Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
 

Ντόροθι Πάρκερ: Η αιώνια μουντάδα ενός καθαρού μυαλού

Με τη νέα χρονιά συμπληρώνονται πενήντα ακριβώς χρόνια από τον θάνατο και εκατό από τα πρώτα κείμενα της διαχρονικά δημοφιλούς grande dame του αφοριστικού λόγου
Ποτέ δεν θα επιτύχω τίποτα, αυτό μου είναι απολύτως ξεκάθαρο. Ποτέ δεν θα γίνω διάσημη... Η Πάρκερ φωτογραφημένη από τον Ρίτσαρντ Άβεντον

Το μεν πνεύμα πρόθυμον… (ούτε καν αυτό δηλαδή, αλλά λέμε τώρα)

Όταν πέθανε το 1967 η Ντόροθι Πάρκερ στα 73 της, πάνω στην κόψη της ακμάζουσας τότε αντικουλτούρας, πολλοί δεν αντελήφθησαν καν την είδηση, ενώ κάποιοι άλλοι που την είχαν ξεγράψει προ πολλού έδειξαν ξαφνιασμένοι με το γεγονός ότι ζούσε ακόμα μέχρι χθες. Κάπως έτσι –και αποφεύγοντας περαιτέρω παραλληλισμούς– έφυγε δύο χρόνια αργότερα και ο Κέρουακ, αλκοολικός, πένης, ψιλοξεχασμένος και βουτηγμένος στην πικρία και στη χολή. Πού να φανταζόταν ότι στη μετά θάνατον ζωή θα μετουσιωνόταν σε brand αφηρημένης αντισυμβατικότητας και σε αιώνιο έμβλημα πραγμάτων, ιδεών και εμπορικών αγαθών που δεν τον αφορούσαν στην πραγματικότητα! Η Ντόροθι Πάρκερ, πάντως, γνώριζε καλά, προς βαθιά της απογοήτευση, ότι ήταν καταδικασμένη να μείνει στην αιωνιότητα διάσημη για ένα σωρό αυτοαναφορικές, αυτοσαρκαστικές, «πνευματώδεις» ατάκες, πολλές από τις οποίες ούτε είχε πει, ούτε θα έλεγε ποτέ, της αποδόθηκαν, όμως, αυθαίρετα και αβασάνιστα, αφού έμοιαζαν να ταιριάζουν σ’ αυτό που κατέληξε να συμβολίζει, όχι αυτό που επιθυμούσε να είναι. Όχι τη σημαντική γυναίκα των γραμμάτων, την ενεργά πολιτικοποιημένη διανοούμενη, την εξαίρετη ποιήτρια, δραματουργό, σεναριογράφο, κυρίως όμως δοκιμιογράφο, κριτικό και εξ αγχιστείας πρόγονο της Νέας Δημοσιογραφίας, αλλά μια ζωντανή μηχανή αποφθεγμάτων σε κατάσταση μόνιμου χανγκόβερ, και πάντα στο ’να χέρι το Μαρτίνι και στ’ άλλο χέρι το τσιγάρο – ή το στιλέτο, έτοιμο να μπηχτεί (μεταφορικά) σε όποιον ή όποιαν υπολειπόταν των υψηλών στάνταρ που είχε και για τη ζωή και για την τέχνη:  

 

Ποτέ δεν θα επιτύχω τίποτα, αυτό μου είναι απολύτως ξεκάθαρο. Ποτέ δεν θα γίνω διάσημη. Ποτέ δεν θα συμπεριληφθεί το όνομά μου με μεγάλα γράμματα στο ρόστερ Αυτών Που Κάνουν Πράγματα. Δεν κάνω τίποτα. Ούτε ένα πράγμα. Παλιότερα έτρωγα τα νύχια μου, αλλά ούτε αυτό δεν κάνω πια.

«Οι μικρές ώρες», από το «Here Lies», 1939

 

Φυσικά, ήταν ήδη διάσημη όταν γράφτηκαν οι παραπάνω γραμμές, και παραμένει διάσημη –αν κρίνει κανείς από τη συχνότητα παρουσίας των αποφθεγμάτων της στα κανονικά και στα κοινωνικά media, θα πρέπει να είναι δεύτερη μετά τον τιτάνα του «είδους» Όσκαρ Ουάιλντ– εκατό χρόνια μετά το δημοσιογραφικό/συγγραφικό της ντεμπούτο στην αμερικανική «Vogue» με μισθό δέκα δολάρια την εβδομάδα. «Δεν μ’ απασχολεί τρομερά ο μισθός», θα έγραφε μια δεκαετία αργότερα στο «New Yorker» (στο οποίο κατέληξε μετά την απόλυσή της από το «Vanity Fair» εξαιτίας του καυστικού της λόγου), «χρειάζομαι μόνο αρκετά για να κρατάω χωριστά την ψυχή από το σώμα». Τι ακριβώς εκπροσωπεί, όμως, σήμερα; Δεν έγραψε, όπως θα επιθυμούσε η ίδια, το Μεγάλο Βιβλίο ή τη Μεγάλη Ποίηση (αν και ποιήματα/γκραφίτι αυτοχειρίας, όπως το «Ρεζουμέ» με στίχους του τύπου «τα ξυράφια πονάνε, τα ναρκωτικά φέρνουν κράμπες, το γκάζι μυρίζει φριχτά, ας ζήσουμε τελικά», έχουν γλιτώσει πιθανότατα κόσμο και κοσμάκη από τα χειρότερα), ο μύθος της προσωπικότητάς της όμως εμπνέει και συγκινεί ακόμα. Ειδικά κάποια (πολλά) κορίτσια που ανακαλύπτουν ένα ζαμανφού υπόδειγμα αλλά και ένα χειραφετητικό ιδεώδες στην κεντρική (και τη μόνη γυναικεία) φιγούρα του περιβόητου κύκλου που είχε στήσει ένα κομμάτι της ιντελιγκέντσιας του Μανχάταν γύρω από τη «στρογγυλή τράπεζα» (ένα στάνταρ τραπέζι στο μπαρ) του ξενοδοχείου Algonquin από το 1919 και για μια δεκαετία περίπου, πολύ πριν από τη σύντομη και τραυματική εμπειρία της ως σεναριογράφου στο Χόλιγουντ. Ειδικότερα κάποια διαβαστερά κορίτσια με (στυλάτα) γυαλιά μυωπίας και μποέμικες προσμονές που διάβασαν κάποτε με υπομειδίαμα και ελαφρύ αναστεναγμό το πιο γνωστό ίσως στιχάκι της για τους «άντρες που σπάνια την πέφτουν σε κορίτσια που φοράνε γυαλιά». Ή την οικειοποίηση «της μοναδικής φράσης της Γερτρούδης Στάιν που μπόρεσα ποτέ να καταλάβω: Είναι υπέροχο το πόσο δεν μ’ ενδιαφέρει».

 

Πολλά χρόνια μετά, στη συνέντευξή της στο «Paris Review» για το τεύχος του καλοκαιριού του 1956, θα έλεγε σχετικά με τον μύθο της εποχής της τζαζ και της «χαμένης γενιάς» του Μεσοπολέμου: «Η Γερτρούδη Στάιν μάς έκανε το μεγαλύτερο κακό όταν δήλωσε: “Είστε όλοι μια χαμένη γενιά”. Η ατάκα κυκλοφόρησε και όλοι αναφωνήσαμε “γουάου, είμαστε χαμένοι!”. Ξαφνικά μας κατέλαβε μια αίσθηση αλλαγής. Ή ανευθυνότητας. Μην ξεχνάς όμως ότι, παρ’ ότι οι άνθρωποι στα ’20s έμοιαζαν επιπόλαιοι και ηττημένοι, στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου. Ο Φιτζέραλντ, και οι υπόλοιποι, μπορεί να ήταν απερίσκεπτοι, μπορεί να ήταν πότες, δούλευαν όμως πολύ σκληρά όλη την ώρα». Είχε ξεκινήσει ήδη η αποχώρησή της από τα εγκόσμια (τα κοσμικά τα είχε εγκαταλείψει προ πολλού), παρά το δυνατό comeback που είχε κάνει τη δεκαετία του ’50 με τη μηνιαία (όποτε το θυμόταν βασικά) στήλη της στο «Esquire», στη συνέντευξη αυτή όμως μπορεί να πετύχει κανείς μερικά από τα πιο ωραία και πιο καίρια αποφθέγματά της:   

Όλοι αυτοί οι συγγραφείς που γράφουν για τα παιδικά τους χρόνια! Χριστέ μου, έτσι κι έγραφα εγώ για τα δικά μου, θα φοβόσουν να κάτσεις στο ίδιο δωμάτιο μαζί μου. 

Είναι πιο εύκολο να γράψεις για αυτά που μισείς – όπως είναι πιο εύκολο να κριτικάρεις ένα κακό θεατρικό ή ένα κακό βιβλίο.

Είναι πολύ μεγάλη η απόσταση μεταξύ εξυπνακισμού και πνεύματος. Το πρώτο είναι απλά καλλισθενική γυμναστική με λέξεις.

Δεν έχω οπτική αντίληψη. Ακούω πράγματα. Αλλά δεν πρόκειται να ξανακάνω αυτό το «εκείνος είπε - εκείνη είπε» κόλπο ξανά, αυτά έχουν τελειώσει, αγάπη μου.

Θα ήθελα να έχω χρήματα. Και θα ήθελα να είμαι καλή συγγραφέας. Μπορούν να συναντηθούν αυτά τα δύο, και ελπίζω να το κάνουν, αλλά έστω κι αν σου ακούγεται χαριτωμένο, θα προτιμούσα τα χρήματα. Μισώ σχεδόν όλους τους πλούσιους ανθρώπους, αλλά θα ήμουν αξιαγάπητη ως πλούσια. Προς το παρόν, πάντως, θέλω μόνο να υπενθυμίσω το σχόλιο που είχε κάνει ο MauriceBaring: «Αν θες να μάθεις τι πιστεύει ο Θεός για το χρήμα, κοίτα μόνο σε ποιους το μοιράζει». Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν βοηθά και πολύ όταν έρχεται ο λύκος και ξύνει με τα νύχια την πόρτα σου, αλλά είναι μια παρηγοριά.

Τα λεφτά του Χόλιγουντ δεν είναι λεφτά. Είναι στερεοποιημένο χιόνι, λιώνει στα χέρια σου, και να ’σαι μετά, στο πουθενά. Δεν μπορώ να μιλήσω για το Χόλιγουντ. Ήταν τρόμος για μένα όταν ήμουν εκεί και είναι τρόμος τώρα που το θυμάμαι. Όταν, τελικά, ξέφυγα, δεν μπορούσα καν να αναφέρομαι στο μέρος με τ’ όνομά του. «Εκεί πέρα», το αποκαλούσα. 

Δεν είναι οι τραγωδίες που μας σκοτώνουν, είναι τα μπερδέματα, οι μπελάδες. Δεν τα αντέχω. Δεν σου κάνω την έξυπνη. Το ξέρεις ότι δεν το κάνω, γλυκιά μου, τώρα που με γνώρισες, έτσι δεν είναι;

 

«Τι φρέσκια κόλαση είναι πάλι τούτη;»

H Nτόροθι Πάρκερ στη γραφομηχανή της.
H Nτόροθι Πάρκερ στη γραφομηχανή της.

 

Αυτός είναι ο τίτλος της εξαιρετικής βιογραφίας της Ντόροθι Πάρκερ από την επιφανή «παρκερολόγο» Marion Meade και αναφέρεται στην κατά περίσταση αλαφροΐσκιωτη φύση της «Ντότι», η οποία συχνά, όταν χτυπούσε το κουδούνι στο διαμέρισμά της, πεταγόταν και απηύθυνε προς το άγνωστο αυτό το ερώτημα («δεν έκανε πλάκα, το εννοούσε», υποσημειώνει η βιογράφος). Αυτό που την τρέλαινε βεβαίως πιο πολύ απ’ όλες τις παρεξηγήσεις για το πραγματικό ποιόν της ήταν ότι είχε κατοχυρωθεί ως ευθυμογράφος par excellence για μια ημιμαθή ελίτ. Όπως γράφει ο Robert Gottlieb στο «οριστικό» κείμενό του με τίτλο «Brilliant, Troubled Dorothy Parker» που δημοσιεύτηκε στο «New York Review of Books» τον περασμένο Απρίλιο, «… η Ντόροθι Πάρκερ ήταν πάντα έτοιμη να φανεί αντάξια των προκλήσεων που θέτουν τόσο το μεγαλείο όσο και τα σκουπίδια. Αυτό που την τρέλαινε ήταν οτιδήποτε βρισκόταν ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο… Παραήταν ξύπνια για να αποδεχτεί τον ίδιο της τον μύθο και να γλιστρήσει στη νοσταλγία. Αυτό την άφηνε με το καθαρό μυαλό που απαιτείται για να αναγνωρίζει κανείς κάποιες πολύ πικρές πραγματικότητες στη ζωή του. Παραήταν συνετή για να ζει μετανοιωμένη, κατανοούσε όμως πόση από τη ζωή της είχε σπαταλήσει τριγυρνώντας υπό την επήρεια σε οικεία περιβάλλοντα. Έχω την εντύπωση ότι η τραγωδία της Ντόροθι Πάρκερ δεν ήταν ότι υπέκυψε στον αλκοολισμό και πέθανε ουσιαστικά ολομόναχη αλλά ότι παραήταν ευφυής για να πιστέψει ποτέ ότι είχε αξιοποιήσει απολύτως τον εαυτό της». 

 

Παραήταν ξύπνια για να αποδεχτεί τον ίδιο της τον μύθο και να γλιστρήσει στη νοσταλγία. Αυτό την άφηνε με το καθαρό μυαλό που απαιτείται για να αναγνωρίζει κανείς κάποιες πολύ πικρές πραγματικότητες στη ζωή του.

 

Την απασχολούσε επίσης έντονα το γεγονός ότι η πολιτική διάσταση των λέξεων και των πράξεων της γυναίκας που είχε τρέξει μόνη της να διαμαρτυρηθεί εντόνως για την καταδίκη σε θάνατο και ακολούθως την εκτέλεση των αναρχικών συνδικαλιστών Σάκο και Βαντσέτι περνούσε συχνά στο ντούκου. Ένας από τους τακτικούς συνδαιτυμόνες της στη «στρογγυλή τράπεζα» (ή «φαύλο κύκλο») του ξενοδοχείου Algonquin, ο κορυφαίος χρονογράφος/κολουμνίστας της εποχής του, Franklin P. Adams, είχε γράψει για τα «ευθυμογραφήματά» της: «Κανείς δεν μπορεί να γράψει τόσο ειρωνικά πράγματα αν δεν διαθέτει μια βαθιά αίσθηση της αδικίας – της αδικίας προς όλα τα μέλη της ανθρώπινης φυλής που γίνονται θύματα των ηλιθίων και των υποκριτών». Πολύ πιο πρόσφατα πάλι, το 1999 και από τις σελίδες του «Vanity Fair», ο συχωρεμένος (για πολλές υπερφίαλες θέσεις του και κυρίως για την αντιδραστική και ατυχέστατη πρόσδεσή του στο άρμα του Μπους υιού όσον αφορά τον πόλεμο στο Ιράκ) ο Κρίστοφερ Χίτσενς παρουσίασε γλαφυρά τις τελευταίες μέρες της, στο κομμάτι με τον νόστιμο τίτλο «Επαναστάτρια με βραδινό ένδυμα» («Rebel in evening clothes»):

«“Αλλά θα παραμείνω για πάντα όπως είμαι”, είχε γράψει το 1925. “Επειδή δεν μου καίγεται καρφί”. Ως συνέπεια, εν μέρει, αυτής της πολιτικής, το τέλος της δεν ήταν όσο γλυκό θα μπορούσε να είναι. Μόνη, εκτός από τον σκύλο της τον Troy, ελαφρώς πικραμένη, και με κάποια αδυναμία στα προμεσημβρινά κοκτέιλ, κρατήθηκε ζωντανή στο ξενοδοχείο Volney –λίγα βήματα από το Σέντραλ Παρκ που ήταν γεμάτο από το είδος αργόσχολων γυναικών που πάντα αντιπαθούσε– και συνέχισε να κάνει καυστικά σχόλια ενώπιον ενός συρρικνωμένου πλέον ακροατηρίου. Εκ φύσεως άχρηστη με τα χρήματα, έκανε πολλούς φίλους της να εκπλαγούν όταν πληροφορήθηκαν, μετά τον θάνατό της, ότι είχε μπει στον κόπο να κάνει διαθήκη. Το 1965 όμως, νιώθοντας μάλλον ότι σιγόσβηνε, εξουσιοδότησε έναν συμβολαιογράφο ονόματι Oscar Bernstien να επικυρώσει ένα απλό έγγραφο. Άφηνε τα πάντα –μετοχές του «New Yorker», καταθέσεις, πνευματικά δικαιώματα– στον αιδεσιμότατο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Σε περίπτωση θανάτου του, η περιουσία θα έπρεπε να μεταβιβαστεί στον Εθνικό Οργανισμό για την Προώθηση των Δικαιωμάτων των Εγχρώμων (NAACP)… Αφού ολοκληρώθηκε αυτή η σύντομη διαδικασία –και ενώ στο μεταξύ είχε ορίσει ως εκτελέστρια της διαθήκης τη Λίλιαν Χέλμαν–, πληροφόρησε τον Ζίρο Μόστελ ότι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει πλέον είναι να πεθάνει…»

 

H Nτόροθι Πάρκερ με τον σύζυγό της Άλαν Κάμπελ τη δεκαετία του '30
H Nτόροθι Πάρκερ με τον σύζυγό της Άλαν Κάμπελ τη δεκαετία του '30

 

Για διάφορους λόγους, οι στάχτες της παρέμειναν σ’ ένα συρτάρι μέχρι τον Οκτώβριο του 1988, όταν ο Benjamin Hooks του NAACP έδωσε εντολή να δημιουργηθεί ένας μικρός επιμνημόσυνος κήπος στις κεντρικές εγκαταστάσεις του Οργανισμού στη Βαλτιμόρη. Ακολούθησε μια σύντομη τελετή κατά την οποία ο κ. Hooks πήρε την πρωτοβουλία να «αναβαθμίσει» το επικήδειο απόφθεγμα που είχε ζητήσει η ίδια («Συγχωρείστε μου τη σκόνη»), λέγοντας ότι θα άρμοζε καλύτερα να θυμηθούμε τους στίχους από το ποίημά της «Επιτάφιος για μια αγαπημένη κυρία»:

 

Αφήστε για κείνη ένα κόκκινο νεαρό ρόδο
Τραβήξτε το δρόμο σας και κρατήστε τον οίκτο σας.
Είναι ευτυχισμένη, γιατί ξέρει
Ότι η σκόνη της είναι τόσο όμορφη.

 

Λέει η επιγραφή σ’ αυτό το μικρό μνημείο:

Ενθάδε κείνται οι στάχτες της Ντόροθι Πάρκερ (1893-1967). Ευθυμογράφος, συγγραφέας, κριτικός, υπερασπίστρια των ανθρωπίνων και των πολιτικών δικαιωμάτων. Για τον επιτάφιό της είχε προτείνει το «Συγχωρείστε μου τη σκόνη». Αυτός ο επιμνημόσυνος κήπος είναι αφιερωμένος στο ευγενές πνεύμα της, μέσω του οποίου τιμούσε πάντα την ενότητα της ανθρωπότητας, και στους δεσμούς αιώνιας φιλίας μεταξύ μαύρων και Εβραίων. 

 

H Dorothy Parker διαβάζει ένα ποίημά της:

 

 

 

"One Perfect Rose"

A single flow'r he sent me, since we met.
All tenderly his messenger he chose;
Deep-hearted, pure, with scented dew still wet--
One perfect rose.


I knew the language of the floweret;
"My fragile leaves," it said, "his heart enclose."
Love long has taken for his amulet
One perfect rose.

 

Why is it no one ever sent me yet
One perfect limousine, do you suppose?
Ah no, it's always just my luck to get
One perfect rose.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

 Γιατί σπάνια θα δεις γυναίκα ηλεκτρολόγο: Φύλο, τεχνολογία και επιστήμη, ένας διαρκής ανοιχτός διάλογος

Γυναίκες Γιατί σπάνια θα δεις γυναίκα ηλεκτρολόγο: Φύλο, τεχνολογία και επιστήμη, ένας διαρκής ανοιχτός διάλογος

Η Μαρία Ρεντετζή εξηγεί τους μηχανισμούς αποκλεισμού γυναικών από τους χώρους της τεχνολογίας και της επιστήμης
22.11.2016
Σεξισμός εκεί που δεν τον περιμένεις

ΓυναίκεςΣεξισμός εκεί που δεν τον περιμένεις

Κι όμως, τα χειρότερα σχόλια και τις πιο βδελυρές απόψεις για τις γυναίκες δεν τις συντηρούν οι συνήθεις ύποπτοι
27.10.2016

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

No Sir!: Ο Άλμπερτ Φίνεϊ, ο Ντέιβιντ Μπόουι και οι άλλοι που απέρριψαν μετά βδελυγμίας τον τίτλο του Ιππότη

Culture No Sir!: Ο Άλμπερτ Φίνεϊ, ο Ντέιβιντ Μπόουι και οι άλλοι που απέρριψαν μετά βδελυγμίας τον τίτλο του Ιππότη

Η εκλεκτή λίστα των εκπροσώπων των γραμμάτων και τεχνών που αρνήθηκαν τον «ύψιστο» τίτλο τιμής εκ μέρους της βρετανικής μοναρχίας
11.2.2019
20 χρόνια Sopranos: Τελικά πεθαίνει ή όχι ο Τόνι στο αινιγματικό φινάλε;

Culture 20 χρόνια Sopranos: Τελικά πεθαίνει ή όχι ο Τόνι στο αινιγματικό φινάλε;

Με αφορμή την κυκλοφορία ενός νέου, «οριστικού» βιβλίου για την θρυλική σειρά, ο δημιουργός της Ντέιβιντ Τσέις μιλά για τα πάντα αλλά και για το πιο αμφιλεγόμενο φινάλε στην ιστορία της τηλεόρασης
10.1.2019
Deliverance: το οικολογικό θρίλερ του Τζον Μπούρμαν, αγέρωχο και επίκαιρο 45 χρόνια μετά

Culture Deliverance: το οικολογικό θρίλερ του Τζον Μπούρμαν, αγέρωχο και επίκαιρο 45 χρόνια μετά

Μια κινηματογραφική παραγωγή του 1972 που στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο Όταν Ξέσπασε η Βία και είχε εντυπωσιακή americana μουσική
8.9.2018
*[Ο κήπος] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Culture *[Ο κήπος] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Τα λουλούδια διαλέγουν πότε θα γίνουν κήπος
20.6.2018
*[Μπελ Ετουάλ] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Culture *[Μπελ Ετουάλ] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Ο Πάνος Μιχαήλ γράφει για το βιβλίο του Πέτρου Μπιρμπίλη Μπέλ Ετουάλ: αιμάτινοι σβόλοι χώματος που σύνεχεια τρίζουν και θέλουν μια αγκαλιά για να ξαποστάσουν.
7.6.2018
*[Μετακομίσεις] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Culture *[Μετακομίσεις] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Όλα θα γίνουν απλά τώρα
4.6.2018
Ο Φιλ Ιερόπουλος και ο Φοίβος Δούσος γράφουν ποίηση για Πόκεμον. Στ' αλήθεια.

Culture Ο Φιλ Ιερόπουλος και ο Φοίβος Δούσος γράφουν ποίηση για Πόκεμον. Στ' αλήθεια.

Η γενιά που μεγάλωσε με την κουλτούρα του ίντερνετ και των video games ασχολείται με το Pokemon Poetry και μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν αυτό που κάνουν είναι Τέχνη
29.4.2018
Το πρώτο Glam Slam της Αθήνας δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια

Culture Το πρώτο Glam Slam της Αθήνας δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια

Μια απολαυστική βραδιά με μεταμοντέρνο καμπαρέ, performances, drag show, τέχνη και μουσική στο πιο πρωτότυπο event που έχει γίνει τελευταία στην πόλη
23.4.2018
20 τρόποι για να περάσουν καλά τα παιδιά στην πόλη

Culture 20 τρόποι για να περάσουν καλά τα παιδιά στην πόλη

Παραστάσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, πασχαλινές δράσεις και ό,τι άλλο μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον παιδιών και γονέων αυτές τις μέρες στην Αθήνα
29.3.2018
*[ Η γλυκιά φωτιά]  Από τον Πάνο Μιχαήλ

Culture *[ Η γλυκιά φωτιά] Από τον Πάνο Μιχαήλ

Tι μένει απ' όλα αυτά τελικά; Ποιά εικόνα;
11.2.2018
*[Δίψα για Εξομολόγηση]

Culture *[Δίψα για Εξομολόγηση]

Ν.Α. Ασλάνογλου: Για μας, η νύχτα είναι καλή, θα καταπιεί όσα τραβούμε.
3.1.2018
11 «λύσεις» για να περάσουν τέλεια οι μικροί (και οι γονείς τους) τις γιορτές

Culture 11 «λύσεις» για να περάσουν τέλεια οι μικροί (και οι γονείς τους) τις γιορτές

Τέχνη, θέατρο, μουσική και πατινάζ στον πάγο για μικρά και μεγάλα παιδιά
23.12.2017
Δίπορτο

Culture Δίπορτο

Ο Πάνος Μιχαήλ εξηγεί γιατί φέτος στόλισε το χριστουγεννιάτικο ντίλντο του με παρενδυτικές φωτογραφιες του ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊώαννου, του Γιάννη Τσαρούχη και του Βασίλη Τσιτσάνη
22.12.2017
Η γυναίκα με τα μούσια που έγινε σελέμπριτι τον 17ο αιώνα

Culture Η γυναίκα με τα μούσια που έγινε σελέμπριτι τον 17ο αιώνα

Παρά το σύνδρομο του Άμπρας που κάλυπτε όλο το πρόσωπο της με τρίχες η Barbara van Beck κατόρθωσε να ζήσει μια ζωή σαφώς καλύτερη από τις περισσότερες γυναίκες της εποχής της.
17.12.2017
Το μπαλέτο «Νουρέγιεφ» έκανε πρεμιέρα χωρίς τον σκηνοθέτη του (NSFW)

Culture Το μπαλέτο «Νουρέγιεφ» έκανε πρεμιέρα χωρίς τον σκηνοθέτη του (NSFW)

Η πολυαναμενόμενη παράσταση για τον θρύλο του μπαλέτου ανέβηκε ενώ ο Κυρίλ Σερεμπρένικοφ εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατ' οίκον περιορισμό.
16.12.2017
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Προηγούμενα 1 Επόμενα