Πολλές φορές λέω ότι η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ ήταν το πλύσιμο πιάτων σε ένα μικρό εστιατόριο. αμέσως μετά το κολέγιο. Έπλενα πιάτα. Σέρβιρα επίσης τα έτοιμα φαγητά στα τραπέζια.


Δεν ήταν το πιο εύκολο μέρος για να δουλέψω. Ο ιδιοκτήτης ήταν ασταθής χαρακτήρας και επικρατούσε μια ατμόσφαιρα ανοργανωσιάς. Αλλά ότι και αν συνέβαινε κατά την διάρκεια της βάρδιας, εγώ βρισκόμουν στο πίσω δωμάτιο πλένοντας πιάτα. Κάποια στιγμή πήραμε μια από αυτές τις συσκευές, ένα μεγάλο ασημί κουτί, το οποίο με μαγικό τρόπο μετατρέπει τα βρώμικα πιάτα σε καθαρά στο λεπτό.


Όσο και αν μου άρεσε το μηχάνημα, πολύ συχνά προτιμούσα να κάνω την δουλειά στο χέρι. Ήταν το στήριγμα μου ενάντια στο χάος της καθημερινότητας όμως και μου επέτρεπε να δω ότι η ζωή είναι κάτι που μπορώ να διαχειριστώ: μπορεί να τελείωνα με το ένα φορτίο, αλλά πάντα θα υπήρχε ακόμα ένα που ήταν καθ'οδόν.

 

Όταν πλένω τα πιάτα, συνήθως σκέφτομαι ένα εκατομμύριο άλλα πράγματα. Όμως αν είμαι τυχερός, για μερικά δευτερόλεπτα, πλένω απλά πιάτα.


Πριν από μερικά χρόνια, η γυναίκα μου και εγώ αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα πλυντήριο πιάτων. Ως γονείς -είχαμε έναν γιο ενός έτους και περιμέναμε ένα ακόμη μωρό- είχαμε παραδοθεί στην ευκολία, ενδίδοντας άσκοπα σε οποιαδήποτε αγορά θα μπορούσε να μας δώσει περισσότερο χρόνο ή χώρο. Αλλά τελευταία αναρωτιόμουν προς τι είναι αυτός ο χρόνος και ο χώρος. Εννοείται ότι στην αναζήτηση της ευκολίας υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στην ζωή που θεωρούμε ότι αξίζει να ζούμε και σε αυτή που υπομένουμε μέχρι να φτάσουμε εκεί που θέλουμε.


Δεν είναι ότι ζηλεύω τους ανθρώπους για τα τελευταίας τεχνολογίας τηλέφωνα τους ή για τους prime λογαριασμούς ή τις οικιακές βοηθούς τους. Αν μη τι άλλο, συνειδητοποιώ: Όσο πιο εύκολη γίνεται η στιγμή, τόσο πιο ανήσυχος νιώθω. Θα μπορούσα να κάνω κάτι, θα έπρεπε να κάνω κάτι. Αλλά μια ζωή υπό την συνεχή απειλή της καινοτομίας δεν είναι ζωή. Είναι σκέτη εξάντληση.

 

Πλένοντας τα πιάτα στο χέρι, δίνω στον εαυτό μου την ευκαιρία να θυμηθώ ότι αυτό είναι λάθος -ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου είναι η συνήθεια. Όμως αυτή η συνήθεια δεν είναι εχθρός αλλά αντίθετα είναι κάτι που προσφέρει πνευματική ικανοποίηση και είναι αναπόφευκτη. Επωφεληθείτε από αυτήν – το ζεστό νερό, τα μουλιασμένα χέρια, την λάμψη των φυσαλίδων και το σταθερό πέρασμα από πιάτο σε πιάτο- και αισθανθείτε εν πάση περιπτώσει, την αναπνοή του πραγματικού χρόνου, την πραγματικότητα που βρίσκεται σε αδράνεια κάτω από όλο αυτό το χάος που στοιβάζουμε πάνω της.


Δεν υποστηρίζω την ντελικάτη αρμονία μιας τέλειας κουζίνας. Τα βρώμικα πιάτα δείχνουν ότι οι άνθρωποι τρώνε. Το ότι οι άνθρωποι τρώνε σημαίνει ότι το έντερο τους θα αδειάσει και κατά συνέπεια αυτό δείχνει ότι δεν είμαστε ούτε ποτέ θα γίνουμε οι καρικατούρες που εμπορεύεται η βιομηχανία της ευεξίας.

 

Αντ' αυτού, θα συνεχίσουμε να είμαστε ό,τι είμαστε: άνθρωποι, ενωμένο που δημιουργούμε ένα χάος. Ως ανήσυχο παιδί, πέρασα πολλά πάρτι κρυμμένος κάτω από ένα τραπέζι. Ως ενήλικας οδηγούμαι στην κουζίνα, όπου μπορώ να ξεγλιστρήσω από την συζήτηση ενώ ακόμη απολαμβάνω την παρέα των ανθρώπων που αγαπώ και την χαρά του άδειου στομαχιού που γέμισε.

 

Όταν πλένω τα πιάτα, συνήθως σκέφτομαι ένα εκατομμύριο άλλα πράγματα. Όμως αν είμαι τυχερός, για μερικά δευτερόλεπτα, πλένω απλά πιάτα.


Πριν από μερικούς μήνες, πήγα στην Νέα Ορλεάνη για να επισκεφτώ φίλους-ένα από αυτά τα διαλείμματα που η σύζυγος μου και εγώ δίνουμε ο ένας στον άλλον ως επένδυση σε μια αμοιβαία ευημερία. Μια βραδιά, μετά από ένα δείπνο στο σπίτι, έμεινα πίσω, ενώ οι φίλοι μου βγήκαν έξω, για να καθαρίσω. Όταν εργαζόμουν στο εστιατόριο μετά το κολέγιο, ήμουν 21: Μπορούσα να βρίσκομαι παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Στα 36, αντιμετώπισα την ίδια αλήθεια: Υπάρχουν πάντα λιγότερα να κάνω από αυτά που αναλαμβάνω. Το ξέρω αυτό αλλά το ξεχνώ. Σήκωσα τα μανίκια μου και άρχισα κατευθείαν την δουλειά.

 

Με πληροφορίες από New Υork Times