Αν δεν είναι στο Instagram δεν το τρώω

Τα social media επηρεάζουν αυτό που θέλουμε να τρώμε σε ανησυχητικό βαθμό

Το φαγητό θα δείχνει νόστιμο ακόμα κι αν δεν είναι. Το φαγητό πρέπει να δείχνει απλώς όμορφο, ακόμα κι αν δεν είναι. Σημαντικά στοιχεία: το χρώμα, η ζωντάνια, η δραματικότητα της λήψης, η αρτιότητα της εικόνας που, είναι συνήθως στημένη και σκηνοθετημένη στην εντέλεια, ακόμα κι αν μοιάζει χαλαρή. Τα μπέργκερ γίνονται τριπλά, τα τυριά ξεχειλίζουν μέσα από τα καλογυαλισμένα μπιφτέκια σαν χείμαροι από πηχτό κίτρινο υγρό, οι σάλτσες είναι κατακόκκινες, ενώ τα ψωμάκια γυαλίζουν σαν κοσμήματα. Εικονογράφηση: Athenean Sailor/ LIFO
Το φαγητό θα δείχνει νόστιμο ακόμα κι αν δεν είναι. Το φαγητό πρέπει να δείχνει απλώς όμορφο, ακόμα κι αν δεν είναι. Σημαντικά στοιχεία: το χρώμα, η ζωντάνια, η δραματικότητα της λήψης, η αρτιότητα της εικόνας που, είναι συνήθως στημένη και σκηνοθετημένη στην εντέλεια, ακόμα κι αν μοιάζει χαλαρή. Τα μπέργκερ γίνονται τριπλά, τα τυριά ξεχειλίζουν μέσα από τα καλογυαλισμένα μπιφτέκια σαν χείμαροι από πηχτό κίτρινο υγρό, οι σάλτσες είναι κατακόκκινες, ενώ τα ψωμάκια γυαλίζουν σαν κοσμήματα. Εικονογράφηση: Athenean Sailor/ LIFO

 

Την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο, το hashtag #foodporn στο Instagram απαριθμεί 158.208.991 αναρτήσεις. To #foodie, 88.247.184, ενώ σε παρόμοια αριθμητικά ύψη θα βρείτε σε όλα τα hashtags που περιέχουν τη λέξη food. Το φαγητό ως εικόνα είναι πλέον ένα εργαλείο επικοινωνίας, μια μεγάλη «λέσχη» ανθρώπων που θέλει να καταγράφει αυτό που τρώει. Τη μεγάλη αυτήν τάση τη διαπιστώνεις ακόμα κι αν κοιτάξεις γύρω σου σε ένα εστιατόριο. Οι πιθανότητες είναι πως κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια του γεύματος, οι περισσότεροι επισκέπτες ενός εστιατορίου θα φωτογραφίσουν το φαγητό τους. Ας μην μπούμε στη διαδικασία να αναρωτηθούμε γιατί να θέλει κάποιος να φωτογραφίσει αυτό που τρώει. Για ποιον λόγο φωτογραφίζουμε τις πατούσες μας ή για ποιον λόγο βγάζουμε δεκάδες φωτογραφίες του εαυτού μας; H γνώμη μου είναι πως η επιστήμη έχει πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να χαρτογραφήσει και να εξηγήσει τις νέες διαδικτυακές μας συνήθειες. 

 

Ας δούμε, λοιπόν, τι είναι αυτό που φωτογραφίζουμε όταν φωτογραφίζουμε το φαγητό μας. Πρόκειται συνήθως για την πιο glossy, ποπ, ιδανική μορφή φαγητού που μπορείς να φανταστείς. Οι φωτογραφίες του φαγητού συνήθως φωνάζουν (με τον ίδιο τρόπο που φωνάζουν και οι selfies μας) πως «είναι τέλειο». Η αλήθεια δεν έχει καμία σημασία στη διαδικασία αυτή. Το φαγητό θα δείχνει νόστιμο ακόμα κι αν δεν είναι. Το φαγητό πρέπει να δείχνει απλώς όμορφο, αυτός είναι ο σκοπός. Σημαντικά στοιχεία: το χρώμα, η ζωντάνια, η δραματικότητα της λήψης, η αρτιότητα της εικόνας που, είναι συνήθως στημένη και σκηνοθετημένη στην εντέλεια, ακόμα κι αν μοιάζει χαλαρή. Τα μπέργκερ γίνονται τριπλά, τα τυριά ξεχειλίζουν μέσα από τα καλογυαλισμένα μπιφτέκια σαν χείμαροι από πηχτό κίτρινο υγρό, οι σάλτσες είναι κατακόκκινες, ενώ τα ψωμάκια γυαλίζουν σαν κοσμήματα. Τα παγωτά είναι τεράστια, διακρίνονται οι υφές, τα φρούτα, η σοκολάτα στάζει ηδονικά πάνω στο παγωμένο γλυκό, η σαντιγί είναι αληθινά πανέμορφη. Δεν πρόκειται για στιγμιαίες φωτογραφίες. Πρόκειται για καλά μελετημένες λήψεις που γίνονται με προσοχή και γνώση. Η δουλειά αυτή παίρνει χρόνο και δεν γίνεται ιδιωτικώς αλλά στο τραπέζι που τρώμε. Στο τέλος η φωτογραφία ανεβαίνει και τα likes έρχονται να δικαιώσουν τον φωτογράφο. Κάθε like απομακρύνει κάθε του ανασφάλεια και του υπενθυμίζει ότι ανήκει στη λέσχη των όμορφων, των καλών, του crowd. 

 

Οι χρήστες δεν ορίζουν μόνο την εικόνα στο μυαλό μας, επιβάλλουν και το τι θα τρώμε. Μπείτε στους λογαριασμούς των εστιατορίων και θα καταλάβετε τι εννοώ. Τα ίδια τα εστιατόρια διαμορφώνουν πια τα πιάτα που μαγειρεύουν αλλά και την εικόνα τους για να ταιριάζει με αυτήν του μεγάλου πλήθους. Και, φυσικά, δεν διαμορφώνουν απλώς τα πιάτα τους αλλά και τον κατάλογό τους ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής.

 

Θα μπορούσε, βέβαια, να πει κανείς ότι η τέχνη του να ομορφαίνεις το φαγητό στις φωτογραφίες δεν είναι κάτι καινούργιο. Τα περιοδικά μαγειρικής το κάνουν εδώ και δεκαετίες. Η εικόνα εξιδανικεύεται για να περάσει το μήνυμα σωστά και δυνατά. Στα glossy περιοδικά φαγητού τι δουλειά έχουν τα πιάτα που δεν αστράφτουν; Πώς θα γίνει η φαντασίωση πράξη, αν το άρωμα του εδέσματος δεν φτάνει να περάσει από το χαρτί στο μυαλό του σπιτικού μάγειρα; Πώς θα το μαγειρέψεις ή θα το φας, αν δεν είναι τέλειο στο μυαλό σου;

 

Στη νέα εποχή, όμως, η εξιδανίκευση της εικόνας του φαγητού έχει περάσει από το food stylist ενός περιοδικού στα χέρια εκατομμυρίων χρηστών. Οι χρήστες δεν ορίζουν μόνο την εικόνα στο μυαλό μας, επιβάλλουν και το τι θα τρώμε. Μπείτε στους λογαριασμούς των εστιατορίων και θα καταλάβετε τι εννοώ. Τα ίδια τα εστιατόρια διαμορφώνουν πια τα πιάτα που μαγειρεύουν αλλά και την εικόνα τους για να ταιριάζει με αυτήν του μεγάλου πλήθους. Και, φυσικά, δεν διαμορφώνουν απλώς τα πιάτα τους αλλά και τον κατάλογό τους ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Τα μπέργκερ μεγαλώνουν, τα αυγά κάθονται πάνω σε κάθε, μα κάθε φαγητό, τα γλυκά γίνονται πολύ ψηλά, οι μπριζόλες, ξεδιάντροπα μεγάλες, φιλετάρονται στα τραπέζια.

 

Το βιβλίο του River Cafe είναι ένα θαύμα γραφιστικής φυσικά. Οι φωτογραφίες είναι σχεδον σοκαριστικές. Δεν γίνεται καμία απολύτως προσπάθεια να «ωραιοποιηθεί» το κάθε πιάτο. Είναι καλοφωτισμένες (λευκό φως, λευκό φόντο), καλοστημένες, αλλά δεν δείχνουν τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι στ’ αλήθεια το φαγητό. Oι φωτογραφίες αντλήθηκαν από το βιβλίο "River Cafe 30: Simple Italian recipes from an iconic restaurant", Ebury Press.
Το βιβλίο του River Cafe είναι ένα θαύμα γραφιστικής φυσικά. Οι φωτογραφίες είναι σχεδον σοκαριστικές. Δεν γίνεται καμία απολύτως προσπάθεια να «ωραιοποιηθεί» το κάθε πιάτο. Είναι καλοφωτισμένες (λευκό φως, λευκό φόντο), καλοστημένες, αλλά δεν δείχνουν τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι στ’ αλήθεια το φαγητό. Oι φωτογραφίες αντλήθηκαν από το βιβλίο "River Cafe 30: Simple Italian recipes from an iconic restaurant", Ebury Press.

 

Το φαγητό προσπαθεί να αντεπεξέλθει στην εικόνα που τα social media δημιούργησαν γι’αυτό. Το κοινό είναι ικανοποιημένο, έτσι έχουμε πλήθος Instagram stories, αναρτήσεων, έναν νέο τρόπο προβολής. Δεν είναι ακριβώς αρνητικά όλα αυτά. Ειδικά όσον αφορά τις περιπτώσεις εστιατορίων και επιχειρηματιών που έχουν την ικανότητα να ακολουθούν τις νέες τάσεις, γνωρίζουν ωστόσο πολύ καλά την ευθύνη που έχουν απέναντι στο καλό φαγητό. Πρόκειται όμως για μια νέα τάση που διαμορφώνει κι αυτή με τον τρόπο της το τι τρώμε στην Αθήνα και όχι μόνο. Όλα γίνονται μεγαλύτερα, πιο χρωματιστά, πιο αρτιστίκ στα πιάτα, όχι απαραίτητα πιο νόστιμα. Μεγάλο κέρδος για την ποπ πλευρά της κουζίνας, μεγάλο το κόστος για πιο ταπεινά φαγητά, για την ελληνική κουζίνα δηλαδή.

 

Κλείνω με δύο πρόσφατες εμπειρίες. Το εστιατόριο River Cafe του Λονδίνου (που πλέον θεωρείται ένα από τα καλύτερα ιταλικά εστιατόρια στον κόσμο) γιόρτασε τρεις δεκαετίες λειτουργίας με έναν επετειακό τόμο με τις καλύτερες συνταγές του. Το βιβλίο είναι ένα θαύμα γραφιστικής φυσικά. Οι φωτογραφίες είναι σχεδον σοκαριστικές. Δεν γίνεται καμία απολύτως προσπάθεια να «ωραιοποιηθεί» το κάθε πιάτο. Είναι καλοφωτισμένες (λευκό φως, λευκό φόντο), καλοστημένες, αλλά δεν δείχνουν τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι στ’ αλήθεια το φαγητό. Θυμάμαι εντόνως ένα χοιρινό ψημένο σε γάλα. Όσοι έχουν μαγειρέψει αυτό το πιάτο ξέρουν πως η θεϊκή του γεύση δεν έχει καμία σχέση με την όψη του. Ένα κομμάτι κρέας που περιβάλλεται από γάλα που έχει κόψει, και λίπος. Αυτό ακριβώς είναι και η εικόνα στο βιβλίο. Ένα κομμάτι χοιρινό που πλέει σε μια λίμνη από λίπος και στερεά γάλακτος, ενώ φλούδες λεμονιού κάθονται στην κορυφή του μαζί με δύο φύλλα φασκόμηλο. Το αντίθετο της αισθητικής Instagram, αλλά η αποθέωση αυτού που λέμε πίστη στη νοστιμιά και τίποτε άλλο.

 

Όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να κάνω τις πολύ νόστιμες αγκινάρες του κύριου Κώστα instagrammable.
Όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να κάνω τις πολύ νόστιμες αγκινάρες του κύριου Κώστα instagrammable.

 

Η δεύτερη εμπειρία συνέβη κάπου λίγο πιο ταπεινά. Στο αγαπημένο μου ταβερνάκι της Αθήνας η εποχή της αγκινάρας δοξάζεται πανηγυρικά. Συνήθως ο κύριος Κώστας μας ενημερώνει κιόλας. Την περασμένη εβδομάδα, λοιπόν, πήγαμε για αγκινάρες αλά πολίτα. Μπήκα στην κουζίνα να τις φωτογραφίσω έτσι όπως καθόντουσαν μέσα στο πράσινο λάδι, με τον άνηθό τους, υπέροχες, πεντανόστιμες. Οι φωτογραφίες ήταν εντελώς αποτυχημένες. Το λάδι ήταν τόσο πράσινο που σε απωθούσε, οι αγκινάρες σαν εντόσθια εξωγήινου. Η αποτυχία συνεχίστηκε και στο τραπέζι, τόσο με τις ψημένες αγκινάρες όσο και με μια θεία σαλάτα από ωμές αγκινάρες, φρέσκα κρεμμυδάκια και άνηθο. Δεκάδες λήψεις που καμιά δεν ανέβηκε στο Instagram γιατί δεν πληρούσε τα κριτήρια. Η γεύση τους όμως θα μου μείνει αξέχαστη μέχρι την επόμενη άνοιξη. Ίσως και να χρειάζεται, σκέφτομαι, μια επανάσταση «άσχημου» φαγητού στο Instagram απ’ όλους εμάς που εκτιμάμε ακόμα τη γεύση μιας αγκινάρας, ασχέτως της εικόνας της.