πουρδουκούμαρου 
(Ο, ουδ)/purdukumaru/: σπουδαιοφανής. "Μή-ντουν ακους αυτό του πουρδουκούμαρου. Ούλα τα ξέρ τσι τίπουτα δε νουγά". [αρχ. πορδ(ή) + -ο- + κουμάρ(ι) + -ο-. Η σημασιολογική εξέλιξη σχετίζεται με το ότι ένας σπουδαιοφανής είναι κανονικά και ασήμαντος. Το πορδή στη ΝΕ χρησιμοποιείται καί με  τη σημ. "μικρή, ασήμαντη, αμελητέα ποσότητα", ενώ και το κουμάρι είναι ένα απλό πήλινο αγγείο].

 

― Ελληνική ετυμολογία, του Ινστιτούτου Νοεοελληνικών σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 20017, σελ. 299