Καλοκαίρι

 

Ο Ήλιος σε Ινδικό πίνακα του 18ου αιώνα
Ο Ήλιος σε Ινδικό πίνακα του 18ου αιώνα

 

Η πρώτη φορά που χώνεις τα πόδια σου στη ζεστή άμμο / Εκείνα τα πρώτα τρία δευτερόλεπτα ντροπής όταν βγαίνεις με το μαγιώ στην παραλία. Άσπρο δέρμα, τα περιττά κιλά που δεν έφυγάν, όλη η μνήμη του χειμώνα που πρέπει να φύγει από το σώμα σου σε εκείνα τα τρία δευτερόλεπτα / Μετά, παγωμένο νερό, κύματα, άμμος στα μαλλιά / Το τρίπτυχο φράουλες-κεράσια-καρπούζι, αυτά δεν είναι φρούτα, αυτά είναι ο κόσμος όλος σε κάθε μπουκιά / Ο ήχος της παγωτομηχανής πάνω στον πάγκο της κουζίνας όταν ετοιμάζεις το πρώτο παγωτό της χρονιάς / Να δοκιμάσουμε σορμπέ σαγκουίνι σκέφτεσαι. Αλλά μέσα σου ξέρεις πως όσο υπάρχουν κεράσια θα ψάχνεις εκείνο το βαθυκόκκινο παγωμένο νέκταρ που είναι το σορμπέ κεράσι / Καμένες μύτες και μάγουλα από τον ήλιο / Κολοκυθανθοί γεμιστοί που δεν τους έφτιαξες εσύ και ήρθαν σε τάπερ από κάποιον που σε αγαπά και σε σκέφτεται. Αλήθεια, η χειρονομία του να στείλεις τάπερ σε κάποιον είναι η ύψιστη ένδειξη αγάπης και φιλίας. Για μένα και για όσους μόνο στέλνουν, ποτέ δεν παίρνουν /Η διαδρομή με το μηχανάκι προς Πετράλωνα και πίσω. Και πάντα να ρωτάς σαν παιδάκι «γιατί πάντα κάνει κρύο εδώ;» όταν περνάμε δίπλα από το λόφο / Παρφέ κρέμα στη Χαρά / Οι είκοσι σελίδες από το μυθιστόρημα που διαβάζεις κάθε πρωί στη βεράντα και το έχεις χρονομετρήσει έτσι ώστε να τελειώσει πριν πλακώσει ο ήλιος στο μπαλκόνι / Shakshuka και όχι καγιανά, με φρέσκο κόλιαντρο για γαρνιτούρα και ξύσμα λεμονιού / Οι ιβίσκοι. Όσοι κατάφερες να κρατήσεις στο μπαλκόνι σου και όσοι θα δεις στην πατρίδα σου. Εκεί που δεν είναι μικρά φυτάκια, αλλά μεγάλα δέντρα και θάμνοι-φράχτες / Mεσημέρι Σαββάτου σε καφενείο του κέντρου, να σε πλακώνουν τα τσίπουρα και οι ρακές και να σου αρέσει που θα κοιμηθείς ζαβλακωμένος από το αλκόολ κι ευχαριστημένος / Yπνοβασίες στο ψυγείο στις τρεις το χάραμα και επιδρομές στο καρπούζι / Άγρια ρόκα με τρεις σταγόνες λεμόνι / Φρεσκια τριμμένη ντομάτα, ρίγανη, αγουρέλαιο, ζυμωτό ψωμί και λίγο αλάτι / Σύκα. Σκέτα, με λευκό μαλακό τυρί, με μέλι, με προσούτο, όπως και να είναι, το πιο παράξενο φρούτο της φύσης, μία από τις πιο ηδονικές τροφές / Ψάρι ψητό στα ελάχιστα μαγαζιά της πόλης που ακόμα μπορούν να σερβίρουν αληθινά ψάρια, με λίγα χόρτα στην άκρη, ούτε λεμόνι, ούτε λάδι, να γεύεσαι τη θάλασσα / Βερίκοκα, ροδάκινα, που στο νησί μου τα λέμε χρυσόμηλα / Βανίλιες, που στο νησί μου τις λέμε φορμόζες / Και σταφύλια. Και βόλτες σε αμπέλια, αν μπορείς / Οι Χώρες των νησιών / Η Χώρα της Αστυπάλαιας / Έμαθες μετά από χρόνια να εκτιμάς τη σπανιότητα των κυκλάδων. Εσύ που μισούσες τα ξερά τοπία, τώρα τα αγαπάς επειδή έμαθες να τα κοιτάς σωστά. Να τα βλέπεις / Η αγωνία αν θα προλάβεις τα αμπελοφάσουλα ή αν θα σ' τα πάρουν άλλοι στην ταβέρνα του χωριού / Τάρτες με φρούτα του δάσους / ροδάκινα στον φούρνο με παγωτό / Μαχαλεμπί με φιστίκι Αιγίνης και γλυκό τριαντάφυλλο / Το απλούστατο, αλλά εξαιρετικό δείπνο που ετοίμασες χωρίς να βράσεις ή να ψήσεις οτιδήποτε, που είναι όμως το πιο βασιλικό πράγμα που μπορείς να σκεφτείς και που, φυσικά, η προσπάθεια για να το σχεδιάσεις και οι βόλτες που έκανες στα μπακάλικα, στα μανάβικα, στους φούρνους και στα ζαχαροπλαστεία ήταν ισότιμες με τρεις μέρες σκληρής μαγειρικής / Τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια στο μπαλκόνι να φωτίζουν τα πρόσωπα των φίλων σου / τα τραπέζια στη μηκρή βεράντα που μας χωράει τόσο όσο/ σεμιφρέντο / μελιτζάνες με ντομάτα, σκόρδο και βασιλικό / κρύα λαδερά / βασιλικός και δυόσμος παντού / ντομάτες παντού / καυτερές πιπεριές παντού / χταπόδι στα κάρβουνα ή καρπάτσο / πότισμα με λάστιχο, ξυπόλυτος, παντελόνια, βρακιά, μπλούζες, όλα βρεγμένα και η δροσιά που προκύπτει μέσα από τα βρεγμένα μπετά και τα ραντισμένα γεράνια / φασολάκια / γεμιστά / τα ξαφνικά πηγαινέλα στο λιμάνι του Πειραιά κάθε Σ/Κ / εκείνα τα τηλεφωνήματα μες τη νύχτα από τους φίλους σου. Όλα καλά; Θα έρθεις στο νησί; Δεν μας πεθύμησες;
/ Ο γάτος που κοιμάται στις γλάστρες / ο γάτος που ζαλίζεται απ' τη ζέστη / Πρώτο καλοκαίρι χωρίς τη γάτα / Ο ακάλυπτος, οι συνομιλίες των άλλων που ακούς άθελά σου, οι σκιές των σωμάτων που βλέπεις στα απέναντι σπίτια να διασχίζουν ημίγυμνες ένα διάδρομο, μια κουρτίνα που την παίρνει απαλά ο αέρας / Όσα μαγειρεύονται στις άλλες κουζίνες / οι πικροδάφνες στις άκρες των δρόμων / Η αιώνια ιστορία μ' εκείνη τη βόλτα στην Ακρόπολη που λέμε να κάνουμε, αλλά ποτέ δεν γίνεται / Η καθιερωμένη αυγουστιάτικη βόλτα στο Αρχαιολογικό που πάντα γίνεται μεσημέρι Σαββάτου, εμείς και κάτι Αμερικάνοι ξέμπαρκοι που βρέθηκαν σε αυτή την πόλη λίγο πριν από την Ίο / η τελευταία νύχτα στο νησί / Το ξημέρωμα στον Πειραιά / Κυριακή μεσημέρι στο σπίτι, που έχεις ξεκόψει και δεν έχεις πάει για μπάνιο, που η ησυχία της γειτονιάς είναι τρομακτική και σέξι μαζί / Τα θερινά / Η υγρασία της πατρίδας μου το βράδυ, το χάραμα / Σαγιονάρες, παντόφλες, μακό, ψάθες, ελαφριά αρώματα, χαμηλά ολσταράκια, παρεό/ Σκοτεινά δωμάτια / Λευκά σεντόνια / Βρεγμένα μαλλιά / Ηλιοβασιλέματα / Η πικρή διαπίστωση πως το καλοκαίρι είναι η εποχή της νιότης. Και κάθε καλοκαίρι που ξοδεύεις, φεύγει ανεπιστρεπτί /  Η ευγνωμοσύνη για τα χρώματα, τον ουρανό, τη θάλασσα / Που και φέτος θα περάσουμε μαζί κι αυτό το καλοκαίρι.