To 1973 η Αμερικανίδα σχεδιάστρια και είδωλο (πραγματικά αξίζει να παρακολουθήσετε τη σταδιοδρομία της) Norma Kamali μόλις είχε χωρίσει και το είχε ρίξει στις εκδρομές. Για τις περισσότερες από εμάς ο χωρισμός σηματοδοτεί την ανάγκη για μια αλλαγή π.χ. στα μαλλιά. Η Norma, όμως, αγαπούσε το κάμπινγκ και την κωπηλασία, οπότε εκεί «ξέσπασε».

 

Ήταν τέλη Αυγούστου, στο βουνό και, ενώ κοιμόταν στη σκηνή της, ξύπνησε για να πάει προς νερού της. Αρνούμενη να βγει με το φανελάκι έξω, τυλίχτηκε με το sleeping bag της και κατευθύνθηκε προς το δάσος. Καθώς περπατούσε, σκέφτηκε κάτι που πιθανότατα όλοι έχουμε σκεφτεί ως μοναδική και ιδιοφυή ιδέα όταν πρέπει να «εγκαταλείψουμε» το πάπλωμά μας: να κόψουμε δύο μανίκια και να το πάρουμε μαζί μας.


Η διαφορά είναι πως η Norma Kamali, μόλις το σκέφτηκε, πήγε και το έκανε. Γύρισε στο ατελιέ της και χρησιμοποίησε το sleeping bag της για να φτιάξει ‒χωρίς να πετάξει τίποτα‒ το πρώτο αστικό, μη αθλητικό, unisex πουπουλένιο μπουφάν ή, αλλιώς, το sleeping bag coat. To μπουφάν αυτό κυκλοφόρησε αμέσως, όχι σε εξωφρενικές τιμές, και οι Νεοϋορκέζοι το λάτρεψαν για τα επόμενα 20 χρόνια.

 

Η επινόηση αυτού που σήμερα ευρέως ονομάζεται «puffer coat» άλλαξε τη βραδύκαυστη αγορά των παλτών με έναν τρόπο αρκετά φουτουριστικό. Έδωσε στους ανθρώπους της πόλης έναν πολύ ελαφρύ, πάρα πολύ αποτελεσματικό και ελαφρώς αστείο τρόπο για να αντιμετωπίζουν το κρύο, ένα πανωφόρι που παραπέμπει σε αθλητική στολή, άνθρωπο της Michelin και σχόλιο επί της αισθητικής της σιλουέτας.

 

Το λάτρεψαν τόσο πολύ, που οι πορτιέρηδες στο Studio 54 το φορούσαν για να ζεσταίνονται, που στα δέκα χρόνια ζωής του, το 1983, πολλοί φανατικοί έκαναν κατάληψη φορώντας το στη Wall Street, προκαλώντας ίσως το πρώτο flash mob γεγονός. Αγαπήθηκε τόσο που φορέθηκε sur mesure από τον André Leon Talley, τη Solange και τη Lady Gaga. Έγινε τόσο πολύ μέρος της καθημερινότητάς μας και αντιγράφηκε τόσο πολλές φορές, που το όνομα της Norma Kamali χάθηκε.

 

 

Το 1983, πολλοί φανατικοί έκαναν κατάληψη φορώντας το στη Wall Street, προκαλώντας ίσως το πρώτο flash mob γεγονός.


Βλέπετε, η αγορά ενός παλτού είναι ξεχωριστή. Είναι από τα κομμάτια με τα οποία συνήθως δενόμαστε περισσότερο, τα βαριόμαστε δύσκολα και τα αποχωριζόμαστε σπάνια. Καθώς δεν το φοράμε για μεγάλο διάστημα ‒ουσιαστικά το φοράμε 3-4 μήνες τον χρόνο, αφού δεν ζούμε στον Καναδά‒ και χρησιμεύει μονάχα ως ρούχο «εξωτερικού χώρου», η αγορά του είναι συνήθως δαπανηρή και σημαντική. Είναι το πρώτο «καλό» ρούχο που φροντίζουν να μας αγοράσουν οι γονείς μας (μαζί με τα παπούτσια) και το τελευταίο που αφήνουμε πίσω μας. Την ίδια στιγμή, είναι ίσως το μοναδικό κομμάτι που δημιουργεί την αίσθηση της θαλπωρής στο κορμί μας, απόλυτα αναγκαία για την προστασία μας τον χειμώνα.

 

Η επινόηση, λοιπόν, αυτού που σήμερα ευρέως ονομάζεται «puffer coat» άλλαξε τη βραδύκαυστη αγορά των παλτών με έναν τρόπο αρκετά φουτουριστικό. Έδωσε στους ανθρώπους της πόλης έναν πολύ ελαφρύ, πάρα πολύ αποτελεσματικό και ελαφρώς αστείο τρόπο για να αντιμετωπίζουν το κρύο, ένα πανωφόρι που παραπέμπει σε αθλητική στολή, άνθρωπο της Michelin και σχόλιο επί της αισθητικής της σιλουέτας. Το πιο ενδιαφέρον απ' όλα είναι πως, όπως και αν το δεις, ο πρώτος χαρακτηρισμός οποιουδήποτε είναι η ίδια: «Είναι πολύ ζεστό και άνετο».

 
Η εξάπλωσή του τη δεκαετία του '70 στην Αμερική έφερε στο προσκήνιο μια περίεργη, αλλά εντελώς λογική θεωρία συνωμοσίας. Οι άνθρωποι χουχούλιαζαν μέσα στα πουπουλένια τους παλτά, περιμένοντας την καταστροφή (κάτι όχι εντελώς παράλογο αν ζούσες στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του '70). Τον Οκτώβριο του 1999 φιγουράρει στο iD το πρώτο Duvet Coat από τον Martin Margiela. Έπειτα από δύο χρόνια, το 2001, μετά τους Δίδυμους Πύργους, υπήρξε πάλι αύξηση στη ζήτηση του sleeping bag coat. Οι κάτοικοι της πόλης έψαχναν πάλι την ασφάλεια.

 

Τον Οκτώβριο του 1999 φιγουράρει στο iD το πρώτο Duvet Coat από τον Martin Margiela. Φωτο: David Slijper.
Τον Οκτώβριο του 1999 φιγουράρει στο iD το πρώτο Duvet Coat από τον Martin Margiela. Φωτο: David Slijper.


Το μεγάλο του μέγεθος έφτιαχνε πλάτες σούπερ ήρωα στους άντρες και τους επέτρεπε να ζεσταίνονται χωρίς να φορούν τα συμβατικά παλτά για το γραφείο. Ήταν ένα είδος ρούχου που ταίριαζε σε περιπέτεια εκτός πόλης, αλλά εφάρμοζε τέλεια στα παιδιά που ζούσαν σε αυτήν. Καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '90 το puffer coat σε εκτυφλωτικά χρώματα ήταν o προστατευτικός μανδύας της χιπ χοπ κουλτούρας και σήμερα έχει τέτοιο status quo στην Κορέα, που οι οικογένειες φροντίζουν να έχουν τα παιδιά τους από ένα ακριβό Northface μπουφάν για να μην τα υποτιμούν οι συμμαθητές τους, γεγονός που αποδεικνύει το ταξικό χάος που επικρατεί στη χώρα.


Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Τα τελευταία 4 χρόνια το puffer coat ξανακερδίζει σταθερά τον κόσμο, προσφέροντάς του ένα καταφύγιο σε μια μεταβατική περίοδο. Στη συλλογή του Demna Gvasalia για τον Balenciaga το 2016 υπήρχε το κομμάτι που φόρεσε η Rihanna σε όλες τις πιθανές εκδοχές, εκείνο που τα Yeezy έχτισαν σαν πανοπλία πάνω στην Kim Kardashian, μέχρι που πριν από έναν χρόνο ο διευθυντής μιας πολύ σνομπ και λουσάτης μάρκας αποφάσισε να το πάει ένα βήμα παραπέρα για να κάνει τον κόσμο να ενδιαφερθεί. Οι Μιλανέζοι και όλοι οι βόρειοι Ιταλοί το φορούσαν φυσικά με απαράμιλλη χάρη, χρόνια τώρα.

 

H Rihanna λατρεύει  το puffer coat σε όλες τις εκδοχές του.
H Rihanna λατρεύει το puffer coat σε όλες τις εκδοχές του.

 

H φίρμα Μoncler έχτισε μια κοινότητα 8 δημιουργικών (και των φανατικών τους followers), από τους οποίους ζήτησε να σχεδιάσουν, βάσει της δικής τους αισθητικής, το διάσημο (πανάκριβο) πουπουλένιο μπουφάν. Δεν έγινε παραδοσιακή πασαρέλα, καθώς οι καλεσμένοι, για να δουν τα μπουφάν, ουσιαστικά «έμπαιναν» σε δωμάτια εμπνευσμένα από το όραμα καθενός σχεδιαστή. Χάρη στην προσπάθεια της Moncler, πέρσι είδαμε μεγάλες, υπέροχες και αφράτες τουαλέτες από τα χέρια του Pierpaolo Piccioli του Valentino και μια τρυφερή σομόν-ροζ έκδοση κοριτσιού-νεράιδας από τη Simone Rocha ‒ αυτό το κομμάτι έμεινε στο μυαλό μου περισσότερο, ίσως για τη βαθιά αλήθεια που κουβαλούσε. Επίσης, πουπουλένια μπουφάν σαν σωσίβια σωτηρίας από τον Craig Green.

 

Στον μικρής διάρκειας χειμώνα της Ελλάδας ‒στην, δε, Αθήνα μετράμε όχι περισσότερες από σαράντα μέρες πραγματικού κρύου και σίγουρα λιγότερες από 240‒ τα puffer coats θα μοσχοπουλήσουν. Θα τα σκουντάμε στις καρέκλες των μπαρ και των εστιατορίων, θα πιάνουν χώρο στο μετρό και στα λεωφορεία, θα τα φοράμε για να πάμε τον σκύλο βόλτα ή στο σούπερ-μάρκετ, κάποιες από εμάς θα τα φορέσουμε με βραδινά ρούχα, βγάζοντας μοιραία τους ώμους έξω και κάποιους άλλους ίσως τους πάρει ο ύπνος ένα βράδυ φορώντας τα. Περιμένοντας τον πρώτο χειμώνα της καινούργιας δεκαετίας, μπαίνουμε στο κουκούλι που μας αξίζει.

 

 Τα τελευταία 4 χρόνια το puffer coat ξανακερδίζει σταθερά τον κόσμο, προσφέροντάς του ένα καταφύγιο σε μια μεταβατική περίοδο.
Τα τελευταία 4 χρόνια το puffer coat ξανακερδίζει σταθερά τον κόσμο, προσφέροντάς του ένα καταφύγιο σε μια μεταβατική περίοδο.