Η ταινία πήρε μέρος στο London Greek Film Festival, όπου απέσπασε τρία βραβεία –Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Α' Ανδρικού Ρόλου. Επίσης είχε 6 κύριες Υποψηφιότητες στα πολύ σημαντικά ανεξάρτητα Maverick Movie Awards του Λος Άντζελες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ταινία πήρε μέρος στο London Greek Film Festival, όπου απέσπασε τρία βραβεία –Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Α' Ανδρικού Ρόλου. Επίσης είχε 6 κύριες Υποψηφιότητες στα πολύ σημαντικά ανεξάρτητα Maverick Movie Awards του Λος Άντζελες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η καινούρια σου ταινία λέγεται Invisible και είναι η ιστορία του Άρη, που στα 35 του χρόνια απολύεται από το εργοστάσιο που δούλευε και αποφασίζει να εκδικηθεί. Μίλησε μας γι΄αυτήν.

Η ταινία μπορείς να πεις ότι είναι πολύ σκληρή, πολύ ακραία, με την έννοια ότι ο ήρωας είναι ένα πρόσωπο που πηγαίνει στα άκρα. Η ταινία, σχεδόν, είναι σαν ένα κάλεσμα σε εξέγερση, θα μπορούσε να πει κανείς. Όταν έγραφα το σενάριο, σε συνεργασία με τον Γιώργο Μακρή, είχα αρκετές αναστολές –αναρωτιόμουν μήπως ήταν υπερβολική η στάση του ήρωα. Η υπόθεση ήταν μια ιδέα που είχα, η οποία ήρθε και έδεσε με τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας. Η ακρότητα όμως που έχει η ταινία, είναι μια ακρότητα που συμβαδίζει με αυτό που συμβαίνει. Σε αυτό το σημείο θέλω να πω ότι δεν πρέπει να φοβηθεί κανείς να δει την πραγματικότητα, όσο χάλια κι αν είναι αυτή, είτε είναι του εαυτού του είτε είναι όλο αυτό που συμβαίνει γύρω του. Νομίζω ότι υπάρχει η τάση αυτή, τον καθρέφτη δεν τον θέλουμε και όταν κοιτάμε, δεν κοιτάμε με καθαρά μάτια. Για μένα η αντίδραση του πρωταγωνιστή δεν οφείλεται απλά στο γεγονός ότι χάνει τη δουλειά του –το οποίο βέβαια είναι πολύ σημαντικό, γιατί χάνω τη δουλειά μου σημαίνει ότι χάνω τη θέση μου στον κόσμο. Σε τελική ανάλυση σου αρνούνται την ύπαρξή σου και δεν είναι μεταφορικό αυτό, είναι και κυριολεκτικό, γιατί δεν έχει ο καθένας τις πολλές δυνατότητες επιλογών. Μπορεί κάποιος κόσμος να έχει μεγαλύτερη ευελιξία αλλά κόσμος που δεν έχει μια υποστήριξη ή που δεν έχει από πλευράς προσόντων επιλογές, κυριολεκτικά βρίσκεται στο κενό. Ξεκίνησα το σενάριο από ένα αίσθημα που είχα πάντα –δε μπορώ να αποδεχτώ τον παραλογισμό τού να σε τοποθετεί το κοινωνικό περιβάλλον σε μία θέση και να πρέπει να την αποδεχτείς και μάλιστα εφ΄όρου ζωής. Αυτόν τον παραλογισμό δε μπορώ να τον αποδεχτώ προσωπικά, καταλήγεις από υποκείμενο να γίνεσαι αντικείμενο. Αυτό είναι που και ο ήρωας - που είναι, βέβαια, ένα πρόσωπο naïve - με έναν απλοϊκό τρόπο και ενστικτώδη, αρνείται να αποδεχτεί.


Πώς κατέληξες στον πρωταγωνιστή; Στο trailer η εικόνα του Γιάννη Στάνκογλου μοιάζει διαφορετική από αυτήν που έχουμε συνηθίσει.

Χαίρομαι που το λες, πιστεύω ότι είναι πολύ διαφορετικός από οτιδήποτε έχει κάνει. Τον Γιάννη τον ήξερα προτού γίνει ηθοποιός και πρωτομιλήσαμε σχεδόν ενάμισι χρόνο πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα. Νομίζω ότι του ταίριαζε ο ρόλος κι από την άλλη κάναμε αρκετή δουλειά και τον πέτυχα σε μια στιγμή που και ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Πιστεύω ότι πραγματικά είναι μια δυνατή παρουσία, δεν είναι τυχαίο ούτε το βραβείο που πήρε στο Λονδίνο, ούτε η υποψηφιότητα στο Λος Άντζελες. Έχει αυτήν τη σωματικότητα του ήρωα την οποία λίγοι έχουν, στο εργοστάσιο που κάναμε τα γυρίσματα θα μπορούσαν να τον προσλάβουν. Ο Γιάννης κυριολεκτικά είχε γίνει ένα με τον ρόλο. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πλευρά, η οποία επίσης βοήθησε. Ο ήρωας έχει ένα εξάχρονο αγοράκι και ο Γιάννης είναι επίσης πατέρας, υπήρχε λοιπόν και η αίσθηση της πατρότητας.

 

Το κακό είναι ότι διαμορφώνουμε μία συνείδηση στο κοινό που είναι αντικινηματογραφική, γιατί είναι επιφανειακή –αντιμετωπίζουμε την ταινία σαν event, δε δημιουργούμε καινούριους σινεφίλ. Ένα άλλο πρόβλημα για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο είναι ότι οι πραγματικοί παραγωγοί, που ρισκάρανε, σιγά σιγά αποσύρονται.


Στο trailer εντυπωσιάζει η μουσική επένδυση. Μίλησέ μου για τη μουσική της ταινίας.

Στο trailer ακούγεται ένα απόσπασμα από την όπερα του Μπιζέ, Αλιείς Μαργαριταριών. Στην ταινία ακούγονται κάποια κομμάτια του Papercut -ο οποίος μόλις κυκλοφόρησε και καινούριο cd- τα οποία έχω επιλέξει εγώ. Γενικά στις ταινίες μου ασχολούμαι και με την τελευταία λεπτομέρεια, ακόμα και με τον ήχο της πόρτας που κλείνει. Όταν κάνεις ένα σινεμά που έχει μια άποψη, είναι λογικό αυτή να υπάρχει στα πάντα, και ο ήχος κι η μουσική είναι κάτι πολύ σημαντικό. Ποτέ δεν υπερκαλύπτω τη συμβολή των υπολοίπων, γιατί μια ταινία είναι συλλογική δουλειά, αλλά με ιντριγκάρει να ασχολούμαι και με την παραμικρή λεπτομέρεια.


Βλέπω ότι έχεις δώσει μεγάλη έμφαση στο χώρο που έγιναν τα γυρίσματα. Γιατί επέλεξες τον βιομηχανικό χώρο και τη μικρή επαρχιακή πόλη, που στην ουσία είναι σχεδόν κατεστραμμένη; Θεωρείς ότι η επαρχία και οι χώροι αυτοί είναι πιο αντιπροσωπευτικοί της σημερινής πραγματικότητας στην Ελλάδα;

Καταρχήν, ενώ φαίνεται επαρχία, ο Ασπρόπυργος είναι ακριβώς δίπλα στην Αθήνα. Είναι ένας χώρος και ένας κόσμος σε μεγάλο βαθμό αόρατος. Είναι ένας κόσμος που η πρωτεύουσα, που είναι δίπλα, σχεδόν αγνοεί την ύπαρξή του. Δεν ξέρεις σε ποιο βαθμό την αγνοεί συνειδητά και σε ποιον ασυνείδητα. Ερχόμαστε λοιπόν στον τίτλο της ταινίας, που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει αινιγματικός σε σχέση με την υπόθεση. Ονομάσαμε την ταινία Invisible, ακριβώς επειδή αφορά έναν αόρατο κόσμο, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο ήρωας. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν είναι ένας κόσμος περιθωριακός αλλά ένας κόσμος παραγωγής, από τον οποίο ωφελούμαστε αλλά δεν θέλουμε να τον βλέπουμε. Πόσο συχνά θα δούμε ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί κάποιος που δουλεύει χειρωνακτικά; Η ταινία, ενώ ξεκινά με έναν αδρό ρεαλισμό, δε μένει σε αυτό. Δε μένει σε μια καταγραφή, σαν ταινία έχει μια πολυπλοκότητα που ξεπερνά τον απλό ρεαλισμό. Δεν παρακολουθεί, μόνο, αυτόν τον κόσμο εξωτερικά, παρακολουθεί και την ψυχολογία του ήρωα, μπαίνει στο μυαλό του.

 

Invisible (2015)


Όταν ξεκινάς να γυρίσεις μια ταινία, την έχεις φανταστεί πώς ακριβώς θα είναι;

Ναι, όταν πια ξεκινάω να γυρίσω, την έχω στο μυαλό μου. Βέβαια υπάρχει πάντα το απρόοπτο, δε μπορείς να το αποφύγεις και πολλές φορές μπορεί να είναι και καλοδεχούμενο, να σου φέρει κάποια πράγματα που δεν είχες φανταστεί. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να γίνει ακριβώς αυτό που έχεις στο μυαλό σου, είναι μαθηματικώς βέβαιο. Σε αυτήν την ταινία πρέπει να πω ότι άφησα πολύ χώρο στους ηθοποιούς, πιστεύω ότι το κλειδί είναι το σωστό casting. Επιλέγοντας τα πρόσωπα που «είναι» ο ρόλος, έχει γίνει το 50% της δουλειάς. Ένα παράδειγμα είναι η επιλογή του παιδιού, που ήταν πολύ δύσκολη, μια και το μέσο παιδάκι σήμερα δεν είναι σαν αυτό της ταινίας. Γενικά ήμουν σε ένα αδιέξοδο, είχα δει πολλά παιδάκια, γνωστά και άγνωστα, αλλά όταν είδα σε βίντεο το παιδί που επέλεξα, μέσα σε δευτερόλεπτα ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτό που έψαχνα και στα γυρίσματα ασχολήθηκα μαζί του πραγματικά ελάχιστα. Αυτό που ψάχνω, γενικά, στο casting είναι το βλέμμα του ηθοποιού και αυτά που μεταφέρει, είτε είναι επαγγελματίας είτε ερασιτέχνης.


Μπορούμε να πούμε ότι οι τελευταίες σου ταινίες έχουν πολιτικό στίγμα;

Σίγουρα, παρόλο που ποτέ δεν ήταν πρόθεσή μου κάτι τέτοιο. Θα έλεγα ότι τελικά όλες μου οι ταινίες έχουν μία ισχυρή, έμμεση, πολιτική διάσταση –την πιο άμεση την έχει η τελευταία. Το 2000 έκανα το 2000 + 1 Στιγμές που ήταν μία ταινία με αφορμή το millennium. Τότε, αυτό που προβαλλόταν από τα ΜΜΕ ήταν ο νέος αιώνας, το σούπερ που έρχεται, η προσδοκία. Εγώ έκανα μία ταινία που ήταν κάτω από όλο αυτό το πράγμα και παρακολουθούσε 8 πρόσωπα στην Αθήνα λίγο πριν την αλλαγή της χιλιετίας, βγάζοντας ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα. Ταυτόχρονα, από τις ανοιχτές τηλεοράσεις των ηρώων, «περνούσαν» ειδήσεις από όλο τον κόσμο, που είχα επιλέξει, δίνοντας την εικόνα, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά όλου του πλανήτη. Στην Πόλη των Θαυμάτων που έκανα το 2004, που ήταν επίσης μια στιγμή ευφορίας για την Ελλάδα, λόγω της Ολυμπιάδας, πάλι υπήρχε μια πλάγια ματιά σε όλο αυτό γεγονός. Να πω εδώ ότι η πρώτη μου ταινία μικρού μήκους λεγόταν Φιλοσοφία και είχε γυριστεί με αφορμή τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος μόλις είχε ξεκινήσει. Το σενάριο έλεγε ότι ο πόλεμος επεκτεινόταν στα Βαλκάνια, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να καταρρεύσει και ο Πρόεδρος να κηρύξει πτώχευση. Αυτό λοιπόν είχε πάρει το βραβείο φανταστικού κινηματογράφου!

 

Η ελληνική κοινωνία πάσχει από μια σοκαριστική υποκρισία και αυτό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Ζει επίπλαστα, έμαθε να ζει επίπλαστα και αρνείται να δει την πραγματικότητα, ναρκισσεύεται και προσπαθεί να φτιάξει μια εικόνα αγιογραφίας του εαυτού της, ενώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Σίγουρα θα πηγαίνουμε οικονομικά όλο και χειρότερα, άλλωστε αυτό συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη.


Η ταινία θα προβληθεί στην Ελλάδα για πρώτη φορά την Παρασκευή, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έχει όμως παρουσιαστεί εκτός Ελλάδας. Πώς ήταν η υποδοχή της;

Η ταινία πήρε μέρος στο London Greek Film Festival, όπου απέσπασε τρία βραβεία –Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Α' Ανδρικού Ρόλου. Επίσης είχε 6 κύριες Υποψηφιότητες στα πολύ σημαντικά ανεξάρτητα Maverick Movie Awards του Λος Άντζελες. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα πολύ πρώτο ξεκίνημα, γιατί η ταινία καθυστέρησε αρκετά να ολοκληρωθεί λόγω διαφόρων δυσκολιών -κυρίως οικονομικών, γιατί έγινε με πολύ μικρό budget- με αποτέλεσμα να μην προλάβουμε κάποια φεστιβάλ. Μας δυσκόλεψε επιπλέον και το γεγονός ότι η ταινία γυριζόταν σε πραγματικό περιβάλλον, με εξωτερικά γυρίσματα και κατά κάποιο τρόπο εκτός έδρας. Αφιέρωσα πάρα πολύ χρόνο στο ρεπεράζ, ώστε να βρω τους κατάλληλους χώρους, που θα ταιριάζουν με το ύφος της ταινίας. Να προσθέσω, επίσης, ότι τώρα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ό,τι στο παρελθόν να πάει μια ελληνική ταινία στα διεθνή φεστιβάλ –η προηγούμενή μου, οι Τρεις Μέρες Ευτυχίας, πήγε σε πάνω από είκοσι. Πιστεύω ότι και αυτή θα έχει μια ανάλογη πορεία. Ο κινηματογράφος έχει ένα μεγάλο αβαντάζ, είναι μια διεθνής γλώσσα, με αυτόν επικοινωνείς απευθείας. Επιπλέον, τα κανάλια επικοινωνίας είναι, πια, πιο ανοιχτά.

 

Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Γιάννης Στάνκογλου, που υποδύεται τον κεντρικό ήρωα, ενώ στο ρόλο του γιου του, εμφανίζεται ο μικρός Χρήστος Μπενέτσης. Άλλους ρόλους κρατούν η Κόρα Καρβούνη, ο Κώστας Ξυκομηνός, ο Μενέλαος Χαζαράκης, η Εύα Στυλάντερ, η Βιργινία Ταμπαροπούλου και η Νικολίτσα Ντρίζη.
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Γιάννης Στάνκογλου, που υποδύεται τον κεντρικό ήρωα, ενώ στο ρόλο του γιου του, εμφανίζεται ο μικρός Χρήστος Μπενέτσης. Άλλους ρόλους κρατούν η Κόρα Καρβούνη, ο Κώστας Ξυκομηνός, ο Μενέλαος Χαζαράκης, η Εύα Στυλάντερ, η Βιργινία Ταμπαροπούλου και η Νικολίτσα Ντρίζη.


Συγκαταλέγεσαι στο λεγόμενο Νέο Κύμα του ελληνικού κινηματογράφου, μαζί με σκηνοθέτες όπως ο Λάνθιμος, η Τσαγκάρη, ο Κούτρας. Χαρακτηριστικό του Νέου Κύματος θεωρείται ότι είναι οι αφηγηματικές ταινίες -με υπόθεση- που απευθύνονται στον θεατή, ενώ οι περισσότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου στο παρελθόν ήταν προσωπικές, σχεδόν ομφαλοσκοπούσαν. Θεωρείς ότι όντως υπάρχει αυτό το Κύμα, έχει κάποια χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να το ονομάσουμε έτσι;

Σίγουρα έχει υπάρξει μια αφύπνιση και θα έλεγα ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον νέο ελληνικό κινηματογράφο είναι η λειτουργικότητα –απευθύνεται, δεν είναι εσωστρεφές, αυτό είναι σίγουρο. Από εκεί και πέρα το θέμα είναι να έχει ισχυρές κινηματογραφικές αξίες, ώστε να αντέξει όταν θα πάψει να είναι μόδα ή όταν θα πάψει η Ελλάδα να είναι στο προσκήνιο. Αυτό είναι για μένα το πραγματικό κλειδί κι αυτό που θα μείνει στο χρόνο, γιατί όλα αυτά τα χρόνια που κάνω σινεμά είναι πάρα πολύς κόσμος που κάνει μια-δυο ταινίες και τελικά δε σημαίνει και δε συμβαίνει κάτι. Είναι λογικό ότι πράγματα που δεν είναι ακριβώς μέσα στην ίδια την ταινία παίζουνε ρόλο -το θέμα, ένα περιβάλλον, μία κατάσταση- όμως μετά αυτά φεύγουνε και μένει η ταινία, μένει το σινεμά. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα γενικότερο σχόλιο, γιατί θεωρώ ότι υπάρχει ένα θέμα με τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, που έχει προβλήματα γιατί ακριβώς υπάρχει μία πρόθεση, υπερβολική μάλιστα, ταινιών χωρίς κινηματογραφικό αντίκρισμα. Υπάρχει η προώθηση ταινιών που σε μεγάλο βαθμό χτίζεται το προφίλ τους μέσω των φεστιβάλ, των δημοσίων σχέσεων και των ΜΜΕ, χωρίς να υπάρχει πραγματική ουσία. Βλέπεις ότι μόλις μία ταινία των σκηνοθετών, που είναι σε αυτό το σύστημα, δεν έχει όλη αυτήν την υποστήριξη, περνάει απαρατήρητη, επειδή η ταινία δεν έχει δύναμη. Το κακό είναι ότι διαμορφώνουμε μία συνείδηση στο κοινό που είναι αντικινηματογραφική, γιατί είναι επιφανειακή –αντιμετωπίζουμε την ταινία σαν event, δε δημιουργούμε καινούριους σινεφίλ. Ένα άλλο πρόβλημα για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο είναι ότι οι πραγματικοί παραγωγοί, που ρισκάρανε, σιγά σιγά αποσύρονται. Αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη έχει διαμορφωθεί μια γραφειοκρατική κατάσταση, όπως και στην πολιτική, και όπως κάθε γραφειοκρατία, ουσιαστικά ενδιαφέρεται για την αυτοσυντήρησή της.


Τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα πώς την βλέπεις; Πώς βλέπεις να επηρεάζει το παρόν και το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου;

Το παρόν του ελληνικού κινηματογράφου το έχει επηρεάσει σαφώς και ακόμα δεν έχει φανεί, γιατί η πλειοψηφία των ταινιών που προβάλλονται τώρα, πρόλαβε ένα προηγούμενο καθεστώς, επειδή μια ταινία, συνήθως, έχει έναν χρόνο παραγωγής δυο-τρία χρόνια. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και θα φανεί τα επόμενα χρόνια. Από την άλλη, πιστεύω ότι αυτή η κατάσταση οδηγεί τον κινηματογράφο, αναγκαστικά, σε πιο ακραίες επιλογές –δεν έχεις την πολυτέλεια να είσαι γύρω από κάποια πράγματα, πρέπει να πας άμεσα πάνω τους. Αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχει μια σοκαριστική απάθεια, είναι σε μια διαρκή πτώση και το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Η συνεχής πολιτική απαξίωση και απογοήτευση τροφοδοτεί μια νέα απάθεια, που έρχεται να προστεθεί. Είναι πραγματικά άγνωστο πού θα οδηγήσει και πώς θα φτάσουμε σε ένα σημείο απ΄όπου θα αρχίσει η αντιστροφή της κατάστασης –γιατί υπάρχουν υγιείς δυνάμεις. Ο καθένας μας έχει ευθύνες -αυτό θέλω να πω και με την ταινία- δε μπορούμε να μεταθέτουμε τα πάντα, ας πούμε, στους πολιτικούς. Η ελληνική κοινωνία πάσχει από μια σοκαριστική υποκρισία και αυτό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Ζει επίπλαστα, έμαθε να ζει επίπλαστα και αρνείται να δει την πραγματικότητα, ναρκισσεύεται και προσπαθεί να φτιάξει μια εικόνα αγιογραφίας του εαυτού της, ενώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Σίγουρα θα πηγαίνουμε οικονομικά όλο και χειρότερα, άλλωστε αυτό συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη. Αν η Ελλάδα φύγει σιγά σιγά από το επίκεντρο των ΜΜΕ, στο οποίο βρέθηκε, ίσως γίνουν κάποια πράγματα στα μουγκά –πολύ αθόρυβα, δηλαδή, να βρεθούμε στο περιθώριο. Πολύ φοβάμαι ότι για κάποιους αυτό είναι το επιδιωκόμενο, γιατί η εξουσία νιώθει ότι πολύ πιο εύκολα θα μπορεί να κουμαντάρει μία χώρα που είναι βυθισμένη στην απάθεια και τη μιζέρια. Κακά τα ψέματα, χρειάζεται να πατάς κάπου, για να είσαι ενεργός πολίτης και να αντιδράς. Ο ήρωάς μου είναι σαν τη χώρα: είναι καθισμένος σε ένα τραπέζι, έχει μπροστά του ένα πιστόλι και μπορεί να το πάρει να σκοτώσει τον εαυτό του, μπορεί να σκοτώσει αυτόν που θεωρεί υπεύθυνο γι΄αυτό που του συμβαίνει, μπορεί να κάνει και μια υπέρβαση. Πιστεύω ότι αυτή η υπέρβαση είναι το ζητούμενό μας ως χώρα.

 

Η ελληνική κοινωνία πάσχει από μια σοκαριστική υποκρισία και αυτό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Ζει επίπλαστα, έμαθε να ζει επίπλαστα και αρνείται να δει την πραγματικότητα, ναρκισσεύεται και προσπαθεί να φτιάξει μια εικόνα αγιογραφίας του εαυτού της, ενώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ελληνική κοινωνία πάσχει από μια σοκαριστική υποκρισία και αυτό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Ζει επίπλαστα, έμαθε να ζει επίπλαστα και αρνείται να δει την πραγματικότητα, ναρκισσεύεται και προσπαθεί να φτιάξει μια εικόνα αγιογραφίας του εαυτού της, ενώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO