Των γυναικών του Κωνσταντή

Ένα κουρσάρικο γραπτό του Μάριου Χατζηπροκοπίου που εμβαπτίζει  την queer αισθητική στο νάμα της παράδοσης -ελληνικής και ινδικής

 

Μα αφού είν' της μοίρας να χαθώ, μη φύγω δίχως χάδι... Λεπτομέρεια περσικής μινιατούρας του 1575
Μα αφού είν' της μοίρας να χαθώ, μη φύγω δίχως χάδι... Λεπτομέρεια περσικής μινιατούρας του 1575

 

Πολέμαγαν ασκέρια δυο, κανένα δε νικούσε.

 

Χρόνους εννιά πολέμαγαν, μυριάδες τα κουφάρια
στους δέκα σκίστηκεν η γη. Ακούστηκε μαντάτο:

- Για να τελέψει ο σκοτωμός, για να σωθούν τ’ αγόρια
στους τρεις αρχιπολεμιστές, έναν θα αρπάξει ο Χάρος.

 

Σαστίζει ο πρώτος: - Τη γριά τη μάνα πού θα αφήσω;
Ο άλλος κλαίει: - Εφτά παιδιά πώς θε' να τ’ αναστήσω;
Κι ο Κωνσταντής, ο πιο μικρός, Θέλει να μαρτυρήσει.

 

Φωνάξανε τα λούλουδα: - Εσύ να γίνεις στάχτη;
που 'σαι της νύχτας η φωτιά, της μέρας π δροσούλα;

Φωνάξανε τα σύγνεφα: - Εσύ καπνός να γένεις;
που 'σαι ώριος καβαλάρης μας κ εμείς τ'αλόγατά σου;

Φωνάξανε τα χώματα: - Εσένα θα σε φάμε
να μη λουζόμαστε άλλο πια στων αγοριών το γαίμα.

Κι ανοίξανε στο μπόι του, για να τον καταπιούνε

 

Ο Κωνσταντίνος γέλασε - Τα νιάτα μου, χαλάλι
Μα αφού είν' της μοίρας να χαθώ, μη φύγω δίχως χάδι
μην γίνω λάσπη ανέγγιχτος, χωρίς να νοιώσω αγκάλη.
Απόψε αν με παντρέψετε, απόψε αν πρωτοσμίξω
λαβώστε με το χάραμα και με τον Χάρο ας σμίξω.

 

Τελάλης βγήκε στα χωριά, σέρνει φωνή μεγάλη:

- Νύφη του αρχιπολεμιστή, ποιας της βαστάει να γένει;
Θα’χει τη δόξα αμάραντη, τα πλούτη ως ν’ αποθάνει.

 

Τ' ακούσαν οι ανύπαντρες, τ' ακούν οι ορφανεμένες
τ' ακούν μανάδες με μωρά, χήρες πα' στον ανθό των
νύφη του μελλοθάνατου καμιά δε θε να γένει.

 

Φτάνει ως τα σύννεφα η φωνή, δακρύζουνε τα ουράνια
δακρύζει ο Θιος κι η Παναγιά, δακρύζει κι ο Άη Γιώργης
τον Κωνσταντάκη αγάπαγε μα δεν το μολογούσε

 

Το μαύρο του ελησμόνησε, πέταξε το κοντάρι
λησμόνησε το δράκοντα, στον Κωνσταντίνο τρέχει
γδύνεται την αρματωσιά, μες στη φωτιά την καίει
βάφει τα χείλη βυσσινιά, τα δυο βυζά φουσκώνει
χτενίζει τα σγουρά μαλλιά, νύφη και περιστέρα
γλυκοφιλάει τον άντρα της, στον κόρφο του πλαγιάζει.

 

Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,
και προς τα ξημερώματα σαν τ'άγρια πουλάκια

 

Πηδάει το αίμα τ'Αη Γιωρκού τη σκοτεινιά ποτίζει
πιο γλήγορα ξημέρωσε, λιγοθυμούν τ' αοτέρια
χλωμό το φως της χαραυγής, αστράφτει το μαχαίρι
ο Κωνσταντής ψυχορραγεί κι ο Άη Γιώργης κλαίγει.

 

Τελεύγει το θανατικό, οι δυο λαοί μονιάζουν
τον σκοτωμένο προσκυνούν, της γης τον αντρειωμένο.

 

Και κάθε χρόνο, τη νυχτιά που ο Κωνσταντής λαβώθη
στης άνοιξης το σκίρτημα, στο έμπα του Απρίλη
από τη χώρα ολάκερη φτάνουν προσκυνητάδες.

 

Τα δασωμένα γένια των φράγκικα τα ξουρίσαν
λησμόνησαν τους μαύρους των, στον Κωνσταντή ταχτήκαν
πετάνε τες αρματωσιές, μες στη φωτιά τες ρίχτουν
βάφουν τα χείλη βυσσινιά, τα δυο βυζά φουσκώνουν
χτενίζουν τα σγουρά μαλλιά, στολίζονται νυφούλες
στ' αντρειωμένου παν τη γη, να τον στεφανωθούνε.

 

Το δείλι στεφανώνονται, ολυνυχτίς γλεντάνε
γυμνώνονται και τραγουδούν, κυλιούνται και χορεύγουν
τα πυρωμένα κάρβουνα πατούνε μανισμένες
και προς το γλυκοχάραμα, τα στέφανο γκρεμίζουν
στάχτη στα μάγουλα πετάν, τον σκούζουν και τον κλαίνε.

 

Μα το καταμεσήμερο, σαν τες λιγώσει η κάψα
πέφτουν σε γάργαρη πηγή, τους πόνους των να λούσουν
αλείβγονται μυρωδικά του Κωνσταντίνου οι χήρες.

 

Στες γειτονιές τες καρτερούν αμούστακα τ'αγόρια
τον αντρειωμένο αν έχασαν, άντρες χλωρούς χαρήκαν.


Φωτ.: Curran Halteberg
Φωτ.: Curran Halteberg

 

Σημείωση:

Κατά τη διάρκεια των ινδικών του ημερών -πιθανώς κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο- ο Alexandra Jorge de Carvalho de Polltes φαίνεται να περιηγήθηκε στην πολιτεία Ταμίλ Νάντου.

Εκεί, με τη βοήθεια των Ινδολόγων συνταξιδιωτών του, μετέφρασε στα αγγλικά και τα ταμίλ το άσμα υπ' αριθμόν 11 του Χειρογράφου Πολίτη, το οποίο παρατίθεται υπό τον τίτλο εργασίας των Γυναικών του Κωνσταντή.

Οι στίχοι «Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν τo γλυκά αδερφάκια/ και προς τα ξημερώματα σαν τ' άγρια πουλάκια» απαντούν και στο δημοτικό τραγούδι της Λιογέννητης.

Το τραγούδι αυτό διαδόθηκε ταχύτατα μεταξύ της πολιτισμικής ομάδος των Αραβανί, διεμφυλικών ατόμων με μεθοριακή θέση στην ινδική κοινωνία, που συχνά θεωρούνται κάτοχοι ιερών δυνάμεων.

Έκτοτε αρκετές Αραβανί της περιοχής χρησιμοποιούν διάφορες εκδοχές του εν λόγω άσματος ως δικές τους «παραδοσιακές προφορικές αφηγήσεις», δήθεν εκπορευόμενες εκ του σανσκριτικού έπους της Μαχαβαράτα.

Μάλιστα στην κοινότητα Κοοβαγκάμ, στα δυτικά της πολιτείας Ταμίλ Νάντου, πραγματοποιούνται ετησίως εαρινές τελετές στη μνήμη του Αραβάν -εξ ου και το όνομα των πιστών-, του ήρωος που θυσιάζει τη ζωή του για το κοινό όφελος.

Στις τελετές αυτές, οι Αραβανί νυμφεύονται και θρηνούν τελετουργικά τον ήρωα και προστάτη τους.

Τόσο το αφηγηματικό νήμα του μύθου που άδουν, όσο και οι ιερές πράξεις που επιτελούν παρουσιάζουν εξαιρετικές ομοιότητες με το συγκεκριμένο «μνημείο λόγου» της ελληνικής παραδόσεως.

 

______

Από το τελευταίο τεύχος του πολύ ενδιαφέροντος εξαμηνιαίου περιοδικού για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου [φρμκ]. Περισσότερα στο www.frmk.gr