Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ήρθε σε μια περίοδο που παντού γύρω μου βίωνα μια απογοητευτική κατάσταση κορεσμού: στις τέχνες, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στον τρόπο διασκέδασης και, πιο σημαντικό απ' όλα, στην καθημερινότητα. Ήρθε σαν κοσμικό καμπανάκι για να σηματοδοτήσει την έναρξη μιας μετα-εποχής που πραγματικά δεν έχω ιδέα πώς θα είναι, το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει πια επιστροφή...

 

Ήρθε για να μας θυμίσει πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ζωή, πόσο απάνθρωπο δόγμα είναι ο νεοφιλελευθερισμός (μηδέν κράτος πρόνοιας, ανεπαρκής ιατρική περίθαλψη, survival of the richest) και ότι ο πραγματικός ιός του πλανήτη είναι ο Sapiens.

 

Τις πρώτες μέρες της κρίσης η δουλειά στο φαρμακείο ήταν εφιάλτης. Εκτός από υπερβολικό φόρτο εργασίας, εισπράτταμε και όλο τον πανικό και το σάστισμα των ανθρώπων που δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Τώρα το συνηθίσαμε κι αυτό... Απογοητευτική ήταν η νοοτροπία πολλών που ήθελαν να κανιβαλίσουν τον συνάνθρωπό τους («φέρε όσο περισσότερες μάσκες και αντισηπτικά έχεις να τα στοκάρω σπίτι μου, να μην έχει να πάρει ο άλλος, να ζήσω εγώ και οι άλλοι να πεθάνουν» ‒ τι κρετίνοι, Θεέ μου!).

 

Αποτοξινώθηκα από τον «θόρυβο» των ανούσιων κοινωνικών επαφών, κατάφερα να τερματίσω το «Breath of the Wild (Legend of Zelda)», μελετάω ακουστική κιθάρα και πιάνο, ξανακούω τις δισκάρες της Fiona Apple και ανυπομονώ για τον καινούργιο της και διαβάζω sci-fi νουβέλες του Philip Κ. Dick.

 

Αρχικά, μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μου φαινόταν αδύνατο να κάτσω σπίτι μου... Τώρα ομολογώ ότι περνάω πολύ ωραία: αποτοξινώθηκα από τον «θόρυβο» των ανούσιων κοινωνικών επαφών, κατάφερα να τερματίσω το «Breath of the Wild (Legend of Zelda)», μελετάω ακουστική κιθάρα και πιάνο, ξανακούω τις δισκάρες της Fiona Apple και ανυπομονώ για τον καινούργιο της και διαβάζω sci-fi νουβέλες του Philip Κ. Dick.

 

Από σειρές, ξεκίνησα απρόθυμα να βλέπω το «Community» αλλά με μεγάλη μου χαρά ανακάλυψα ότι, πέρα από το πετυχημένο σουρεάλ χιούμορ και τις απολαυστικές pop culture αναφορές, αποτελεί και έναν ύμνο στην ακεραιότητα της ανθρώπινης ψυχής απέναντι στην κρεατομηχανή της διαβρωτικής κοινωνίας. Ή, πιο απλά, μια ευαίσθητη ιστορία με οκτώ outsiders που ψάχνουν μια δεύτερη ευκαιρία να αγαπηθούν και να αγαπήσουν.

 

Κάπου εδώ θέλω να σταθώ στο τελευταίο άλμπουμ της Fiona Apple: το προσπέρασα το 2012 (μεγάλο λάθος μου), μάλλον λόγω Baby Guru αναμπουμπούλας, αλλά πρόσφατα, και μετά από προσεκτικές ακροάσεις, συνειδητοποίησα ότι είναι το σημαντικότερο έργο της (και μιλάμε για μια δισκογραφία αξιοζήλευτη, από το «λυκειακό» blockbuster «Tidal» μέχρι το πολύπαθο και «διχασμένο» «Extraordinary Machine»). Εδώ, όμως, η Fiona απεκδύεται τις φιοριτούρες, τους ψαγμένους ενορχηστρωτές και τον οποιοδήποτε ρόλο protegé και με τη βοήθεια του ντράμερ της στήνει ένα άλμπουμ ωμό, στρυφνό, μεταμοντέρνο, λακωνικό, που άμα το αποκωδικοποιήσεις ανοίγει σαν μαγικό μαργαριτάρι, αποκαλύπτοντας μια δουλειά άχρονη (πέρα από trends), παθιασμένη και με συγκλονιστικό συναισθηματικό βάθος. Άρα, αντί ευχών, κλείνω με τον τίτλο-μίνι ποίημα του εν λόγω άλμπουμ: «The idler wheel is wiser than the driver of the screw and whipping cords will serve you more than ropes will ever do...»