Είναι μια άποψη – ή μάλλον ένα αντανακλαστικό ρεφλέξ στη σύγχρονη «προστατευτική» κουλτούρα - που τείνει να γίνει παροιμιώδης και ρίχνεται πλέον στη συζήτηση με μεγάλη συχνότητα και με διαφορετικά παραδείγματα, από όλο το φάσμα της παγκόσμιας «κλασικής» λογοτεχνίας: «Με τίποτα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί το τάδε έργο σήμερα» ή «Πλάκα κάνεις; Στην εποχή μας θα τον είχαν λιντσάρει (τον συγγραφέα ή τον εκδότη)» και ούτω καθεξής...

 

Η πιο συχνή όμως τέτοιου είδους αναφορά έχει να κάνει σίγουρα με την «Λολίτα» του Ναμπόκοφ - για προφανείς λόγους.

 

Ούτε ξέρω κι εγώ πόσες φορές σε κάποια ομήγυρη έχουμε φτάσει στο αβίαστο συμπέρασμα ότι ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα της λογοτεχνίας (ή τέλος πάντων αυτή ήταν η κοινή αντίληψη μέχρι πρόσφατα) δεν θα μπορούσε να εκδοθεί ποτέ στην εποχή μας επειδή το «θέμα» του δεν το σηκώνει με τίποτα το σύγχρονο κλίμα όπως αυτό διαμορφώνεται κυρίως από τα «μυγιάγγιχτα» ήθη της γενιάς των αποκαλούμενων millennials (από 22 ως 36 ετών χονδρικά).

 

Ποιος εκδότης θα τολμούσε να εκδώσει το βιβλίο ενός μεσήλικα (ή γέρου) λευκού άντρα για έναν μεσήλικα (ή γέρο) λευκό άντρα ο οποίος χουφτώνει ένα 12χρονο κορίτσι;»

 

Το τελευταίο σημείο είναι ίσως λίγο άδικο. Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι τι είχε τραβήξει η κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου από τον Άντριαν Λιν το 1997 – όταν ήταν σχεδόν αγέννητοι οι νεότεροι της γενιάς των millennials - ειδικά υπό το φάσμα της «Πολανσκιάδας» που βρισκόταν και τότε σε έξαρση στην Αμερική.

 

Παρότι πρόκειται για ένα κομψό, μελαγχολικό και βασανιστικά σχεδόν διακριτικό έργο – και θα τολμούσα να πω πιο κοντά στο πνεύμα του βιβλίου και γενικά καλύτερη ταινία από την εκδοχή του Κιούμπρικ το 1962 – με διάσημο σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, δεν μπορούσε να βρει διανομή στις Ηνωμένες Πολιτείες με καμία δύναμη.


Όπως φαίνεται όμως, οι καιροί, είκοσι και πλέον χρόνια μετά, είναι ακόμα πιο ζόρικοι για «αμφιλεγόμενα» αριστουργήματα, ή έστω αυτή φαίνεται να είναι η επικρατούσα αντίληψη - σε μας τους μεγαλύτερους τουλάχιστον.

 

Αυτό το «χάσμα γενεών» με αφορμή την «Λολίτα» αποτυπώθηκε πανηγυρικά σε μια όχι φιλολογική πλέον (πάνε αυτές οι αθώες γατομαχίες) αλλά πολιτισμική κόντρα σε δύο άρθρα που εμφανίστηκαν στον Spectator και στον Guardian αντίστοιχα.

 

Την αρχή έκανε η Rachel Johnson στον Spectator, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι στην εποχή μας «οι εκδότες είναι τόσο τρομοκρατημένοι από τον όχλο του Twitter που το χειρόγραφο της 'Λολίτας' θα κατέληγε στα ντουλάπια ή στα σκουπίδια»:

 

«Αν βρισκόταν στην διδακτέα ύλη των φιλολογικών σχολών των πανεπιστημίων σήμερα (και αυτό είναι ένα μεγάλο «αν»), σίγουρα θα προκαλούσε αυτομάτως την επείγουσα προειδοποίηση ότι η υπόθεσή του αφορά τον 'συστηματικό βιασμό ενός μικρού κοριτσιού'.

 

Ποιος εκδότης θα τολμούσε να εκδώσει το βιβλίο ενός μεσήλικα (ή γέρου) λευκού άντρα για έναν μεσήλικα (ή γέρο) λευκό άντρα ο οποίος χουφτώνει ένα 12χρονο κορίτσι;»

 

Επιχειρώντας να απαντήσει η ίδια στο ερώτημα της, άρχισε να πληκτρολογεί "Lolita" στο Google και αμέσως εμφανίστηκε alert προειδοποίηση που έγραφε «προσοχή: η παιδική πορνογραφία είναι παράνομη».


Ακολούθως απευθύνθηκε στο αφεντικό των εκδόσεων Jonathan Cape, Νταν Φράνκλιν, ο οποίος της απάντησε ευθέως: «Όχι. Δεν θα εξέδιδα την 'Λολίτα' με την τρέχουσα κατάσταση του #MeToo και των social media, όπου μπορείς να οργανώσεις και να εξαπλώσεις 'κατακραυγή' στο λεπτό.

 

Δεν θα μπορούσα καν να βρω τρόπο να παρουσιάσω το βιβλίο ενώπιον μιας εκδοτικής επιτροπής 30χρονων, που θα μου δήλωναν 'αν προχωρήσεις στην έκδοση, προχωράμε άμεσα σε ομαδική παραίτηση διαμαρτυρίας'».

 

Η απόκριση της Laura Waddell – η οποία έδειξε περισσότερο να παρεξηγείται από τα βέλη που δέχονται οι millennials στους οποίος ανήκει, οριακά έστω – στον Guardian υπήρξε καίρια, σημειώνοντας καταρχάς ότι η «Λολίτα» εξακολουθεί να βρίσκεται στην διδακτέα ύλη των πανεπιστημίων, για να τονίσει στη συνέχεια ότι και στην εποχή της αρχικής κυκλοφορίας του βιβλίου, είχαν παρουσιαστεί αντίστοιχα ζητήματα σε σχέση με το περιεχόμενό του...

 

«...Εκτός του ότι πρόκειται για αποκύημα φαντασίας, ο πόλεμος που υποτίθεται ότι έχουν κηρύξει οι millennials στη 'Λολίτα' έχει καταντήσει σχήμα λόγου, ανέκδοτο.

 

Κανείς από όσους το χρησιμοποιούν δεν φαίνεται να έχει ρωτήσει τους ίδιους τους millennials για τις σκέψεις τους επί του θέματος – εδώ δεν μπαίνουν καν στον κόπο να συμβουλευτούν το Google σχετικά. Ο αγώνας του Ναμπόκοφ για να εκδοθεί το βιβλίο στον δικό του καιρό, αποτελεί κοινή γνώση, αν έχεις την περιέργεια να το ψάξεις λίγο».

 

Όταν ο Ναμπόκοφ (φωτο) ολοκλήρωσε τη νουβέλα το 1953, ήταν αδύνατο να βρει εκδότη να το κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ για να καταλήξει τελικά στον ατρόμητο γαλλικό εκδοτικό οίκο Olympia Press που εξέδιδε αποκλειστικά σχεδόν βιβλία «τολμηρού» περιεχομένου.
Όταν ο Ναμπόκοφ (φωτο) ολοκλήρωσε τη νουβέλα το 1953, ήταν αδύνατο να βρει εκδότη να το κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ για να καταλήξει τελικά στον ατρόμητο γαλλικό εκδοτικό οίκο Olympia Press που εξέδιδε αποκλειστικά σχεδόν βιβλία «τολμηρού» περιεχομένου.

 

«Όταν ολοκλήρωσε τη νουβέλα το 1953, ήταν αδύνατο να βρει εκδότη να το κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ για να καταλήξει τελικά στον ατρόμητο γαλλικό εκδοτικό οίκο Olympia Press που εξέδιδε αποκλειστικά σχεδόν βιβλία «τολμηρού» περιεχομένου. Αμέσως όμως μετά την κυκλοφορία του, απαγορεύτηκε καταρχάς στη Γαλλία και ακολούθως στην Αργεντινή, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νότιο Αφρική και την Αυστραλία (όπου και παρέμεινε εκτός χώρας μέχρι το 1965).

 

Στη Βρετανία, όλα τα εισαγόμενα αντίτυπα κατάσχονταν στο τελωνείο μέχρι το 1959 που εκδόθηκε τελικά το βιβλίο, ήταν όμως τόσο έντονες αντιδράσεις ώστε ο εκδότης του, ο βουλευτής των Συντηρητικών Νάιτζελ Νίκολσον, υποχρεώθηκε σε παραίτηση...».

 

«...Διάβασα τα περισσότερα έργα του Ναμπόκοφ ως φοιτήτρια. Το αντίτυπο μου της 'Λολίτας' το αγόρασα χωρίς πρόβλημα από ένα κοινό βιβλιοπωλείο.

 

Ναι, μπορεί να είναι μια έντονα αμήχανη εμπειρία η ανάγνωσή του, πρόκειται πάντως για μια έξοχα γραμμένη και διεισδυτική κριτική ενός αρπακτικού, χειριστικού άντρα.

 

Υπ' αυτή την έννοια, είναι μια ταιριαστή νουβέλα σε μια περίοδο όπου εξετάζουμε τις αποχρώσεις της εξουσίας και συζητάμε επιτέλους ανοιχτά περί σεξουαλικής κακοποίησης. Ίσως οι αναγνώστες του σήμερα θα κατανοήσουν το βιβλίο καλύτερα από ποτέ...»