Ο αριθμός των ενηλίκων που θεωρούν ότι πάσχουν από κάποιο είδος διατροφικής αλλεργίας είναι σχεδόν διπλάσιος από εκείνους που πραγματικά πάσχουν.

 

Αυτό αποκαλύπτει νέα έρευνα που διεξήχθη στις ΗΠΑ. Οι ερευνητές βρήκαν ότι πολλοί άνθρωποι με αλλεργία δεν διαθέτουν ιατρική συνταγή η οποία θα μπορεί να τους σώσει τη ζωή σε περίπτωση αλλεργικού σοκ ενώ πολλοί άλλοι αποφεύγουν τροφές χωρίς να υπάρχει λόγος.

 

Αντίστοιχη είναι η εικόνα σε γενικές γραμμές και στις περισσότερες άλλες χώρες.


Η έρευνα αποκάλυψε ότι σχεδόν το 11% των ενηλίκων στις ΗΠΑ υποφέρουν από κάποια διατροφική αλλεργία ποσοστό που μεταφράζεται σε 26εκ. ανθρώπων. Σχεδόν 12 εκατομμύρια από αυτούς εκτιμάται ότι ανέπτυξαν αλλεργία στην ενήλικη ζωή τους, υπογραμμίζοντας ότι οι αλλεργίες δεν ξεκινούν από την παιδική ηλικία.


«Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό καθώς σημαίνει ότι μπορούν να καταναλώσουν τροφές που συνήθιζαν και που ξαφνικά τους προκαλούν πρόβλημα. Τι είναι αυτό άραγε που άλλαξε στο περιβάλλον και προκάλεσε την ανάπτυξη της διατροφικής αλλεργίας;» διερωτάται η Ρούτσι Γκούπτα, καθηγήτρια παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο Northwestern και επικεφαλής της έρευνας.


«Μερικές από τις τροφές που γνωρίζουμε ίσως να θεωρούνταν ακίνδυνες για κατανάλωση γιατί είναι αρκετά κοινές στη διατροφή. Ωστόσο τα οστρακόδερμα έχουν ενδιαφέρον καθώς μπορεί να είναι αυτά που θα πυροδοτήσουν μία αλλεργία για πρώτη φορά κατά την ενήλικη ζωή»


Ο Γιντεόν Λακ, καθηγητής παιδιατρικής αλλεργιολογίας στο King's College του Λονδίνου, ο οποίος δε συμμετείχε στην έρευνα, είπε ότι το αυξανόμενο πρόβλημα των αλλεργιών στους ενήλικες ίσως να συνδέεται με την αλλαγή διατροφής των παιδιών τα τελευταία 20 χρόνια.


«Επικεντρώνουμε τις προσπάθειές και τις ανησυχίες μας για τις διατροφικές αλλεργίες στα παιδιά και αυτή η μελέτη μας δείχνει ένα σημαντικό εμπόδιο αλλεργιών στους ενήλικες. Θα πρέπει να ανακατευθύνουμε την προσοχή και τις πηγές μας προς τη διάγνωση και θεραπεία αυτών των ενηλίκων» σχολίασε.


Οι επιστήμονες που δημοσιεύουν την έρευνά τους στο Jama Network Open περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο διενήργησαν την έρευνα η οποία έλαβε χώρα μεταξύ Οκτωβρίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2016 σε 40.000 άτομα που χωρίστηκαν σε δύο ομάδες.


Οι συμμετέχοντας ρωτήθηκαν αν είχαν ποτέ κάποια διατροφική αλλεργία έδωσαν ιστορικό για τις αντιδράσεις και τη διάγνωση που είχαν. Η ερευνητική ομάδα διαχώρισε τις απαντήσεις σε πειστικές ή όχι, ανάλογα με την διάγνωση που είχε δοθεί.


«Αν είχαν απλά φούσκωμα ή στομαχόπονο ή διάρροια τους εξαιρούσαμε καθώς αυτό μπορούσε να σημαίνει δυσανεξία στη λακτόζη ή κάποια άλλη τροφή» είπε η Γκούπτα.


Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι οι πιο «πειστικές» αλλεργίες είχαν να κάνουν με τα οστρακόδερμα στην πρώτη θέση να επηρεάζουν το 2,9% των ενηλίκων, το γάλα και τα φιστίκια να καταλαμβάνουν την δεύτερη και Τρίτη θέση αντίστοιχα, με ποσοστά 1,9% και 1,8% των ενηλίκων κατ΄αναλογία.


Παρόλο που το 10,8% των συμμετεχόντων στην έρευνα παρουσίασε τουλάχιστον μία πειστική διατροφική αλλεργία, σχεδόν το διπλάσιο ποσοστό, 19% ανέφερε ότι έχει κάποιο τέτοιο πρόβλημα.


«Υπάρχουν πολλοί ενήλικοι οι οποίοι έχουν αρνητική αντίδραση σε κάποια τροφή. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει σωστή διάγνωση ώστε να γνωρίζουν αν είναι κάτι θεραπεύσιμο (όπως η δυσανεξία στη λακτόζη) ή είναι κάτι που μπορεί να απειλήσει ακόμα και τη ζωή τους και για το οποίο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί» αναφέρει η ερευνήτρια.

 

Όσοι παρουσίασαν «πειστική» αλλεργία, σε ποσοστό 50% ανέφεραν ότι την εμφάνισαν κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής τους, ενώ το 38% εξ αυτών ανέφεραν ότι χρειάστηκαν επείγουσα νοσοκομειακή φροντίδα. Ωστόσο, από το σύνολο των συμμετεχόντων μόνο το 48% απάντησε ότι έχει διάγνωση από ιατρό και το ένα τέταρτο από αυτούς ότι έχει ιατρική συνταγή χορήγησης αδρεναλίνης, μίας ουσίας που χρησιμοποιείται συχνά στην αντιμετώπιση αλλεργικών σοκ.


Η καθηγήτρια Κλαιρ Μιλς, ειδική σε διατροφικές αλλεργίες στο Πανεπιστήμιο του Manchester, χαιρέτισε την έρευνα, ωστόσο τόνισε ότι έχει περιορισμούς μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι βασίζεται σε προσωπικές συνεντεύξεις που περιγράφουν συμπτώματα.


Ο Στίβεν Τιλ, καθηγητής αλλεργιολογίας στο King's College του Λονδίνου σχολίασε τα ποσοστά των «αληθινών» αλλεργιών ως πολύ υψηλά καθώς ο ίδιος θεωρεί μέσω της δικής του εμπειρίας ότι η λάθος «εξήγηση» που δίνουν οι ίδιοι οι ασθενείς είναι αρκετά κοινή στη Βρετανία.


«Βλέπω συχνά ασθενείς που πιστεύουν ότι έχουν μία σοβαρή αλλεργία και οι οποίοι είτε δεν είναι καθόλου αλλεργικοί η πάσχουν από κάποια ήπια μορφή. Αυτοί οι άνθρωποι ίσως να έχουν μη αναγκαία συνταγογράφηση αδρεναλίνης και να βρίσκονται σε διατροφικούς περιορισμούς χωρίς να υπάρχει λόγος» τονίζει ο καθηγητής προσθέτοντας ότι αυτό μπορεί να είναι κάτι που μπορεί να προκαλέσει στρες και δυσκολίες.


«Δυστυχώς, υπάρχει έλλειψη παθολόγων που έχουν εκπαιδευτεί στις αλλεργίες και αυτό μεγεθύνει πολύ το πρόβλημα» καταλήγει ο καθηγητής.

 

Με πληροφορίες από Guardian