Το προσωπικό, ιδιωτικό μου τρολ

Όταν άνοιξαν τα πρώτα μπλογκ, είχα ζήσει μια πολύ παράξενη και δυσάρεστη εμπειρία ψηφιακού μπούλινγκ. Από μια σύμπτωση ανακάλυψα ότι προερχόταν από ένα γνωστό μου πρόσωπο. Είχα γράψει τότε αυτό το κομμάτι στην «Ελευθεροτυπία», με τίτλο «Πίσω απ' τις γρίλιες», προσθέτοντας παραπλανητικά στοιχεία για να μη καταλάβει κανείς περί ποίου πρόκειται.

Τώρα, δεν έχουμε μπλογκς, αλλά έχουμε το facebook. 

 

 

 

 

Χώνει λίγο έτσι το δαχτυλάκι στη γρίλια και φέρνει κοντά τo διεσταλμένο μάτι. Να δει. Να με δει. Στη σιωπή του κλειστού δωματίου της, που μυρίζει τσίκνα (μόλις έψησε τα μπιφτέκια των παιδιών) και φωτίζεται από το σπινθηρισμό της τηλεόρασης, κοντανασαίνει. Κοιτάει. Λαίμαργα. Αχόρταγα. Το βλέφαρο γλείφει νευρικά την κόρη, ο βολβός τινάζεται σα νευρόσπαστο πάνω από τις σακούλες της αϋπνίας, περιμένοντας. Να δει. Εμένα! Που είμαι με το σώβρακο και ποτίζω τις γλάστρες. Και με ένα φίλο πίνουμε μπίρες και λέμε μαλακίες. 

 

Μια μέρα θα πάρει κομπιούτερ. Κι όλα θα γίνουν πιο εύκολα. Πιο επιστημονικά και πιο γελοία. Δεκάδες διαφορετικά e-mail, δεκάδες ψευδώνυμα, μια ψύχωση -με τις ώρες μπροστά στην οθόνη, θα αλλάζει ύφος, πότε κεφαλαία, πάτε μικρά. Πότε επί όρους ομιλία, πότε Ιερεμιάδα. Τα παιδιά θα κλαίνε. Θα με βομβαρδίσει. Απειλές, χτυπήματα κάτω από τη μέση, μέχρι για την κηδεία του πατέρα μου θα γράψει. Σκουλήκια θα έρπουν στο νεροχύτη της. Αυτή εκεί. Θα ιδρώνει στο σκοτεινό δωμάτιο, θα μάθει να στέλνει ακόμα και ιούς. Χαράματα, θα στέλνει πορνογραφικές εικόνες, μαζί με ασυναρτησίες -μάλλον πιωμένη.

 

Μια εποχή που θα κάνω μια λάθος κίνηση, επαγγελματική, θα αφηνιάσει. Δικαιωμένη! Ενα κρεσέντο στρεψοδικίας που θα στηρίζεται σε μια σωστή παρατήρηση. Η διύλισις του κώνωπος και οι καμήλες να περνούν από το μάτι της βελόνας. Θα γράφει αφιονισμενη, άλουστη. Το βράδυ, όταν βγαίνει, θα κάνει την άνετη, το τυπάκι. Απλώς αν τύχει κι έρθει η κουβέντα (που πάντα έρχεται!) θα λέει για μένα κάτι ηπίως μουλωχτό. Ναι καλός είναι, αλλά μήπως παλιά ήταν καλύτερος; Και θα βιάζεται να γυρίσει στο μικρό της βάλτο. Με τα νεκρά παιδιά. Τα άπλυτα πιάτα. Τα χαμένα όνειρα. Τον άντρα που τη φιλά κάθε Πεντηκοστή. Να κάτσει στο κομπιούτερ της. Και να κολλήσει σαν τσίχλα πάνω στις έμμονες ιδέες της. Στη νοσηρή φωλιά της. 

 

Στην αρχή δεν ξέρω τι μου γίνεται. Μια επίθεση, την καταλαβαίνω. Ακόμα και πισώπλατη. Αλλά να ασχολείται κάποιος νυχθημερόν ακόμη και με μια χαζομάρα μου, σχεδόν με τρομάζει. Σιγά σιγά, οι διαφορές στο ύφος λειαίνονται. Ολα τα hate-mail έχουν πια την ίδια γλώσσα, τα ίδια επιχειρήματα, την ίδια δομή. Οι δέκα stalkers μου γίνονται ένας. Που με κοιτά πίσω από τις γρίλιες. Σχεδόν ακούω την ανάσα του.

 

 

 

Και μια μέρα κάνει το μοιραίο λάθος. Μου στέλνει ένα από τα τυπικά της ραβασάκια με ένα άλλο e-mail της. Που τυχαίνει να αναγνωρίζω. Ακριβώς όπως στο «Ανθρώπινο Στίγμα» του Ροθ. Είναι ένα πρόσωπο που ξέρω. Πριν από χρόνια συμπέσαμε στη δουλειά. Γλυκό κορίτσι, λίγο αμήχανο, αλλά χωρίς ταλέντο. Για ένα διάστημα προσπάθησε να ορθοποδήσει στα χειρότερα media, σχεδόν λούμπεν, έγραψε φριχτές ανοησίες, κακόπαθε, τα παράτησε. Μετά παντρεύτηκε, την έχασα, δεν ήξερα ότι με παρακολουθεί πίσω απ’ τις γρίλιες.

 

Και δεν ξέρω τι να κάνω! Στην αρχή πέφτω απ’ τα σύννεφα, μετά λέω «δεν θέλω να ασχολούμαι με την αρρώστια της», στο τέλος τη λυπάμαι. 

 

Ετσι αποφασίζω να την αφήσω στη μανία της. Και να κοιτάξω τη δουλειά μου. Τη ζωή μου. Μέχρι να κουραστεί η καρδιά της, να ατροφήσει η πίκρα της, να καεί το υπέρκομψο κομπιούτερ της, στο οποίο δεν αξιώθηκε να γράψει ποτέ όσα ονειρεύτηκε, μόνο καμιά διακοσαριά συφιλιδικά e-mail. Μέχρι που ανακαλύπτω ότι έφτιαξε και blog! Οπως η Αριάννα Στασινόπουλος -αλλά με ψευδώνυμο! Και με βρίζει πάλι. Με τις ίδιες εκφράσεις. Τα ίδια επιχειρήματα. Σίγουρη πια ότι τα χρόνια πέρασαν, και το παιχνίδι χάθηκε. Κι ότι εγώ δεν θα καταλάβω ποια είναι.

 

Αλλά καταλαβαίνω. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι Αμερική, είναι χωριό. Για έναν ρωτάς και τους μαθαίνεις όλους. Κι αφότου έμαθες, δεν θέλεις πια να τους ξαναδιαβάσεις. Οπως παλιά τον αποδυτηριάκια. Γιατί ξέρεις καλά τι κόλαση ζουν. Κι ούτε σε ενοχλεί ο μπλόγκερ Νυχτολούλουδο που σε διαβάλλει εργολαβία, με δεκαπέντε ψευδώνυμα. Γιατί θα τον δεις μια μέρα στο δρόμο, θα τον χαιρετήσεις με το πιo χτυπητό nickname του και θα κοκκινίσει. Γιατί είναι παλιός σου φίλος! Και το κορίτσι αυτό που είναι η πιο διαπρύσια διώκτις σου, φυσικά το ξέρεις. Μένει απέναντι. Και σε κοιτάει διαρκώς πίσω απ' τις γρίλιες.

 

Θα της χτυπήσω κάποια μέρα το κουδούνι. Ηρθα για τα χαλιά, θα της πω. Εκείνη θα ακούσει για τα χάλια. Ποια χάλια; θα πει. Θα της πω, είμαστε γείτονες, το ξέρεις; Είναι ευκαιρία να τα λέμε πού και πού. Θα διασχίσουμε το έλος -από την άλλη όχθη της γρίλιας, πρώτη φορά. Νεροφίδες θα σφίγγουν λασπωμένες τα καλώδια, κρωγμοί, υγρή αποπνιξία. Ενα ποταμάκι βούρκου θα κυλάει απ’ το γραφείο, θα ζώνει τη σαλοτραπεζαρία και θα ξεχύνεται στο μπαλκονάκι με τους φίκους. Ο άντρας κρεμασμένος απ’ τον πολυέλαιο. Τα παιδιά κομματιασμένα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Η οθόνη αναμένη, θα σφύζει περιμένοντας. Θα πάμε στην κουζίνα -εκεί πάνε οι εραστές, θα μου βάλει ένα νεροπότηρο πόρτο, όπως παλιά, θα τα πούμε, θα γελάσουμε. Σα να μην υπάρχει ο βάλτος δίπλα. Σα να ’ναι οι γρίλιες ψηλά. Τα δωμάτια στο φως. Η σύντομη ζωή γλυκιά για όλους. Θα τη φιλήσω και θα φύγω. Και από τότε δεν θα ανάψει το κομπιούτερ της ποτέ πια #not.