτό το νησί ξανά μόνο για να ξαναφάω στο Ω3. Οk, και για λίγα ακόμα πράγματα, αλλά αυτά μια άλλη φορά.