— Πώς μπορεί ένας εκπαιδευτικός να εμπνεύσει το παιδί ώστε να αγαπήσει το διάβασμα;

Άλλο είναι ν' αγαπήσει ένα παιδί το διάβασμα γενικά κι άλλο να αγαπήσει τα σχολικά μαθήματα, γεγονός μάλλον σπάνιο έως αφύσικο πλέον. Την αγάπη για το διάβασμα όντως μπορεί να την εμπνεύσουν σ' ένα παιδί ενήλικες που θαυμάζει και εμπιστεύεται, άρα θέλει και να τους μιμηθεί. Σε αυτούς μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και ένας δάσκαλός του, αλλά η βασική έμπνευση δημιουργείται κυρίως από το σπίτι.

 

Όταν ένα παιδί ζει σ' ένα περιβάλλον με αναγνώστες, θα εξοικειωθεί αβίαστα, εφόσον όμως έχει την προδιάθεση γι' αυτήν τη συνήθεια. Δεν επιβάλλεται με κανέναν τρόπο η αγάπη στο διάβασμα, π.χ. με υποχρεωτική ανάγνωση, αλλά σίγουρα καλλιεργείται. Η έννοια της «έμπνευσης» είναι μεγάλη κουβέντα. Αυτή θα συντελέσει ώστε ο δάσκαλος να γίνει πρότυπο και παράδειγμα ζωής στον μαθητή σε τόσους τομείς που δεν το φαντάζεται, άρα και στη συνήθεια του διαβάσματος. Το ερώτημα είναι πόσοι γονείς και εκπαιδευτικοί μπορούν και θέλουν να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις προκλήσεις.

 

Τώρα πια μιλάμε για έναν νέο τύπο μαθητή και ανθρώπου, με άλλον τρόπο σκέψης, άλλη δομή εγκεφαλικής και νευρολογικής λειτουργίας που μελετούν οι επιστήμες, καθώς η πραγματικότητα επιβλήθηκε ραγδαία και σε όλη την έκταση του δυτικού κόσμου.

 


Στο σχολείο, όμως, υπάρχουν σημαντικοί ανασταλτικοί παράγοντες γι' αυτό που λέμε «έμπνευση» και αναφερόμαστε κυρίως στον υποχρεωτικό, ανταγωνιστικό και βαθμοκεντρικό χαρακτήρα του. Αν θέλουμε να αντιπαθήσει ένα παιδί κάποιο θέμα, ας το κάνουμε σχολικό μάθημα. Αυτομάτως, τα χαρακτηριστικά που θα αποκτήσει του αφαιρούν κάθε ομορφιά και ενδιαφέρον. Έτσι, το πρόγραμμα σπουδών συνιστά την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας με μηχανιστικές μεθόδους, αντιμετωπίζοντάς την ως μάθημα, έστω και σε πιο χαλαρό πλαίσιο.

 

Συνήθως, οι εκπαιδευτικοί βάζουν μελέτη εξωσχολικού βιβλίου και σχετικές εργασίες, αλλά δεν φαίνεται να έχει αυξηθεί το ποσοστό των μαθητών που αγαπάνε το διάβασμα, μάλλον μειώνεται. Άρα, ας μη θεωρούμε πιθανό να αγαπήσει ένα παιδί το βιβλίο στο πλαίσιο της τυπικής εκπαίδευσης, παρά μόνο μέσα από άλλα προγράμματα ημιτυπικής ή άτυπης εκπαίδευσης που κάνουν εκπαιδευτικοί με μεράκι και καλή σχέση με τους μαθητές τους.


Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να περιμένουμε να υπάρξει αγάπη για τα σχολικά μαθήματα. Στην Ελλάδα αυτός ο ρομαντισμός χαρακτήριζε παλαιότερες εποχές φτώχειας και στέρησης, που συναντάμε πλέον μόνο σε ταινίες και βιβλία.


Κι εγώ αναρωτιέμαι πώς μπορεί στην εποχή μας ένας εκπαιδευτικός να εμπνεύσει τους μαθητές του. Εννοώ ότι, ενώ παλιότερα το σχολείο ήταν ο βασικός θεσμός που κοινωνικοποιούσε τα παιδιά, τα έφερνε σε επαφή με τον κόσμο, τις εξελίξεις και τη γνώση, τώρα είναι πίσω και έξω από τις εξελίξεις στην κοινωνία, έχει ξεπεραστεί ως θεσμός κοινωνικοποίησης. Η διαπίστωση αυτή απογοητεύει τους εκπαιδευτικούς που, μαζί με τους γονείς, παρακολουθούν, χωρίς να ξέρουν πώς ν' αντιδράσουν, διαπιστώνοντας πως τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της σχολικής εκπαίδευσής τους όσο παλιότερα.

 

Το σχολείο είναι για τα παιδιά ένα τυπικό καθήκον, έξι-εφτά ώρες που υπομένουν στωικά να τελειώσουν, χωρίς να τους κινεί πραγματικά το ενδιαφέρον η δομή και η νοοτροπία που έχει. Οι «καλοί» μαθητές, πρόθυμοι να προσαρμοστούν ή ν' αντέξουν να συμβιβαστούν με την παρωχημένη αντίληψη περί μάθησης, όλο και λιγοστεύουν, ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν πειστεί ότι είναι σημαντικό για το μέλλον τους ούτε το διάβασμα ούτε το σχολείο.


Οι πηγές έμπνευσης, τα ερεθίσματα, η γνώση, βρίσκονται οπουδήποτε γύρω τους: πρωτίστως στο κινητό τους, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια που παίζουν, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στους influencers και παραγωγούς του YouTube και ακολούθως στις αθλητικές ομάδες στις οποίες συμμετέχουν, στο skateboard και στα πατίνια που κάνουν στους δημόσιους χώρους, στα γκραφίτι που φτιάχνουν από αντίδραση, ακόμα και στην τηλεόραση. Η εικόνα, τα πολυμέσα, η πρόωρη ενηλικίωση που βιώνουν, έχουν ξεπεράσει τη διδακτική και παιδαγωγική αξία του σχολείου.


Οι φορείς της εκπαίδευσης ας μην αυταπατώνται ότι τα σύγχρονα μέσα με τα οποία έχουν εξοπλιστεί τα περισσότερα σχολεία, η αλλαγή στην ώρα προσέλευσης, η χαλάρωση των ποινών, η επιμόρφωση και τα επιπλέον τυπικά προσόντα των διδασκόντων θα εμπνεύσουν τους μαθητές. Τα παιδιά δεν τα κοροϊδεύεις με αυτά. Ζητούν αληθινές σχέσεις με όσους έρχονται σε επαφή μαζί τους. Να είναι αληθινοί και ειλικρινείς απέναντί τους, να έχουν κάτι ουσιαστικό να τους πουν και να μπορέσουν με την προσωπικότητά τους να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους.

 

Εφόσον, λοιπόν, οι γονείς είναι σε θέση να καταλάβουν πως το παιδί τους έχει θέμα υπερβολικής ενασχόλησης με την τεχνολογία, πρέπει να βάλουν κανόνες και όρια ή και να ζητήσουν βοήθεια από τους ειδικούς

 

— Τα νέα παιδιά είναι πολύ εξοικειωμένα με την τεχνολογία, η οποία τους παρέχει πληθώρα πληροφοριών, κατακερματίζοντας την προσοχή τους. Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τη διάσπαση της προσοχής;

Τώρα πια μιλάμε για έναν νέο τύπο μαθητή και ανθρώπου, με άλλον τρόπο σκέψης, άλλη δομή εγκεφαλικής και νευρολογικής λειτουργίας που μελετούν οι επιστήμες, καθώς η πραγματικότητα επιβλήθηκε ραγδαία και σε όλη την έκταση του δυτικού κόσμου. Γι' αυτό αναφερόμαστε πλέον σε ποσοστά μαθητών με μαθησιακές ιδιαιτερότητες, στην περίπτωση των οποίων επιβάλλεται η διαφοροποιημένη μάθηση, δηλαδή η διδασκαλία με ειδικές μεθόδους για μαθησιακές δυσκολίες που ήδη γνωρίζουμε, εμπλουτισμένες και προσαρμοσμένες. Ας αναρωτηθούμε πώς θα το πετύχει αυτό ένας μόνο εκπαιδευτικός ανά τμήμα, χωρίς επιμόρφωση, χωρίς τον θεσμό της παράλληλης στήριξης και τμημάτων υποδοχής στα σχολεία ‒που προβλέπονται τυπικά, αλλά σταθερά μειώνονται‒, με τόσο διαφορετικές περιπτώσεις μέσα στις πολυπληθείς τάξεις των τελευταίων χρόνων.


Πραγματικά, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν έχουν λάβει μια συστηματική και σοβαρή εκπαίδευση ή επιμόρφωση σχετικά με τις μεθόδους αυτές. Εμπειρικά ή με δική τους πρωτοβουλία, έξοδα, πρόσθετο χρόνο και αυτομόρφωση προσαρμόζονται εκούσια ή ακούσια. Μόνο όσοι έχουν κάνει σπουδές στην Ειδική Αγωγή είναι επαρκώς εξοπλισμένοι με τα κατάλληλα μεθοδολογικά εργαλεία για να διδάξουν παιδιά με τα γνωρίσματα που προαναφέραμε. Δεν νοείται όμως εκπαιδευτικός σήμερα που να μην είναι ενημερωμένος με κάποιον τρόπο γι' αυτό το ζήτημα, γιατί η άγνοιά του μόνο προβλήματα θα του δημιουργήσει. Αλλά και οι γονείς πρέπει να εκπαιδευτούν σε αυτές τις μεθόδους και να αποδεχτούν ότι το παιδί τους δεν είναι προβληματικό αλλά το αντίθετο. Συχνά είναι ιδιαίτερα χαρισματικό, δυστυχώς όμως δεν προβλέπεται στις υπάρχουσες σχολικές δομές μέθοδος που να αποδέχεται και να προβάλλει θετικά τη διαφορετικότητα αυτών των παιδιών.


Το άλλο μεγάλο ζήτημα είναι η εξάρτηση ενηλίκων και παιδιών από τα ψηφιακά μέσα σε βαθμό που συχνά δεν μπορούν πια να γράψουν με το χέρι, να κρατήσουν σημειώσεις, να επικοινωνήσουν με φυσικούς τρόπους συνομιλίας. Εφόσον, λοιπόν, οι γονείς είναι σε θέση να καταλάβουν πως το παιδί τους έχει θέμα υπερβολικής ενασχόλησης με την τεχνολογία, πρέπει να βάλουν κανόνες και όρια ή και να ζητήσουν βοήθεια από τους ειδικούς, π.χ. από την αντίστοιχη κλινική του Νοσοκομείου Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού». Αλλά φοβάμαι πως συχνά δεν μπορούν πια να το κάνουν και η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Πρώτον, γιατί το κάνουν και οι ίδιοι και δεν καταλαβαίνουν το πρόβλημα και, δεύτερον, γιατί δεν μπορούν να επιβληθούν στα παιδιά τους.